ΟραΟι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 15 Μαρτίου 2026 στις 09:40
Στις αρχές του Φλεβάρη είχε γίνει συζήτηση στο ιστολόγιο για τον Ν.Γ. Πεντζίκη (1908-1993). Η φίλη μας η Μαρία προσφέρθηκε να πληκτρολογήσει αποσπάσματα από το σημαντικό μυθιστόρημα του Πεντζίκη «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση» (δεν ξέρω αν οι δυο λέξεις πρέπει να έχουν κεφαλαίο το αρχικό τους γράμμα). Φυσικά την ενθάρρυνα, αλλά περίμενα να περάσουν οι Απόκριες και ύστερα παρεμβλήθηκαν άλλα, οπότε το δημοσιεύω μόλις σήμερα.
Είναι σημαντικό το μυθιστόρημα του Πεντζίκη, γραμμένο το 1938, διότι, όπως λένε, εισήγαγε τον εσωτερικό μονόλογο στην Ελλάδα, αλλά, εξαιτίας αυτού, δεν είναι και τόσο εύκολο ανάγνωσμα. Η 4η έκδοση, που κυκλοφορεί σήμερα, είναι από τις εκδόσεις Δόμος.
Η Μαρία, που διάλεξε τα αποσπάσματα, γράφει:
Ο πεθαμένος κι η ανάσταση εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1944. Αντέγραψα από την 3η έκδοση των εκδόσεων «Άγρα» ( 1982). Παρακολουθούμε την προσωπική περιπέτεια του συγγραφέα-αφηγητή, καθώς προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα την ιστορία ενός νέου που αυτοκτόνησε από ερωτική απογοήτευση. Στην πορεία όμως αποφασίζει να τον αναστήσει.
Έβαλα το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.
Ν. Γ. Πεντζίκης, Ο πεθαμένος κι η ανάσταση
Αισθάνονταν την ανάγκη να συγκεντρωθεί. Βασανίζονταν έρμαιο από τις εντυπώσεις, από τις σχέσεις του με τα πράγματα, με τα πρόσωπα. Επιθυμούσε ένα σχήμα.
Καταλαβαίνω πόσο ο καθένας έχει δίκαιο έναντί μου, άσχετο τι λέω και υποστηρίζω. Δεν πιστεύω ότι με τα λόγια βρίσκω το δίκαιό μου. Το δίκαιο μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω. Ντρέπουμαι που είμαι αδιόρθωτα εγωιστής.
Κάθισα ν’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα με τις παραπάνω φράσεις. Εξιστόρηση των σχέσεων του εαυτού μου με πρόσωπα και πράγματα. Φαντάστηκα ένα νέο να στέκει στο παράθυρο μιας κάμαρης και να βλέπει άντικρυ, πέρα από τον κήπο με τα δέντρα και τα λουλούδια, το παράθυρο μιας κοπέλας. Ονειροπολεί να συνδεθεί μαζί της κάτω από μια στέγη ασφαλή. Ευτυχία. Ο νέος δεν εκφράζεται, δεν εκδηλώνεται. Ξέρει πόσο απίθανο είναι το πράγμα. Ξέρει σε ποια μετριότητα θα κατέληγαν οι αγώνες του, αν επιχειρούσε να παλέψει. Βρίσκει ανήθικη κάθε ονειροπόληση ευτυχίας. Δεν μπορεί όμως να καθαρίσει από μέσα του τον πόθο.
Σ΄ αυτό το σημείο θα καταπιαστώ με την περιγραφή του σπιτιού του νέου, επειδή καταλαβαίνω το βάρος που ασκεί το σπίτι στην εν γένει στάση του. Σπίτι με δύο πατώματα και ημιυπόγειο. Τον καιρό του πολέμου, ένας από τους πολλούς ερασιτέχνες του γαλλικού στρατού, που μ’ ένα μπλοκ και μολύβι στο χέρι έτρεχαν τις εύκαιρες στιγμές τους ν’ απεικονίσουν ό,τι αξιοπρόσεκτο είχε η πόλη (απόψεις, μνημεία, τη θριαμβευτική αψίδα του Γαλερίου, τον Άγιο Δημήτριο, το Γενή-Τζαμί, γραφικές γωνιές με λαϊκά παλιόσπιτα), στα παιδιά της συνοικίας, που τον περικύκλωσαν και του ‘λεγαν να ζωγραφίσει σαν πιο ωραίο το καινούριο και σχετικώς άνετο αυτό σπίτι, αρνήθηκε λέγοντας ότι τέτοια ήταν πολλά στον τόπο του. Πράγματι το όλο σχήμα αυτής της λευκής οικοδομής, που, όταν το φως την κτυπά, δημιουργεί σκιές γαλάζιες και οι γλυφές από τα κάπως πολλά κοσμήματα δείχνουν κίτρινες, θυμίζει μεσημβρινή Γαλλία.
(…)
Σ΄ αυτό το σημείο σταματώ. Η περαιτέρω εξιχνίαση με κατακλύζει με άλλες πολλές προελεύσεις των στοιχείων του καινούριου σπιτιού. Παραδείγματος χάριν, ένας βουλγαρίζων την εποχή του Μακεδονικού Αγώνος, από τα Βοδενά, που χάρη στον ιδιοκτήτη του σπιτιού, τον πατέρα του νέου που φαντάστηκα να στέκεται μπροστά στο παράθυρο, αποσκοράκισε το «-ωφ», είχε στείλει κάτι πορώδεις λίθους για να κτισθεί η γκρότα στον κήπο όπου περνούσε το νερό στάζοντας στα πολυτρίχια και τα σκυλάκια και τα πεντάνευρα που ήταν φυτεμένα μέσα. Τούτο μου δίνει αφορμή να φύγω από το συγκεκριμένο αντικείμενο της περιγραφής και να βοσκήσω σε λιβάδια θεωριών και σκέψεων γεμάτα λαμπερή γενικότητα. Μου φαίνεται ακατάλληλος ένα ήρωας, με τις αγάπες του, να βαστάξει το μέγεθος απ’ όσα φαντάζομαι και θέλω να πω.
