Milwntas me ton Giannh Ritso

5 views
Skip to first unread message

evagoras

unread,
Oct 3, 1999, 3:00:00 AM10/3/99
to

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

«Θέλω να τα κρατήσω προίκα για την κόρη μου»

02-10-1999
ΕΝΤΜΟΥΝΤ ΚΗΛΥ
http://ta-nea.dolnet.gr/


Πρωτοσυνάντησα τον Γιάννη Ρίτσο στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Στην αρχή, αυτό που ήξερα από το έργο του ήταν μερικά πρώιμα
ποιήματα που δεν μου άρεσαν ιδιαίτερα, για παράδειγμα εκείνα του
πρώτου τόμου του με την ονομασία «Τρακτέρ», και μερικές από τις
μεγαλύτερες πολύ γνωστές δουλειές του όπως ο «Επιτάφιος» και
άλλες που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης κάνοντάς τις ίσως
δημοφιλέστερες απ' ό,τι θα ήταν σε άλλη περίπτωση. Μετά, το 1972
ή το 1973, έκανα ένα σεμινάριο στο Πρίνστον για τη σύγχρονη
ελληνική ποίηση σε αγγλική μετάφραση και οι φοιτητές επέμεναν να
μελετήσουν Ρίτσο είτε το ήθελα είτε όχι. Κατέφυγα σε ό,τι ήταν
διαθέσιμο σε μετάφραση, και ανάμεσα στα ποιήματα βρήκα ότι
υπήρχαν λίγα από μια συλλογή με τον τίτλο «Παρενθέσεις»: σύντομα
ποιήματα, υπέροχα ποιήματα, καταπληκτικά, ενδιαφέροντα. Επέστρεψα
στην ελληνική πηγή και ανακάλυψα ότι υπήρχαν 21 ποιήματα στον
τόμο με τον τίτλο αυτό, ο οποίος εχρονολογείτο «1946-47». Ο τόμος
αυτός με έκανε να αναθεωρήσω τη γνώμη μου για τον Ρίτσο, ριζικά
και καθοριστικά. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι,
είπα: «Πρέπει να συναντήσω αυτό τον άνθρωπο. Είναι κάποιος που
αξίζει να γνωρίσει κανείς». Κι έτσι τελικά, κανόνισα να τον
συναντήσω.

Ο Ρίτσος ζούσε τότε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην περιοχή της
Αχαρνών ­ ήταν το τέλος της δικτατορίας ­ και έβλεπε εκεί
ανθρώπους περιστασιακά αργά το βράδυ, αφού δούλευε όλη την ημέρα.
Το διαμέρισμά του, διακοσμημένο με ζωγραφιές ­ μερικές δικές
του ­ και γλυπτά που περιλάμβαναν τις πέτρες που μάζευε και τους
έδινε μορφή με την πένα, μου φάνηκε σαν ένα είδος απομονωμένου
εργαστηρίου το οποίο κρατούσε ιδιωτικό και αύταρκες, έχοντας
αντικαταστήσει μ' αυτό τα στενόχωρα καταλύματα στα οποία ήταν
αναγκασμένος να ζει στις διάφορες περιόδους που ήταν εξόριστος σε
κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης για αμετανόητους κομμουνιστές. Από
τη στιγμή που έβαζε στην άκρη τη δουλειά του και γύριζε για να
υποδεχθεί τον επισκέπτη του, γινόταν ανελέητα προσωπικός,
εστιάζοντας όλη την προσοχή του στο να εντυπωσιάσει το πρόσωπο
στο οποίο μιλούσε. Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν εξαντλητική.
Αισθάνθηκα ότι μπορούσε κανείς να αντέξει μόνο μία τέτοια
συνάντηση τον χρόνο, ήταν αρκετή.

