Στο διάστημα 1918-1970 οι Ελληνικές Αρχές κατοχής άλλαξαν 1.700
Βουλγαρικά ονόματα και τοπονύμια στην Αιγαιακή Μακεδονία
Από τα τέλη του 5ου μΧ αιώνα μεγάλα κύματα Σλαβικών φυλών άρχισαν να
κατακλύζουν ειρηνικά τα Βαλκάνια φθάνοντας μέχρι την Πελοπόνησο. Η
τεράστια αυτή πληθυσμιακή μετακίνηση αν και ανοργάνωτη επέφερε νέο
status στα Βαλκάνια. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να αντιδράσει
στην κάθοδο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που έφεραν μαζί τους μία
καινούργια κουλτούρα μαζί με μία νέα γλώσσα την Σλαβική. Οι έποικοι
δημιούργησαν χιλιάδες διάσπαρτους αγροτικούς οικισμούς και έδωσαν
Σλαβικές ονομασίες στον τόπο που ρίζωσαν, αποροφώντας τον εντόπιο
πληθυσμό. Ανοργάνωτοι χωρίς ηγεσία, κοινωνικές τάξεις και αριστοκρατία
οι Σλάβοι δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν κρατική υπόσταση.
Δύο αιώνες αργότερα με την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους το 681 μΧ,
δημιουργήθηκε μία αντίπαλη δύναμη απέναντι στο Βυζάντιο. Οι Βούλγαροι
που σε αντίθεση με τους Σλάβους διέθεταν κρατική οργάνωση,
αριστοκρατική ηγεσία και πολεμικές ικανότητες, ηγήθηκαν των Σλαβικών
φυλών της Βαλκανικής, απέβαλαν την λεγόμενη Πρωτοβουλγαρική τους
γλώσσα και υιοθέτησαν την Σλαβική. Στα τέλη του 9ου μΧ αιώνα ο
εκχριστιανισμός των Σλάβων και Βουλγάρων και η υιοθέτηση του
Κυριλλικού αλφαβήτου έδωσε γραπτή έκφραση στην Σλαβική κουλτούρα.
Γιά περισσότερο από δέκα τέσσερις αιώνες η νέα αυτή πολιτιστική
έκφραση κυριάρχισε στα αρχέγονα εδάφη της Μακεδονίας. Οι χιλιάδες
οικισμοί και χωριά των Σλάβων και Βουλγάρων εποίκων διατήρησαν τα
ονόματά τους μέχρι και το 1913. Κανείς δεν διανοήθηκε να τα μεταλλάξει
στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ούτε στα 530 χρόνια της
Οθωμανικής κυριαρχίας. Ομως η γενιά των νεοελλήνων σωβινιστών, οι
θιασώτες της Μεγάλης Ιδέας του Βενιζέλου και οι οραματιστές της
νεκρανάστασης του Βυζαντίου, προχώρησαν σε ένα πολιτιστικό
ανοσιούργημα.
Το 1913 ευθύς μετά την στρατιωτική κατάληψη και προσάρτιση της
Μακεδονίας στο νεοελληνικό κράτος μπηκε σε εφαρμογή το σχέδιο
ελληνοποίησης μιάς Μακεδονίας που ποτέ στην ιστορία της δεν υπήρξε
Ελληνική. Και το πρώτο μέτρο που εφαρμόσθηκε ήταν η απαγόρευση χρήσης
της Βουλγαρικής γλώσσας ταυτόχρονα με την μετονομασία 1700
Σλαβοβουλγαρικών ονομάτων πόλεων και χωριών.