Έχασα κάθε διάθεση. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να εξακολουθήσω να γράφω. Η υπόστασή μου είναι όλο διακυμάνσεις. Το σχήμα του χάνεται μέσα στα δοχεία που γεμίζω. Η προσοχή στέκεται και κοιτά τα έξω αντικείμενα που με περιβάλλουν. Παρατηρώ το τραπέζι που σκυμμένος εργάζομαι. Από πάνω είναι στρωμένο με μαύρο μουσαμά. Θυμούμαι την πολυετή ιστορία του από την εποχή που αγοράστηκε. Δεν έχω όρεξη για ιστορίες. Το ξύλο από το μολύβι που κρατώ μυρίζει έμορφα, είναι μαλακό και γράφει λιπαρά, μαύρα. Το τετράδιο μπροστά μου χοντρό και με καλό χαρτί. Εξετάζω το χώρο της κάμαρης που μένω. Η πόρτα, το παράθυρο. Έχει μεγάλη σημασία υγιεινή, βιολογική, ηθική ο χώρος που μένουμε και ζούμε και σκεφτόμαστε. Θυμούμαι τον πατέρα που έχτισε το σπίτι, ενώ παρακολουθώ που ασκόνταφτα το μολυβδοκόνδυλο τρέχει απάνω στο χαρτί. Γράφοντας, ο μηχανισμός της σκέψης γίνεται πιο άνετος. Δεν είμαι ο πρώτος που το λέω, το είπε σε μια συνέντευξή του και ο πολύς Ουναμούνο, τη φορά που δήλωσε ότι του χρειάζονται οκτώ ώρες κανονικού ύπνου για να ξυπνά με όλα του τα μυαλά. Συλλογιέμαι την ερημιά του θανάτου του Μιγκουέλ ντε Ουναμούνο. Μονάχος μέσα στην αναστατωμένη πατρίδα του ζητά παραμυθία, καταφύγιο στο πνεύμα, για να εκφράσει μια γνώμη καθαρή, έξω από την αυθαιρεσία του βίαιου κανόνα, έξω από το ψέμα κάθε συμβατικού συνόρου. Απάνω σ’ αυτή την πνευματική προσπάθεια χάνει την επαφή του με τα πράγματα. Μένει χωρίς κανέναν υλικό δεσμό. Μόνος. Με ασήμαντες λεπτομέρειες από τα πράγματα που προσβάλλουν τις αισθήσεις μου, πληροφορίες, αφορμές για το νου, μου ζωγραφίζεται το περιβάλλον που ζω κάθε μέρα. Η πόρτα της κάμαρης κρατιέται ανοικτή μ’ ένα σπάγγο. Έρχονται και επικάθονται στα έπιπλα ο θόρυβος, ο έξω αέρας, το φως και η σκόνη. Αρχή για το ξετύλιγμα του κουβαριού της σκέψης.
(…)
Αρχίζω να βαριέμαι αυτή τη συγγραφή (ας μη ντρέπουμαι να πω το λόγο). Σε μάκρος μ’ έμπλεξε η γενεαλογία του ήρωα, που θέλησα να παρουσιάσω κάνοντας το σχήμα του. Κινδυνεύω να χάσω κάθε απλότητα και φυσικότητα, με την ιδέα της σπουδαιότητας και σημασίας που η σκέψη μου θέλει να κολλήσει σ’ ό,τι γράφω. Η φαντασία μου φουσκώνει με ενθουσιασμούς, σε βαθμό που να μην μπορώ, να βαριέμαι να εξακολουθήσω. Βλέπω κιόλας να είμαι ένδοξος. Οι αρχές μου απένειμαν βραβείο. Όχι, δεν πρέπει να παραξενεύει κανέναν η βράβευση. Μήπως τα σύμβολα που μεταχειρίστηκα δεν είναι καθαρά; Τι υψηλότερο μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος; Κάνω τη σύγκριση με τις εποποιίες των εθνών και δεν βγαίνω διόλου μειωμένος. Γιατί λοιπόν να μου αρνηθούν δύναμη και πλούτο, ύστερα από ένα έργο όπως το φαντάζουμαι με τις μεγάλες προθέσεις μου; Επιτέλους θα μπορέσω να κάμω μια καινούρια φορεσιά ρούχα, που να μη μου την έχουν δώσει χάρισμα, από φτηνό ύφασμα ή αποφόρι, θα την κάμω πλούσια με δικά μου λεπτά. Η μητέρα μου που την αφήνω να τυραννιέται, να κοπιάζει, το σπίτι μου που υποφέρει, θα βρουν ανακούφιση. Μπορούν να καμαρώνουν από τούδε για μένα. Κάθε άλλο παρά είμαι ένας αποτυχημένος που θρηνεί. Άλλαξε τώρα το φυσικό μου. Δεν είμαι πια δισταχτικός και φοβισμένος στις σχέσεις μου με τις γυναίκες. Ανοίχτηκα στο πέλαγος και στη δροσιά, στα φυλλουριασμένα δέντρα, στο φως. Έχω μια μεγάλη κάμαρη με τζαμωτό που βλέπει στη θάλασσα. Τους τοίχους της άνετης αίθουσας γεμίζουν τα ράφια της βιβλιοθήκης. Ένα μεγαλόσωμο σκυλί με ακολουθεί, μολοσσός Δανιμαρκίας, εκλεκτή ράτσα. Κανένας μάταιος θόρυβος δεν προσβάλλει τις αισθήσεις μου, δεν φτάνει απέξω. Μιαν έμορφη σεληνόφωτη νύχτα λοιπόν, ανταμωθήκαμε και μαζί επιστρέφαμε. «Να