Ο ποιητής αποδείχθηκε ένας ακούραστος ομιλητής. Μόλις που
σταματούσε για να πάρει ανάσα, και τα λόγια έβγαιναν σε μια
υπέροχη ρητορική ροή φαινομενικά βαθέων, προσεκτικά
αλληλοσυνδεόμενων παρατηρήσεων που ξεκινούσαν από το πρώτο μέρος
οποιασδήποτε πρότασης επέλεγες για να του προσφέρεις ως απάντηση.
Και αναπόφευκτα σε κατέπνιγε. Ιδιαίτερα εκείνο το πρώτο βράδυ,
επειδή στα ελληνικά δεν μπορούσα να πιάσω με την πρώτη το πλήρες
νόημα αυτού του είδους της λογοτεχνικής ομιλίας, και η πρώτη ήταν
η μόνη ευκαιρία που σου δινόταν. Εγωκεντρικός, σχεδόν μονομανής
κατά μια έννοια, αλλά απολύτως γενναιόδωρος στη ρητορεία που
πρόθυμα ανέπτυσσε σε οποιοδήποτε θέμα του έθετες. Και όταν τελικά
σταματούσε να μιλάει, άρχιζε να σου δείχνει άλμπουμ με τις
κριτικές του έργου του, αποδείξεις της αποδοχής που τύγχανε στο
εξωτερικό, για παράδειγμα τον αριθμό των θεατρικών έργων του που
ανέβηκαν στις επαρχίες της Γαλλίας (επικέντρωσε στη Γαλλία εκείνο
το πρώτο βράδυ για να ευχαριστήσει την Ελληνίδα σύζυγό μου, με
την οποία προτιμούσε να μιλάει γαλλικά). Ήθελε οι επισκέπτες του
να πάρουν μια εικόνα της φήμης του στο εξωτερικό, ίσως για να
αντισταθμίσει τον σνομπισμό τον οποίο πολλοί καθιερωμένοι
συγγραφείς στην Ελλάδα είχαν δείξει για το έργο του στη διάρκεια
των ετών, αλλά δεν ήθελε να κάθεσαι να διαβάζεις τις κριτικές. Αν
καθόσουν να διαβάσεις μια κριτική, γινόταν νευρικός και άρχιζε τα
πέρα-δώθε. Ταυτόχρονα, ήταν πραγματικά πολύ γοητευτικός, πολύ
ανοιχτόκαρδος και φιλόξενος, πάντα σε κίνηση για να σου φέρει ένα
ακόμη ούζο ή μπράντι. Δεν ήταν το είδος του εγωκεντρικού που σε
αποκλείει. Απλώς δεν ήθελε να μιλάς πολύ.