Ο επαίσχυντος νόμος του δικτάτορα Κονδύλη που επέβαλε Ελληνοποιημένες
ονομασίες
Ν Τ Ο Κ Ο Υ Μ Ε Ν Τ Ο
ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ
"ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΞΕΝΟΦΩΝΑ ΚΑΙ ΚΑΚΟΗΧΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΕΩΝ"
Με τους νόμους 336 της 17/21 Σεπτεμβρίου 1926 και 287/1927 που
εκδόθηκαν από την δικτατορική κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου
Κονδύλη, "άξιου" συνεχιστή της δικτατορίας Πάγκαλου, περισσότερα από
1.700 Βουλγαροσλαβιικά τοπονύμια και ονομασίες πόλεων και χωριών της
Μακεδονίας μεταλλάχθηκαν σε Ελληνικά. Ολες οι παλιές ονομασίες που
είχαν γίνει σεβαστές από Ρωμαίους και Τούρκους κατακτητές γιά
περισσότερο από 1500 χρόνια απαλείφθηκαν από τους ελληνικούς χάρτες. Η
Οθωμανική πόλη Σελανίκ ονομάσθηκε Θεσσαλονίκη έπειτα από 470 χρόνια
Η ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΣΗ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΤΩΝ
Οι περιπέτειες ονομάτων και επωνύμων αποτελούν κατά κάποιο τρόπο
αναπόσπαστο κομμάτι του ευρύτερου Μακεδονικού ζητήματος αλλά και των
διαδικασιών εθνικής συγκρότησης στα Βαλκάνια. Ακολουθώντας έναν
απαράβατο κανόνα, τα ονόματα των κατοίκων και ιδίως οι καταλήξεις
τους, τροποιούνταν ανάλογα με την εκάστοτε εθνική συγκυρία στην
περιοχή.
Η Σερβική Μακεδονία του μεσοπολέμου αποτελεί το πιο κλασικό παράδειγμα
αυτής της διαδικασίας. Αμέσως μετά την κατάληψή της από το Σερβικό
στρατό το 1912-13, οι χριστιανοί κάτοικοί της υποχρεώθηκαν με
συνοπτικές διαδικασίες να προσθέσουν την κατάληξη -ιτς στα επώνυμά
τους. Η τελευταία αλλαγή θα γίνει μετά την ίδρυση της ομόσπονδης Λ.Δ.
Μακεδονίας το 1944, όταν πολλά επώνυμα αποκτούν τις καταλήξεις -όφσκι
ή -έφσκι.
Στην Αιγαιακή Μακεδονία, η διαδικασία υπήρξε περισσότερο σταδιακή και
λιγότερο πανηγυρική, εξίσου όμως μαζική. Η εγκατάλειψη ή τροποποίηση
των "ξενικών" και ιδίως Σλαβοβουλγαρικών επιθέτων και βαφτιστικών και
η υιοθέτηση αρχαιοελληνικών ήταν ήδη μια υπαρκτή διαδικασία στην
Ελλάδα και τις ελληνικές κοινότητες της διασποράς, από τις αρχές ήδη
του ΙΘ' αι. Πρόκειται για μια συμβολική κίνηση "επιστροφής στις
ρίζες", στενά συνδεδεμένη με το ρομαντικό κλίμα της εποχής και με
πρωτεργάτες τους δασκάλους των ελληνικών σχολείων.
"Κάτι ανάλογο έγινε και στον 20ο αιώνα με το μεγάλωμα της Ελλάδας στα
1912 και ύστερα από την προσφυγική μετοικεσία του 1923", σημειώνει
λακωνικά στο σχετικό βιβλίο του ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, "ιδίως από
τους νομάρχες και σωματάρχες στους κληρωτούς της Μακεδονίας" ("Τα
οικογενειακά μας ονόματα", σ.140). Με το Β.Δ. της 5/2/1918, αρμόδιος
για "την πρόσληψιν και την διόρθωσιν επωνύμων και τας διορθώσεις
εγγραφών εν τοις μητρώοις αρρένων" καθίσταται ο Γενικός Διοικητής
Μακεδονίας -αρμοδιότητα που αργότερα θα μεταβιβαστεί στον διευθυντή
της Διοικήσεως του Υπ.Εσωτ. (1922) και στο νομάρχη (1938). Στις
τοπικές τέλος εφημερίδες του 1930, συναντά κανείς ανακοινώσεις των ΤΤΤ
(των ΕΛΤΑ της εποχής) που προειδοποιούν το κοινό ότι "επιστολαί με το
επώνυμον των παραληπτών φέρον την κατάληξιν εις -ωφ, -βιτς κλπ εν ώ
τούτοι είναι Ελληνες εγγεγραμμένοι εις τα οικεία δημοτολόγια με
επώνυμα Ελληνικής καταλήξεως δεν πρόκειται να διακινούνται".