σε ξεχάσω είναι αδύνατο». Την έβλεπα όλη τη μέρα μέσα στο φως που περνούσε τα ελαφρά ενδύματα και τα γέμιζε όπως η αύρα, που γλιστρά απάνω στα κύματα και παίρνει την αλμυρή ευωδιά, κολπώνει το πανί της βάρκας που μοιάζει γλάρος. Το φως τη μετέτρεπε σε πουλί που ανέβαινε από το χώμα στο θερμό ουρανό. Είχε δέσει πεταλούδα στα μαλλιά της το φιόγκο. Μιλούσαμε στο σεληνόφως, ενώ το πόδι της άγγιζε τ’ άνθη του αγρού. Μέσα στο λευκό υπόδημα έτριζε μεστός καρπός το πόδι, τα δάχτυλα σάλευαν. Άγγιζα το δέρμα. Η επιδερμίδα με τις μικρές χαραματιές, νάπη, μοσχόβολη κοιλάδα. Όσα σκεπάζει το δέρμα ήταν κοντά μου, μέσα μου. Αγγίζω το μικρό δαχτυλάκι στο στόμα. Το γόνατο, το άλλο γόνατο. Γόνατα μεσημεριάτικου λουλουδιού. Έμορφη κόρη. Ελαφρό περπάτημα. Λεπτοφυής τολύπη, καπνία διασπαρμένη. Ο πόθος περισσότερος στον ίσκιο, όπου οι βάλανοι στο χώμα αλλοιώνονται. Αναγνωρίζω τον κελαηδισμό: κορυδαλλός. Είσαι πεταλούδα, λουλούδι, εύκομη, «παραθαλασσία», αιγαία, ανατολική, πολύκλωνη, πολύκαμπη, πολύανθη, μ’ ολόκληρα φύλλα, γηθωτή, ξανθιά, ξανθωπή, ανεμώνη. Γερανός, επιστρέφω, άγνος, αγνός, αιδήμων, λαγόπους. Καταπίνω την απόσταση. Το χέρι μετάβαση. Αδύνατο, απίθανο. Αφή, ορατή έννοια, ύλη, νόηση, εικόνα, εικόνιση, εικόνισμα. Βερονίκη, λονικερία, κρουκιανέλη, αγρόστεμα, στεφανωτική κορωνίδα, περιστερένια, λουλουδιά, τριγωνέλα, αστερωτή, χαρίεσσα, μελισσαντρού. Καταφύγιο ζητώ. Έσχατος, ταπεινός, φάγναλος, τραχύτριχος, γαουτίνης. Απέξω θύελλα, κεραυνοί, νεροποντή, ασάφεια στις γνώμες, στη φαντασία, μοιραίο διάταγμα, διαταγή. Συμβολικά το υπέρκοσμο φως, ουσιαστικότητα, ροπή, ριπή. Η άμαξα τρέχει από ρυτήρος στην αναζήτηση. Στη λίμνη κοντά τα δυο χέρια σφιχτοπεριπλέχτηκαν. Καθώς χτένιζες τα μαλλιά σου Αφροδίτη. Βέτη, ευφορβία, σφαιρωτή, σφαιροφόρα, μικρή ελιά φουντωμένη, αμυγδαλωτή, στενόφυλλη, μικρόφυλλη, μικρόανθη, μικρόκαρπη, συσφιγμένη. Είμαι ερωδιός, ατρίπλαξ, ρούμηξ, οποπάναξ, ελίχρυσος, σπαθωτός, λογχωτός, ταρτονράιος. Φρύνος οξύς. Κοντά μου ζωή. Θρύλος, παράδοση, αγίασμα, αξία, αγάπη, δεσμός, μορφή. Στάσου σαστικιά, αρραβωνιαστικιά, περιστερά, προποντίδα, κρημνόφυλλη, σπαρτή, αρουραία, κυρτή, κλιτή, γυρτή, λυγερή, λυγαριά, ιξωτή, ανδράχνη, περικοκλάδα, τορηλίδα, κληματίς, κληματίδα, κληματσίδα, καραμπελού, καβαλερού, γλυκοπόριχο, χοιμαλιά. Ελελιφασκόθυμος, σπρούνερ, αλέκτωρ βασιλικός, σταφυλόνικος, ορχιφόρος. Αγκάθι, αγκαθωτό, δαυκί, λάθρα, λάθυρα. Ανάμεσα κόντυλος, κοντυλόριζο. Καταγής πλαγιασμένη. Χαμαισυκή, ροδοδάφνη, ρόκα, γυνοφόρα, τρίμερη, κολπωτή. Κασέλι μικρό με τριπλή ευωδιά φυλαγμένη. Κυστίδα, γαστρίδα, δεντρωτή, φλεβωτή, αλμυρωτή, βελουδένια. Γυναίκα μου αγγίζω τον ώμο σου. Ηδύπνοη, κομψή, στρεπτή, κοιλερία, σχιστή, ωοειδής, σκληροπόα. Κριός, επιβήτωρ, κρουπινάστρο. Εκβάλιον, δίδυμο, γύνανδρο, θηλύγονο, ξυνάκι, αιματόχρωμο, υμενόνημα, ποικιλία μεταξύ μας. Μαζί μας αδενόανθος, υμενόκαρπος, αγραπίδι, αμύγδαλο, κύαμος, στάχυς. Από μας ανθρώπινη ουσία δημητριακή. Κότινος. Καλάνθρωπος. Μετεβλήθης ήμερη. Βικία, ευακία, υπόλευκη, άσπρη βοτάνη, μελόχορτο, ανθέμιο, γαλατσίδα. Ψωμί, κάτω από τη στέγη σπιτιού. Αισιοδοξία και βεβαιότητα και δύναμη και ικανότητα. Αισθανόμουν ότι θα προκόψω, ότι είμαι για πάνω, για τη ζωή. Η ηδονή με γέμιζε σφρίγος. Έστρεφα κι έβλεπα γύρω μου. Τι έμορφη είναι η φύση που έχει το πρόσωπο της γυναίκας. Έσμιγα μαζί της και με τον κόσμο, ενωμένος, αστοχούσα τη μοναξιά. Πόσα χρόνια θα ζήσουμε; Πάντοτε αγαπημένη μου. Είσαι ο Θεός μου και με καθιστάς αθάνατο. Βαδίζαμε με συμπλεγμένα τα χέρια. Δεν ένιωθα που κόντευε να νυχτώσει η Κυριακή.