Τα ποιήματα που με οδήγησαν για πρώτη φορά στον Ρίτσο ήταν
γραμμένα στη δεκαετία του 1940. Ανακάλυψα περισσότερα για το τι
έκανε στα χρόνια έκτοτε, όταν επέστρεψα για μια δεύτερη επίσκεψη
μερικά χρόνια αργότερα, τούτη τη φορά για να τον ρωτήσω αν θα μου
έδινε το δικαίωμα να μεταφράσω ολόκληρο τον τόμο «Παρενθέσεις,
1946-47». Στον νου μου ήταν μόνο ένα σχέδιο για το καλοκαίρι. Και
ενώ συζητούσα μαζί του αυτό το ενδεχόμενο, είπε: «Ξέρετε, έχω
μερικά ακόμα ποιήματα των "Παρενθέσεων" σε χειρόγραφο. Κρατάω
πολλά ποιήματα σε εφεδρεία, επειδή ο κόσμος πιστεύει ότι είμαι
υπερβολικά παραγωγικός. Αν επρόκειτο να δημοσιεύω όλα όσα γράφω,
θα με θεωρούσαν τέρας. Εκτός αυτού ­ πρόσθεσε μ' ένα χαμόγελο ­
θέλω να τα κρατήσω προίκα για την κόρη μου». Πήγε σ' ένα πίσω
δωμάτιο του διαμερίσματός του και επέστρεψε με ένα σημειωματάριο
με την ετικέτα «Παρενθέσεις, 1950-61». Ήταν μια ολόκληρη νέα
δεκαετία ποιημάτων ίδιου είδους. Πρέπει να ήταν 150, αντιγραμμένα
με την όμορφη βυζαντινοειδή γραφή του. Πήρα το σημειωματάριο
σπίτι και το διάβασα. Είδα ότι αυτά τα αδημοσίευτα ποιήματα είχαν
πάρα πολύ την τεχνοτροπία των ποιημάτων των «Παρενθέσεων» που
είχα δουλέψει, αλλά επίσης, διαφορετικά, καθώς φανέρωναν
συγκριτικά μια κάποια εξέλιξη. Έτσι ξαναπήγα σ' αυτόν και τον
ρώτησα: «Υπάρχει πιθανότητα να μεταφράσω μερικά απ' αυτά;» Και
είπε: «Όχι όλα. Είναι πολλά. Γιατί δεν μ' αφήνετε να διαλέξω εγώ
μερικά;». Του επέστρεψα το σημειωματάριο, αφήνοντάς το από τα
χέρια μου με μεγάλη οδύνη, επειδή ήθελα πραγματικά να επιμείνω σ'
ολόκληρο τον τόμο. Πήρε το σημειωματάριο και λίγες μέρες αργότερα
επέστρεψα για να παραλάβω φωτοτυπίες των 50 τον αριθμό ποιημάτων
που είχε επιλέξει από το χειρόγραφο. Πριν μπορέσω να βεβαιωθώ για
το τι θα μπορούσα ή δεν θα μπορούσα να κάνω με τα ποιήματα, είπε:
«Γιατί ενδιαφέρεστε μόνο για την πρώιμη δουλειά μου; Αυτά έχουν
γραφεί στη δεκαετία του 1950. Δεν ενδιαφέρεστε για κάτι που έχω
κάνει πρόσφατα; Για παράδειγμα, αυτός ο τόμος που μόλις εξέδωσα,
"Το Μακρυνό"». Και μου έδωσε ένα λεπτό τόμο με λευκό εξώφυλλο,
ολοκαίνουργιο. Κι αυτό ήταν το πετράδι, το πιο πολύτιμο πετράδι,
από τους τρεις τόμους που διαμόρφωσαν την ανθολογία των ποιημάτων
σε μετάφραση που εξέδωσα με τίτλο «Ritsos in Ρarentheses». Αυτό
τουλάχιστον πίστευα τότε. Τώρα πιστεύω ότι ο πρώτος τόμος που με
οδήγησε στον Ρίτσο είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερος από τους
τρεις, μολονότι και οι τρεις είναι μεταξύ των καλύτερων από τα
μικρότερα έργα του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν αυτή τη δεύτερη συνάντηση,
επισκεπτόμουν τον Ρίτσο τακτικά στα ταξίδια που έκανα κάθε χρόνο
στην Αθήνα, και πρέπει να πω ότι εκείνες οι συναντήσεις ήταν από
τις πιο ικανοποιητικές της λογοτεχνικής ζωής μου στην Αθήνα,
καθώς αντιστάθμιζαν σε κάποιο βαθμό την απώλεια του Γιώργου
