Υπόθεση Ρουθ Ελις: Η αλήθεια άργησε 71 χρόνια
Πόσο καλά μπορεί να γνωρίζουμε μια υπόθεση που θεωρούμε ότι έχει κλείσει; Και τι συμβαίνει όταν, δεκαετίες αργότερα, αποδεικνύεται ότι το πιο σημαντικό κομμάτι της δεν ακούστηκε ποτέ στη δικαστική αίθουσα;
Η υπόθεση της Ρουθ Ελις είναι από εκείνες που… αρνούνται να ξεχαστούν. Για περισσότερα από 70 χρόνια η Βρετανία θυμόταν μια όμορφη ξανθιά γυναίκα να πυροβολεί τον εραστή της έξω από μια παμπ στο Λονδίνο και να οδηγείται στην αγχόνη λίγες μόλις εβδομάδες αργότερα. Η ιστορία έμοιαζε απλή. Ωσπου άρχισε να ξετυλίγεται ξανά, αποκαλύπτοντας μια σειρά από δεδομένα που κανείς δεν είχε θελήσει να εξετάσει.
Οπως αναφέρει η Corriere della Sera, έπειτα από πολυετή προσπάθεια των εγγονών της, ο βασιλιάς Κάρολος Γ’ αποφάσισε, ύστερα από εισήγηση και της βρετανικής κυβέρνησης, να της απονείμει μερική χάρη. Η κυβέρνηση έκανε λόγο για μια «ιστορική αδικία», αναγνωρίζοντας ότι σήμερα η υπόθεσή της θα αντιμετωπιζόταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Ολα ξεκίνησαν το Πάσχα του 1955. Η 28χρονη Ρουθ Ελις περίμενε έξω από την παμπ «Μαγκντάλα», στο βόρειο Λονδίνο. Μόλις εμφανίστηκε ο εραστής της, ο αριστοκράτης οδηγός αγώνων Ντέιβιντ Μπλέικλι, σήκωσε ένα περίστροφο και τον πυροβόλησε έξι φορές. Δεν προσπάθησε να διαφύγει ούτε αρνήθηκε ποτέ την πράξη της.

Η Δικαιοσύνη κινήθηκε με ασυνήθιστη ταχύτητα. Η δίκη ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο ημέρες, ενώ οι ένορκοι χρειάστηκαν μόλις 14 λεπτά για να αποφασίσουν για την ενοχή της. Τρεις εβδομάδες αργότερα, στις 13 Ιουλίου 1955, η Ελις εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού στις φυλακές Χόλογουεϊ. Περίπου χίλιοι άνθρωποι περίμεναν έξω από το σωφρονιστικό κατάστημα για να πληροφορηθούν την εξέλιξη. Η τελευταία γυναίκα που θα εκτελούνταν ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε μόλις περάσει στην Ιστορία.
Εκείνη την εποχή η εικόνα της δεν προκαλούσε ιδιαίτερη συμπάθεια. Ηταν ανύπαντρη μητέρα δύο παιδιών από διαφορετικούς άνδρες, διεύθυνε νυχτερινό κέντρο, είχε εργαστεί περιστασιακά ως εκδιδόμενη και ζούσε μια ζωή που απείχε πολύ από το πρότυπο της «ευυπόληπτης» γυναίκας που ήθελε να προβάλλει η μεταπολεμική βρετανική κοινωνία. Στο δικαστήριο χαρακτηρίστηκε «ανήθικη» και παρουσιάστηκε ως μια γυναίκα που σκότωσε από παθολογική ζήλια, επειδή ο Μπλέικλι σκόπευε να την εγκαταλείψει.
Ομως αυτή ήταν μόνο η εκδοχή που άκουσαν οι ένορκοι.
Λίγο μετά την εκτέλεσή της άρχισαν να εμφανίζονται στοιχεία που δεν είχαν ποτέ παρουσιαστεί στη δίκη. Η Ρουθ είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο γεμάτη μώλωπες από τους ξυλοδαρμούς που δεχόταν από τον σύντροφό της. Μάρτυρες και γιατροί επιβεβαίωσαν ότι ο Μπλέικλι την κακοποιούσε συστηματικά, την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει, και δεν δίσταζε να τη χτυπά ακόμη και μπροστά σε άλλους ανθρώπους.
Τρεις εβδομάδες πριν από τη δολοφονία είχε χάσει το παιδί που κυοφορούσε, ύστερα από έναν άγριο ξυλοδαρμό. Ο Μπλέικλι γνώριζε ότι ήταν έγκυος και ότι το παιδί ήταν δικό του. Παρ’ όλα αυτά, οι ένορκοι είχαν λάβει οδηγία να μην εξετάσουν το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ήταν θύμα κακοποιητικής σχέσης.
Σαν να μην έφτανε αυτό, αργότερα αποκαλύφθηκε ότι η Ρουθ είχε βιώσει τη βία ήδη από τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της, μουσικός που συνόδευε προβολές βωβού κινηματογράφου, κακοποιούσε σεξουαλικά τόσο την ίδια όσο και την αδελφή της. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο για να εργαστεί σε εργοστάσιο και στα 17 της απέκτησε παιδί από έναν καναδό στρατιώτη, ο οποίος αποδείχτηκε πως ήταν ήδη παντρεμένος.