(…)
Πρέπει να ξαναγυρίσω στη νύχτα. Να ξαναπώ την ιδέα ότι πρέπει να μεσολαβήσει η νύχτα. Η βασιλεία της νύχτας να κυριαρχήσει απάνω μου. Επειδή φοβούμαι ότι έχω περιπέσει σε πλατειασμούς, εκθέτοντας τα πράγματα. Κινδυνεύω να χάσω το ρυθμό του ύφους. Μου είναι δύσκολο, αδύνατο να προχωρήσω όπως παραπάνω χωρίς διακοπή. Μπορεί να το απαιτεί και το δέσιμο το συνθετικό με τις αντιθέσεις. Ακόμα νομίζω ότι δεν παρακολουθιέται σε τόση απόσταση το νόημα και θα έπρεπε να ξανατονιστεί. Πάντως δεν θα μπορούσα, εξακολουθώντας χωρίς αυτό το γύρισμα, να οργανώσω το υλικό που ξεσηκώνω από τις σημειώσεις μου. Όσο παράξενο και αν φανεί μια κι όλο το υλικό προέρχεται από προσωπική εμπειρία και βίωση, από πράγματα δηλαδή που τα ξέρω πολύ καλά και τα είδα, δεν είναι στο χέρι μου να τα εκθέσω απλά, να τα πω όπως θα μου τύχαινε. Αυτό ας μη νομιστεί ως αντίφαση μ’ ό,τι έγραψα παραπάνω, λέγοντας ότι δεν ξέρω κι εγώ ο ίδιος πώς γράφω και τι γράφω και πού τραβάω, ποιο είναι το νήμα και το νόημα που ακολουθώ. Αυτό εξηγείται με το ότι αρχίζοντας να γράφω δεν έχω υπόψη μου καμιά έννοια, που προχωρώντας αναλυτικά να την αποδείξω. Δεν κυριαρχείται από καμιάν ιδέα το λογικό μου. Επόμενα λέγω ότι δεν ξέρω. Αισθάνομαι όμως ένα ποσοστό συγκίνησης. Προσπαθώ, θέλω, πειθαναγκάζομαι από βιολογικούς λόγους που νομίζω ότι έχω εξακριβώσει. Πρόκειται για πράγματα γνωστά έως ένα αρκετά προχωρημένο σημείο στην εποχή μας. Αναγκάζουμαι να μη θέλω άλλο από το ν’ αποτυπώσω ακριβώς όπως τη δοκιμάζω μέσα μου τη συγκίνηση. Εκεί στρέφεται όλη μου η προσοχή. Στη διά μέσου του λογικού εξακρίβωση του ποσοστού της συγκίνησης. Δουλειά σεισμογράφου. Ο τυχόν μύθος και η υπόθεση απ’ αυτή την καταγραφή της συγκίνησης βγαίνει να την υπηρετεί. Επ’ αυτού μπορώ να πω: Ξέρω. Δηλαδή φροντίζω, αγωνίζουμαι να ξέρω, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Η μελέτη που κάνω εδώ ακριβώς στρέφεται, όχι δηλαδή όπως λεν στο πώς θα εκφραστώ, μόνο δηλαδή σε προβλήματα φόρμας, αλλά και στην ανάγκη που τα δημιουργεί αυτά τα προβλήματα. Και η ανάγκη αυτή βγαίνει από την παρακολούθηση των αλλοιώσεων της συγκίνησης μέσα στο χώρο των αριθμών. Χώροι αρμονίας. Γραμμή. Επιφάνεια. Όγκος. Χώρος και χρόνος. Θα αναφέρω τώρα τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, τον πρίγκιπα Μίσκιν, για να καθορίσω ακόμα περισσότερο τον τρόπο που λειτουργεί το γνωστικό μου. Κάποτε φίλοι, που μ’ αγαπούν, με κολακεύουν παρομοιάζοντάς με μ’ αυτόν τον ήρωα του μεγάλου Ρώσου. Έλεγαν ότι ακριβώς θ’ απαντούσα με τον ίδιο τρόπο, αν με ρωτούσαν και μένα τις εντυπώσεις μου, όπως αφηγήθηκε τις εντυπώσεις του από την Ελβετία ο πρίγκιψ Μίσκιν. Μέσα μου ενστερνίστηκα μ’ αγάπη, με λατρεία, το επίθετο ηλίθιος. Με γεμίζει με πίστη. Αισθάνομαι την ανάγκη του κηρύγματος, για να δώκω το περίσσευμα που δημιουργείται μέσα μου. Ω! τι αγάπη, ειρήνη και αδελφότητα βλέπω να επικρατεί. Η βασιλεία του αγαθού στον κόσμο του ηλίθιου. Αυτή ήταν ίσως η πρόθεσή μου, όταν αποφάσισα να γράψω. Είχα αντιληφθεί ότι με τα φερσίματά μου, με τους τρόπους μου γινόμουν ακατανόητος ακόμα και στην αδερφή μου, που με υπεραγαπά. Η ανικανότητά μου για δράση. Η αδυναμία μου ν’ αντέξω σ’ οποιοδήποτε έργο. Η ιδιάζουσα ψυχολογία που με άγει ν’ αποφεύγω κάθε πάλη, γιατί εκ των προτέρων βρίσκουμαι σ’ όλα νικημένος (ούτε μ’ ένα απλό παιδί μπορώ να συζητήσω, γιατί δεν βρίσκω μέσα μου για τίποτα κανένα λογικό επιχείρημα να πείσω τον άλλο. Το εναντίον τα παιδιά, που είναι μαθητές ακόμα στο