Για τις λεπτομέρειες αυτής της ονοματολογικής κοσμογονίας, σποραδικές
πληροφορίες αντλούμε από διάφορες πηγές. Η ριζικότερη μεταβολή
συντελέστηκε φυσικά στις Βουλγαρόφωνες περιφέρειες. Χαρακτηριστική
είναι η μαρτυρία ενός δασκάλου από την περιοχή της Φλώρινας: ""Το
Κούφεφ έγινε Κούφες - Κούφης, Τάντσεφ - Τάντσες - Τάντσης - Ταντσίδης.
Αλλαξαν και οι ρίζες ονομάτων, όπως: το Ιβάνοφ έγινε Κωστόπουλος,
Νόβακοφ - Ιωακειμίδης, Ντήμτσεφ - Δημητριάδης, Νόβατσεφ - Χρηστίδης,
Γκράτσωφ - Ιωαννίδης. Ο Μπόρις έγινε Παναγιώτης, Βύρων - Περικλής, ο
Στόϊτσε - Ιωάννης, ο Τράγιαν - Τραγιανός, ο Τσβέτκο - Στέφανος, η
Στογιάνκα - Στυλιανή, η Στόϊα - Σοφία, η Μένκα - Μελπομένη, η Ντόρκα -
Θεοδόρα, η Τζβέζντα - Αστέρω, η Μπόζνα - Χριστίνα. Ανεύθυνα,
αυθαίρετα, ετσιθελικά" (Παύλος Κούφης "Αλωνα Φλώρινας. Αγώνες και
θυσίες", Αθήνα 1990, σ.54).
Ανάλογες είναι οι παρατηρήσεις μιας κοινωνικής ανθρωπολόγου από ένα
χωριό των Σερρών: "Στον καλύτερα διατηρημένο επιτάφιο σταυρό που
είδαμε και που φέρει χρονολογία 1843, είναι σκαλισμένο το όνομα
Χαριτζέ, που είναι όνομα σύνηθες στην περιοχή. Οπως προκύπτει από τα
μητρώα του χωριού, το όνομα αυτό δατηρήθηκε ώς την αρχή της ελληνικής
διοίκησης, οπότε και μεταγράφηκε σε Χαριζάνης. Εκτοτε, διακόπτεται η
παράδοση που θέλει να ονομάζεται ο πρωτότοκος γιός με το όνομα του
παππού του και το Χαριζάνης εγκαταλείφθηκε μια φορά για να γίνει
Ευριπίδης και μια άλλη για να γίνει Βασίλειος" (Δώρα Λαφαζάνη "Μικτά
χωριά του κάτω Στρυμόνα: εθνότητα, κοινότητα και εντοπιότητα", περιοδ.
Σύγχρονα Θέματα, τχ. 63, 1997).
Η ίδια θα συνδέσει την παρουσία της Κρητικής Χωροφυλακής στην περιοχή
με το εκ πρώτης όψεως παράδοξο γεγονός, ότι από μια χρονική στιγμή και
έπειτα η Μακεδονική ύπαιθρος γέμισε από Κρητικά επώνυμα. Αλλαγές αυτού
του είδους σημειώνονται ακόμα και σε κοινότητες που οι στατιστικές της
εποχής καταγράφουν ως ελληνόφωνες πριν από το 1912. "Στην Ασσηρο",
διαβάζουμε σε άλλη διατριβή, "Σλαβόηχα επώνυμα που περιέχονταν στο
παλιό δημοτολόγιο του 1918 είναι απόντα από το καινούριο δημοτολόγιο
που άνοιξε στη δεκαετία του '50. Ακόμα και τα βαφτιστικά ονόματα
γυναικών, όπως Βελίκα ή Ντόνα, μεταμορφώθηκαν σε ελληνικά
ονόματα" (Anastasia Karakasidou "Fields of wheat, hills of blood",
Σικάγο 1997, σ.189).