Παρ’ όλα αυτά δεν εγκατέλειψε ποτέ την προσπάθεια να αλλάξει τη ζωή της. Τραγουδούσε σε παμπ, έπαιζε μικρούς ρόλους στον κινηματογράφο, και τελικά κατάφερε να γίνει διευθύντρια σε νυχτερινό κέντρο, έναν κόσμο όπου συναντιόνταν η αριστοκρατία και οι λαϊκές τάξεις. Εκεί γνώρισε και τον Ντέιβιντ Μπλέικλι. Ηταν ένας έρωτας παθιασμένος, αλλά καταστροφικός.

Και όμως, η μεγαλύτερη ανατροπή θα ερχόταν πολλά χρόνια αργότερα.
Μελετώντας τη δικογραφία, η συγγραφέας Κάρολ Αν Λι εντόπισε μια κατάθεση που δεν έφτασε ποτέ στα χέρια των ενόρκων. Ηταν η μαρτυρία του δεκάχρονου γιου της Ρουθ, του Αντρέ, ο οποίος εξετάστηκε από την αστυνομία μόνο μετά την εκτέλεση της μητέρας του.
Η κατάθεσή του άλλαζε πολλά. Σύμφωνα με όσα είπε, το όπλο δεν το είχε βρει μόνη της η Ρουθ. Της το είχε δώσει ο Ντέσμοντ Κάσεν, ιδιοκτήτης του νυχτερινού κέντρου όπου εργαζόταν και άνθρωπος με τον οποίο διατηρούσε επίσης σχέση. Εκείνος, σύμφωνα με την έρευνα της Λι, της είχε μάθει να πυροβολεί και την είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητό του μέχρι την παμπ όπου βρισκόταν ο Μπλέικλι.
Γιατί δεν μίλησε ποτέ η ίδια;
Η απάντηση είναι εξίσου τραγική. Η Ρουθ πίστευε ότι ο Κάσεν θα φρόντιζε τα δυο παιδιά της μετά την εκτέλεσή της. Εκείνος φέρεται να της το είχε υποσχεθεί. Δεν τον κατονόμασε ποτέ και δεν τον ενέπλεξε στην υπόθεση. Λίγο μετά τον απαγχονισμό της ο Κάσεν εγκατέλειψε τη Βρετανία και εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του, αρνούμενος κάθε συμμετοχή.
Η τραγωδία όμως δεν τελείωσε στην αγχόνη.
Ο Αντρέ δεν συγχώρησε ποτέ τον εαυτό του που δεν είχε μιλήσει νωρίτερα, παρότι τότε ήταν παιδί. Αργότερα αυτοκτόνησε. Η κόρη της, Τζορτζίνα, έζησε για χρόνια με το ψυχολογικό βάρος της εκτέλεσης της μητέρας της, ενώ τα εγγόνια της μεγάλωσαν κουβαλώντας το στίγμα μιας οικογένειας που όλοι θεωρούσαν συνώνυμη του εγκλήματος.
Η εγγονή της, Λόρα Ενστον, έχει περιγράψει ότι απέφευγε ακόμη και να πει ποια ήταν η γιαγιά της. Στο σχολείο δεχόταν χλευασμό από τους συμμαθητές της, οι οποίοι της υπενθύμιζαν συνεχώς ότι η γιαγιά της ήταν «δολοφόνος». Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες μέχρι να διαβάσει την πλήρη ιστορία της Ρουθ και να συνειδητοποιήσει ότι η οικογένειά της κουβαλούσε, όχι μόνο ένα έγκλημα, αλλά και μια βαθιά δικαστική αδικία.
Μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας ξεκίνησε έναν πολυετή αγώνα για την αναθεώρηση της υπόθεσης. Και τελικά δικαιώθηκε.
Σύμφωνα με την Corriere della Sera, η βρετανική κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η Ρουθ Ελις ήταν θύμα ενδοοικογενειακής βίας και εξαναγκαστικής συμπεριφοράς, στοιχεία που σήμερα θα είχαν βαρύνουσα σημασία σε μια δικαστική διαδικασία. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Ντέιβιντ Λάμι εισηγήθηκε την απονομή μερικής χάρης, την οποία ενέκρινε ο βασιλιάς Κάρολος Γ’, χαρακτηρίζοντάς την μια πράξη ιστορικής αποκατάστασης.
Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η υπόθεση της Ελις αποτέλεσε σημείο καμπής για τη βρετανική νομοθεσία. Η κοινωνική κατακραυγή που προκάλεσε η εκτέλεσή της αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη θανατική ποινή και συνέβαλε στις μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν. Το 1957 θεσπίστηκε η δυνατότητα αναγνώρισης μειωμένης ευθύνης σε ορισμένες περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, ενώ λίγα χρόνια αργότερα η θανατική ποινή ανεστάλη και τελικά καταργήθηκε.
Η Ρουθ Ελις δεν έζησε για να δει τίποτε από αυτά. Ούτε έμαθε ποτέ ότι επτά δεκαετίες αργότερα η χώρα που την οδήγησε στην αγχόνη θα παραδεχόταν πως ίσως δεν την είχε δικάσει δίκαια. Κάποιες ιστορίες δεν αλλάζουν το τέλος τους. Μπορούν όμως να αλλάξουν τον τρόπο που τις θυμόμαστε. Και ίσως αυτό να είναι η μοναδική μορφή δικαιοσύνης που απομένει όταν η πραγματική έχει χαθεί για πάντα.
Ακολούθησε το Protagon στο Google News
Πρόσθεσε το Protagon ως προτιμώμενη πηγή στη Google