Γυμνάσιο, μ’ έχουν βάλει στη θέση με χαμόγελο κοροϊδευτικό. Ψυχολογία δούλου, ταπεινού, καταφρονεμένου, σκλάβου. Έχει κοστίσει πολύ ακριβά στους τριγύρω μου, στους οικείους μου, στην κοινωνία που ζω και θα ήθελα να μπορέσω να φανώ χρήσιμος. Κάποτε ονειροπόλησα πως θα μπορούσα να γίνω μεγάλος στρατάρχης, ότι είμαι στρατηγός και μου λείπει μονάχα η δράση. Αλυσοδεμένος στη φυλακή όπως ο αντρειωμένος Αντρόνικος που πεθαίνει μέσα στο μαύρο μπουντρούμι, αλλά ο γιος του λευτερώνεται και φεύγει. Τι παλικάρι! Για να δείξουν τη ρίζα του αναφέρουν και τον πατέρα τα τραγούδια. Ο γιος του Αντρόνικου. Μεγάλος θα ‘ταν κι ο πατέρας του που δεν τον ξέρουμε παρά αιχμάλωτο. Πεθαίνει σκλάβος για να λευτερωθεί ο γιος, θα πει αυτό πως κι ο πατέρας είχε μέσα του μιαν ελευθερία. Αλλά πέρα απ’ αυτά τα μεγάλα ονειροπολήματα, στην πραγματικότητα δεν έκανα ποτέ τίποτα κι όλοι που περίμεναν κάτι από μένα διαψεύστηκαν και τυραννήθηκαν. Παρά ταύτα τη στιγμή που η αδερφή μου εξέθετε την απόψή της, εγώ, ενώ έσκυψα και παραδεχόμουνα το δίκιο της, αισθανόμουνα από μέσα μου ότι είμαι καλύτερός της, χωρίς να θέλω να το ομολογήσω, γιατί φοβόμουνα κι ήμουν γεμάτος ντροπή. Σαν να ήθελα να ρίξω λάσπη απάνω μου, «όχι» έλεγα, «δεν είμαι έτσι όπως βλέπουμαι, υπολείπουμαι. Υπολείπουμαι πολύ και δεν δικαιούμαι να υπερηφανευτώ. Θα πει πως δεν αγαπώ αρκετά ούτε την αδερφή μου για να βλέπω τον εαυτό μου καλύτερο. Όχι, δεν είμαι καλύτερος». Αλλά επειδή το αίσθημα μέσα μου, παρά όσα έλεγα, εξακολουθούσε να επιμένει το ίδιο, πήρα την απόφαση να καθίσω να γράψω όπως αισθανόμουνα τα πράγματα, ίσως για να τη βοηθήσω. Ω! αν μπορεί ποτέ αυτό να είναι βοήθεια. Πάντως ήθελα να της φανερώσω ότι την αγαπώ και να μην αποξενωθώ τελείως από τον κόσμο. Είναι όμως η φύση των όσων γράφω και τέτοιος ο χαρακτήρας μου, που προχωρώντας στο έργο, αρχίζω από λίγο και σιγά σιγά να υπερηφανεύομαι χωρίς να το καταλαβαίνω. Πλάθω όνειρα που με παρουσιάζουν θριαμβευτή. Χάρη στο βιβλίο μου αναγνωρίζουμαι μεγάλος συγγραφέας. Γίνομαι ισχυρός και πλούσιος, με γνώμη ορθή, που επιβάλλεται αμέσως και εισακούεται. Αφοσιωμένη θαυμάστρια έρχεται να μοιραστεί τη φτώχεια και τη δυστυχία μου. Έπονται οι μεγάλοι φίλοι. Ο Νεκράσωφ, ποιητής που διάβασε το χειρόγραφο του Φτωχόκοσμου, έρχεται νύχτα ακόμα, πριν καλά ξημερώσει. Ανεβαίνει τη σαθρή σκάλα που οδηγεί στη σοφίτα, όπου με τις τελευταίες δυνάμεις που συγκέντρωσε ένας άνθρωπος, έγραψε μέχρι τέλους το χειρόγραφο. Βροντά την πόρτα και ο κουρασμένος άνθρωπος την ανοίγει. Πέφτει ο Νεκράσωφ κι αγκαλιάζει το μεγάλο συγγραφέα, που ο κριτικός Μπελίνσκι, άλλος καλός φίλος, αποκαλεί καινούριο Γκόγκολ. Καινούριο Σολωμό στην Ελλάδα. Τέλος το ευτυχισμένο βασιλόπουλο, που από το ψηλό βάθρο που το ‘χουν στημένο χρυσό και λιθοποίκιλτο, με πολύτιμες πέτρες, βλέπει και συμπονεί την τριγύρω του δυστυχία, στέλνει με το χελιδόνι, που είναι φίλοι, στο φτωχό νέο που σκυμμένος σ’ ένα τραπέζι γράφει, στο φως της λάμπας που καπνίζει, αναιμικός μ’ ανακατωμένα μαλλιά, το ένα το μάτι του, σπάνιο ζαφείρι, που το χελιδόνι το ρίχνει μέσα στο βάζο, με τους χλωμούς μενεξέδες που μαραίνονταν. Ο νέος συγγραφέας, τρισευτυχισμένος, καταλαβαίνει ότι αρχίζουν να τον εκτιμούν, ότι μπορεί πια να τελειώσει το έργο του. Όταν βγήκε στο δρόμο, γέροι, άντρες τον σηκώνουν, σκύβουν και φιλούν το χέρι του. Το βράδυ κάτω απ’ το παλάτσο του, έρχονται και τραγουδούν με κιθάρες τα ποιήματά του. Τα λένε όλα και στο τέλος «ζήτω!» τον επευφημούν.