Σεφέρη και την εικοσαετή φιλική συναναστροφή μου μαζί του, που
τελείωσε με τον θάνατό του το 1971. Δεν μπορώ να πω ότι
αισθάνθηκα ποτέ τόσο κοντά στον Ρίτσο όσο στον Σεφέρη, τον Γκάτσο
και τον Λορεντζάτο, που ήταν μεταξύ των στενότερων λογοτεχνικών
φίλων μου στην Αθήνα. Με τον Ρίτσο είχα πάντα την αίσθηση ότι
προτιμούσε να κρατάει κάποια απόσταση ανάμεσά μας, ίσως για να
διατηρεί την εξουσία του όταν το θέμα ήταν η συζήτηση της πιθανής
μετάφρασης του έργου του. Σε σχέση μ' αυτό, έμοιαζε να ελπίζει,
ως γενική αρχή, σ' ένα είδος κατά γράμμα μετάφρασης, μιας
απόδοσης λέξη προς λέξη, στίχο προς στίχο, στην οποία ουδείς
μεταφραστής θα μπορούσε να επιδοθεί αν φιλοδοξούσε να
δημιουργήσει ένα πραγματικό ποίημα στη γλώσσα προς την οποία
μεταφράζει. Επειδή όμως τα αγγλικά του δεν ήταν διόλου καλά,
απέφευγε ευτυχώς να σχολιάσει οποιαδήποτε μεμονωμένη μετάφρασή
μου. Και μπορώ να αναφέρω ένα τελευταίο ανέκδοτο που φανερώνει
την προτίμηση του Ρίτσου να κρατάει κάποια απόσταση ασφαλείας όχι
μόνον από τον μεταφραστή αλλά και από τη δουλειά της μετάφρασης.
Όταν πρότεινα να παρουσιάσω μια επιλογή μεταφράσεων εκείνων των
ποιημάτων που είχε γράψει στη διάρκεια της δικτατορίας και είχε
εκδώσει σε οκτώ τόμους μετά την άρση της λογοκρισίας, ζήτησα τη
βοήθειά του για να κάνω την επιλογή, αφού ο Αμερικανός εκδότης
είχε θέσει ένα αυστηρό όριο στον αριθμό σελίδων που ήταν πρόθυμος
να εκδώσει. Στη διάρκεια της επίσκεψής μου για να συζητήσουμε το
σχέδιο, ο Ρίτσος εξέφρασε την επιφύλαξή του να με βοηθήσει μ'
αυτό τον τρόπο: «Πώς να επιλέξω από τα δικά μου ποιήματα; Αγαπώ
όλα τα ποιήματά μου». Όταν τον παρακάλεσα, ιδιαίτερα εν όψει των
τόσων πολλών ποιημάτων που περιείχαν αυτοί οι οκτώ τόμοι,
ενέδωσε. Έτσι έπιασα τον πρώτο τόμο που θα εξετάζαμε, «Ο Τοίχος
μέσα στον καθρέφτη», και του ζήτησα να τον φυλλομετρήσει και να
σημειώσει τα ποιήματα που αισθανόταν ότι θα έπρεπε να περιληφθούν
στη συλλογή, την οποία είχα την πρόθεση να τιτλοφορήσω ­ και
πράγματι έτσι την τιτλοφόρησα ­ «Εξορία και Επιστροφή: Επιλεγμένα
Ποιήματα, 1967-1974». Ο Ρίτσος διάβασε από μέσα του το πρώτο
ποίημα του «Ο Τοίχος μέσα στον καθρέφτη», μετά το σημείωσε μ' ένα
μολύβι. Διάβασε μεγαλόφωνα το δεύτερο ποίημα και το σημείωσε κι
αυτό. Διάβασε το τρίτο ποίημα πιο αργά, πιο ρητορικά,
απολαμβάνοντας φανερά την παράσταση, και το σημείωσε κι αυτό.
Όταν τελείωσε τον τόμο, είχε βάλει ένα σημάδι δίπλα σε όλα, εκτός
από ένα όψιμο ποίημά του. Βουβά απελπισμένος, προσπαθώντας να
συγκρατήσω την ειρωνεία μου, τον ρώτησα γιατί είχε αφήσει
ασημείωτο εκείνο το ποίημα. Ο Ρίτσος με κοίταξε προσεκτικά,
χαμογέλασε και είπε: «Εντάξει, αν προτιμάτε, θα το σημειώσω κι
αυτό».


ΤΑ ΝΕΑ , 02-10-1999 , Σελ.: R26
Κωδικός άρθρου: A16556R261

Reply all
Reply to author
Forward
0 new messages