(…)
Να αναστήσω όμως τον νέο που αυτοκτόνησε τόσο απελπιστικά μονάχος, που όχι μόνον κανένας να μη βρίσκεται να σηκώσει στους ώμους του, στην εδώ ζωή, το βάρος του θανάτου του, αλλά όλοι να τρομάζουν από το ίδιο δικό τους βάρος, ζητώντας την τέρψη και τη διασκέδαση, την απάτη που μας αφαιρεί το πραγματικό μας μέγεθος; Σ΄ ένα περιβάλλον στερημένο την άφοβη γενναιότητα της αρετής, όπου κανένας δεν σκέφτεται να καταλάβει γιατί γεννήθηκε και γιατί πεθαίνει. Μόνο με την απαισιόδοξη διαπίστωση της διακοπής κυκλοφορίας του αίματος, που μας οδηγεί στο ν ‘αποφύγουμε τη μνήμη του νεκρού. Μακριά από την έννοια του καθήκοντος, που δεν επιτρέπει το ξέχασμα του κεκοιμημένου αδερφού μέσα στα χώματα, επιβάλλοντας την ανακομιδή του λειψάνου, που χαρίζει στους προσβλέποντας τη μεταβολή σε χώμα, του πηλού που χώρεσε τη ζωοδότρα πλαστουργό πνοή, το στερνό ίχνος επιγείου ομοιότητος, ώστε με άκρα ευλάβεια ευθύς μετά να περισυλλεγούν τα γεγυμνωμένα οστά προς ασπασμό και φύλαξη, εντός κατακόσμου κιβωτίου της μνήμης. Η ανάσταση μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον θα ήταν απλή αναφορά στην ιστορία, βασισμένη ίσως σ’ ενδιαφέρουσες εντρυφήσεις στους τόμους παλιών βιβλιοθηκών, με επιχειρήματα όμως που θα ήταν υστερόβουλο να τα προτάξουμε σήμερα, την ώρα που οι αισθήσεις μας φέρνουν τόσες καινούριες πληροφορίες για την καταγωγή του ανθρώπου, για την ηλικία της γης, για τα συστήματα των αστέρων, για τη μορφή του ατόμου, μονάδας της ύλης, που η μάθησή μας καταρτίζεται με βάση το πείραμα στα εργαστήρια της φυσικής, όπου κατ’ αναλογίαν προς τα φυσικά φαινόμενα, εφευρέθηκαν καινούριοι τρόποι και σχήματα προς χρήση δική μας, που ο κεραυνός, η βροχή, ο καταποντισμός, η έκλειψη του ήλιου δεν αντιπροσωπεύουν στη συνείδησή μας ό,τι και για τους αρχαίους, τώρα που, χωρίς να μπορεί να πει κανένας ότι η περιοχή του ελαττώθηκε, το σύνορο του κόσμου των θαυμάτων διώχτηκε απ’ ό,τι έως πριν νομίζαμε, που ακούμε φήμες γι’ αντιμετώπιση κι αυτού του θανάτου μέσα στα όρια της εμπειρίας.
(…)
Εκτός από κάθε επικοινωνία και σχέση, αποκλείστηκα σε μια σκοτεινή κάμαρη, όπου το ελεεινό σώμα μου σαπίζει. Πάνω στο λεπρό κεφάλι μου, αφού έριξαν συμβολικά μια χούφτα χώμα, ψάλαν τη νεκρώσιμη ακολουθία, ενώ τα μάτια μου ακόμα έβλεπαν ανοιχτά. Χωρίς σε κανέναν να είμαι ορατός, με το στόμα και τα χείλη στραβά, με τα μάτια παραμορφωμένα από τις ουλές, με ακρωτηριασμένα τα χέρια, με πεσμένα τα δάχτυλα. Ξένοι, ξένα χέρια, ξηρά μ’ ανεβάζουν προσφάγια, τροφή με την τροχαλία. Ομολογώ την ήττα μου. Λύγισα στην ανάγκη. Τσάκισα από το βάρος. Μ’ εξουθένωσε η γραμμένη μου μοίρα. Νικήθηκα, ενώ μ’ ευλάβεια, σηκώνοντας τα χέρια, ζήταγα να φανερωθεί αναστημένος ο νέος που έπλασα, προσπαθώντας νά ‘βρω το σχήμα μου, το άγνωστο, το ανύπαρκτο. Ν’ αναστήσω το νέο που θέλησα κι αυτοκτόνησε. Και ιδού εγώ είμαι τώρα εν όψει του θανάτου.
Σηκώνουμαι να κλείσω το μηχανικό διακόπτη, να βυθίσω στην πραγματική νύχτα την άραχλη κάμαρή μου. Πριν φτάσει το χέρι μου, καθώς σήκωσα το πρόσωπό μου και το βλέμμα μου, διάβασα αφηρημένα στη λάμπα του ηλεκτροφωτισμού την επιγραφή ΟΣΡΑΜ 25 Χ 220 βολτ. Ενώ μου φαινόταν ότι δεν έβλεπα παρά τη λάμπα, μια άγνωστη χαρά με πλημμύρισε. Καμπάνες, σήμαντρα σημαίναν και ακούγονταν δυνατά χωρίς εξωτερικό θόρυβο. Άνθινες καμπάνες κρεμασμένες από γιρλάντες λουλουδιών. Μια ήμερη λάμψη σαν αντανάκλαση φωτός, θαμπού κρύσταλλου που μόλις σχηματίστηκε μέσα από την άμορφη υγρασία της λεκάνης εξατμίσεως. Χρώμα λουλουδιού μισανοιγμένου με τον ερχομό της καινούριας άνοιξης. Μισόκλειστο μιλά με την ορφανή ρίζα, τον υπόγειο βολβό που τον ποτίσαν τα χιόνια, οι βροχές του χειμώνα και τον λίπανε το σώριασμα από τα φωσφορούχα οστά. Βλέπω σαν να προσαρμόστηκε το μάτι μου σε μικροσκόπιο, καινούρια ζωοπάροχη λεπτομέρεια. Έν’ αρνάκι ερχόταν κατόπι του. Ένα πουλί καθόταν στον ώμο του. Από τεφρό στρώμα σηκώθηκα. Ο πατέρας μου, όπως τον ήξερα με τα καθημερινά του ρούχα, με κρατούσε στην αγκαλιά του. Ασπάστηκα το μέτωπο που ‘χε μιαν απόχρωση πράσινη. Έναν ψιλό ίδρωτα ψυχρό, μια μυρωδιά που θύμιζε μοσκοβολιά της γης, τα ωραιότερα περιβόλια, τις λαμπρότερες άνοιξες. Ήμουν κοντά. Ένα με τον πατέρα μου. Μια καρδιά. Ένα πρόσωπο. Ένα κορμί. «Οδήγησέ με», ψιθύρισα. Εννοούσα να με πάει στην Ανάσταση του νέου που σχημάτισα. «Παιδί», μ’ αποκρίθηκε, «γιατί μόνο το καθημερινό και το εφήμερο, το απατηλό ψεύδος βλέπεις; Στράφου να ιδείς μέσα σου τις ειλικρινείς καταθέσεις της ηλικίας. Τις καταθέσεις από τα έτη των αιώνων στη γη». Πόση ευγνωμοσύνη πρέπει να αισθάνονται τα τέκνα προς τους γονείς. Ο πατέρας αρματώνει το χέρι μου με σφυρί, τον καινούριο ουρανό να στερεώσω. Λιμάνι των ψυχών. Αχώριστη χώρα. Πλατύτερο σύννεφο. Καλοκαιριάτικος ουρανός. Στέγη γαλήνης πάνω στα κεφάλια μας. Καρφώνω τ’ άσπρα πανιά, τις γαλάζιες κουβέρτες, τα σεντόνια, τις μπλάνες, τις μπαμπακούρες από τα λίκνα των βρεφών, των μικρών παιδιών. Άνοιξα το αρμάρι που είχα φυλαγμένους τους βόλους. Τους σκόρπισα κι έγιναν κόσμος. Αστέρια. Το δαχτυλίδι του πατέρα μου πέρασε σ’ ένα βόλο κι έγινε ο Κρόνος. Η γη, το τόπι μια κουδουνάρας μ’ έναν κύκλο τον ισημερινό, που τη μοιράζει σε βόρειο και νότιο ημισφαίριο. Γυρνώ, προσβλέπω τη γης. Αντικρίζω. Υψηλότερη από τους Ουρανούς, καθαρότερη απ’ τις λαμπηδόνες του Ήλιου, η μικρή Μαρία τρέχει στο δάσος με τα αθώα λουλούδια. Άσπιλη, αμόλυντη, άμωμη, ανθολογάει και τρυγάει καρπούς. Μούρα και σταφύλια και φράουλες χωνεύουν και μεστώνουν το σπλάχνο της. Ο άντρας ο χειροτέχνης, ο ξυλουργός, από το χέρι την οδηγά στη Φάτνη των αλόγων. Απάνω κάτω περπατώντας στο μακρύ διάδρομο που ανεβάζει η σκάλα, περνά τους πρώτους πόνους η Μάνα. Ύστερα πλαγιάζει στο κρεβάτι το ξέστρωτο. Τ’ άσπρο σεντόνι σημαδεύουνε βούλες κόκκινες. Η κάμαρη ζεσταίνεται σαν λουτρό. Ζεματούν νερό στη νύχτα και εξατμίζεται. Λευκοφορεμένοι, με σκεπασμένα μαλλιά, σκύβουν καθαροί να δεχτούν. Η Μητέρα της Μητέρας τυραννιέται σε φροντίδες. Στέλνουν μήνυμα στον πατέρα να ησυχάσει. Λένε πως έφεραν τα πουλιά το παιδί. Ο σοφός μελετά τον κύκλο της γονιμοποίησης στα λουλούδια. Γονατισμένος απάνω στην πέτρα προσεύχουμαι, στη γωνιά που γυρίζει ο δρόμος, στη μιαν όχθη του ποταμού. Βλέπω τη γέφυρα που μεταφέρνει αντίπερα. Ταπεινός ασπάζουμαι, του μεγαλύτερου ήρωα, του παιδιού τα πόδια, του αληθινού Λυτρωτή, του νικητή του θανάτου. Ω! παιδί, ζωντάνεψες τον πατέρα, αδέλφωσες με τη βασιλεία του Σύμπαντος το ιδιωτικό μου σχήμα.
Φως έρχεται μέσα στην κάμαρή μου. Κυμάτισμα , καμπύλη, παλμός διαφορετικός από την ευθύγραμμη αντίληψη των αισθήσεων. Επιστρέφω από τη βασιλική πύλη, στη χώρα του ήλιου που δεύτερη φορά ωριμάζει το μήλο. Από ξύλο ξηρό της δουλειάς που καθαρίζει την αμαρτία. Στις ίλινες, τις μπίλινες, στις αλαμαλακούσινες, στα μαρμαρένια τα βουνά, στους κρουσταλλένιους κάμπους. Βρίσκουμαι τριάντα ετών κι έλιωσα τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Αδύναμος, ασθενής που αναρρώνει, γιος της απώλειας, με μάγια στις διασκεδάσεις διασκεδάστηκα. Τα κομμάτια μου σκορπίστηκαν στο μέγα ρεύμα του ποταμού, στις πηγές και στις εκβολές, στο βυθό και στη μέση. Ήρθε η μάνα μου, θρηνώντας μέσα στην πλάση για την ορφάνια της. Με ψάρεψε με την απόχη που σφυρηλάτησε ο τεχνίτης. Απάνω σ’ άσπρο σεντόνι άπλωσε τα δίχως οργάνωση μέλη μου. Κλαίγοντας για το χαμένο μου κάλλος, από στάμνα πήλινη, τεφροδόχη του σώματος που καίγεται, μ’ έριξε νερό. Αριθμός, δοχείο της μονάδας, γνωρίζω την παρουσία που όλους μας ενδύνει, και διαφανής διαλύουμαι, όπως το άλας στο νερό που τα εξουδετερωμένα του ιόντα μεταδίνουν ίαμα, χώνεψη στην πηγή, και συλλέγονται, καθαρότατα σε μορφή, διά μέσου της ανόδου και καθόδου. Υπάρχω εις ό,τι με περιέχει. Η μάνα μου συλλέγει το σχήμα μου γεμάτο από τη βεβαιότητα της ανάστασης.
(…)
Στράφηκα χαρούμενος να δω. Τον αναγνώρισα. Ήταν ο νέος που αυτοκτόνησε, αναστημένος. Μαντεύοντας ό,τι ήθελα να τον ρωτήσω, να μου πει τ’ όνομά του, ψιθύρισε γλήγορα μια λέξη. Στην αρχή πριν σκεφθώ, καθώς δεν είχα προφτάσει ν’ ακούσω καλά, νόμισα ότι ήθελε να σημάνει μ’ ένα ρήμα την προγενέστερή του ύπαρξη. Ύστερα σκέφτηκα ότι ίσως ανάφερε το όνομα ενός σχολείου, που τα παιδιά διδάσκονται και παίρνουν καλή σειρά μέσα στα πλαίσια της ορθής αλληλουχίας και σχέσης. Ύστερα, επειδή υποψιάστηκα ότι η λέξη άρχιζε μ’ ένα γράμμα ρινόφωνο, σκέφτηκα μήπως ανάφερε το όνομα του αφηρημένου μεγάλου σοφού, που στον κήπο, από το πέσιμο ενός μήλου από τον κλώνο του δέντρου, σχημάτισε ένα όραμα του σύμπαντος με την έλξη της γης, τη βαρύτητα, την αμοιβαία έλξη των ουρανίων σωμάτων. Σκέφτηκα ακολούθως μήπως ανάφερε τη λέξη ναύτης, που χαρακτηρίζει τον άντρα που ανοίγεται τολμηρός απάνω στα υγρά νώτα της θάλασσας και απλώνει το στενό ουρανό της πατρίδος του σ’ όλη την υδρόγειο, φέρνοντας κατά την επιστροφή του σπίτι ξωτικούς καρπούς και προϊόντα πλούσιας συναλλαγής. Τέλος κατέληξα στην υπόθεση ότι είχε αναφέρει τη λέξη εαυτός, σαν όνομά του, αλλά με την ιδιωματική προφορά της πατρίδος μου Μακεδονίας, όπου με τον ισχυρό τονισμό τα περισσότερα τα φωνήεντα εκθλίβονται και ακούγονται τα δύσκαμπτα σύμφωνα, όπως ταιριάζει στην έκφραση ζωής που από τις πιέσεις και τους διωγμούς στράφηκε και κλείστηκε πλούσια, μυστικά κρυμμένη στον εαυτό της, εκδηλούμενη μόνο με απώτερα ξεσπάσματα. Ήταν, Ήτον, Νιούτον, Ναύτης, Νιαυτός, οι λέξεις που υπέθεσα ότι είναι το όνομα του νέου που αυτοκτόνησε και αναστήθηκε.
(…)
Σε καινούρια γη πέρασε ο νέος. Στη γη της αιωνίας ζωής αυτός που πέθανε αναστημένος. Εκεί που περπατά, πηγαίνει κοντά του και τον ανταμώνει η γυναίκα του χωρικού, που αφανής, ασυγκίνητος, μέσα στη σιωπηλή διάρκεια, μονάχος του καρφώνει για το ίδιο του το παιδί το σεντούκι. Η χωρική μεγάλη, ψηλή, με τόση αγάπη στη δουλειά που ο μεγαλύτερος βασιλέας της γης μπροστά της γονάτισε, όταν την είδε να πηγαίνει για νερό με το αγγειό στο κεφάλι, στη ράχη να κουβαλά το παιδί στην τρόκνα, από το χέρι να τραβά το άλογο να το ποτίσει, βαστώντας μαζί και τη ρόκα και κλώθοντας μαλλί με τ’ αδράχτι. Η χωρική έδωσε στο νέο ένα σύκο. Τον καρπό του δέντρου που κλείνει νόημα βαθύ, κάνοντας άνθος και καρπό στο ίδιο σχήμα. Παρακάτω πλησίασε τον νέο ένας ναυτικός, που βαριά κοπιάζοντας μαθαίνει να βρίσκει αλάθητα τη θέση του, σωστά μέσα στο ατέρμονο πέλαγος. Σίμωσε ο ναύτης κι έδωσε στο νέο ένα σφουγγάρι, δομή έμορφη και σχήμα κοινωνίας ατόμων. Έτρεξαν τότε κοντά του τα παιδιά, η Γεωργίτσα κι ο Βασίλης και τον άκουγαν να διδαχτούν. Έδειχνε προχωρώντας κι ονόμαζε τις τοποθεσίες. Περπατούσανε στην Ελλάδα. Είδε την πατρίδα του κι από μακριά τη χαιρετά. «Επισημοτάτη, περικλεεστάτη, μεγίστη, περίπυστος, λαμπροτάτη, λογίμη, περιφανής, πλουσιωτάτη, μεγαλόπολη, πρωτεύουσα, κορυφή, μήτηρ, μητρόπολη, εύανδρος, ου γαρ πόλις απλώς αλλά μακάρων γη, Θεσσαλονίκη».
Συμπληρώνοντας τώρα το σχήμα που ζητώντας μου δόθηκε να φορέσω, επιστρέφω κι εγώ στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου κατάγομαι και γεννήθηκα. Έρχομαι να τερματίσω στον τόπο της αφετηρίας μου. Πέρασα τους τρεις ποταμούς και πλησίασα προς μιαν άκρη του ημικυκλικού λιμένα, στο μυχό του κόλπου, όπου οι βόρειοι άνεμοι ανταμώνουν με τους μεσημβρινούς. Βλέπω στις υπώρειες των βουνών με τις κορυφές Πατέρα, Περιστερά, Χριστός και Αδάμ, κάτω από τα τείχη του κάστρου, αμφιθεατρικά έως τη θάλασσα όμορφα ανάμεσα στα δέντρα τα σπίτια της πόλης. Απαριθμώ τις συνοικίες και τους δρόμους. Είναι πρωί, της πόλης το πρόσωπο ξεκούραστο από τον προηγούμενο κάματο το σκεπάζουν ακόμα, με την τελευταία του ύπνου νωχέλεια, σύννεφα γεμάτα όνειρα, που μπορείς να ταξιδέψεις προς όλες τις διαστάσεις σε κάθε απόσταση. Όταν ο ήλιος ανέβηκε περισσότερο απ’ την ανατολή, φάνηκαν ρόδινοι οι καπνοί των σπιτιών. Ξυπνούσαν. Τότε θυμήθηκα τη διήγηση από ένα όνειρο που είχε δει επανειλημμένα η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, πως στο πατρικό μας σπίτι από κάτω ήταν εκκλησία θαμμένη. Της παρουσιάζονταν Σεβάσμια μορφή, που έδινε την εντολή να γκρεμίσουμε το σπίτι και να σκάψουμε, να βρούμε από κάτω την εκκλησία.
Θεσσαλονίκη, 26 Αυγούστου 1938
ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