Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Δευτέρα 13 Απριλίου 2026 στις 09:41
Αργία σήμερα, γιορτή κιόλας, κάποιο ανάγνωσμα ταιριάζει, αλλά όχι αναγκαστικά πασχαλινό. Κάτι επετειακό ίσως. Συμπληρώθηκαν παραπροχτές 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, που βέβαια εθιμικά γιορτάζεται Κυριακή των Βαΐων, αφού τότε έγινε η έξοδος στις 10 Απριλίου 1826. Σκέφτηκα λοιπόν να βάλω μιαν αφήγηση της Εξόδου, όπως περιέχεται στα Απομνημονεύματα του Νικ. Κασομούλη.
Συνάμα θα παρουσιάσω και ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο. Ο τίτλος του είναι «Με το σπαθί εις το χέρι και με το ντουφέκι«, κυκλοφόρησε δε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2021 σε επιμέλεια του αείμνηστου Αλέξη Πολίτη.
Ο Πολίτης επέλεξε από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Κασομούλη τις σελίδες που αφηγούνται την πολιορκία του Μεσολογγίου. Γράφει και ένα επίμετρο, «Η προσωπική εμπειρία ως ιστορία». Κάνει όμως και κάτι παραπάνω ο Πολίτης: παρουσιάζει μια νέα επιμέλεια του κειμένου του Κασομούλη, που τη βρίσκω πολύ εύστοχη σαν εκδοτική επιλογή. Επίσης, έχει εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, που κι αυτό το βρίσκω εύστοχο.
Όταν έπιασα να διαβάσω την κλασική έκδοση του Κασομούλη, σε επιμέλεια του Βλαχογιάννη, σκόνταφτα συχνά επειδή ο Βλαχογιάννης έχει φορτώσει το κείμενο με δικές του επεμβάσεις που αποσκοπούν στο να το κάνουν πιο κατανοητό. Δίκιο έχει και κάνει τις επεμβάσεις, αλλά κάπου το παρακάνει -και το κείμενο παραφορτώνεται και καταλήγει να πληγώνει το μάτι στην ανάγνωση. Ο Πολίτης δίνει κείμενο σαφώς πιο ευανάγνωστο. Αυτό δεν μειώνει την αξία της δουλειάς του Βλαχογιάννη, που φυσικά την αναγνωρίζει δεόντως ο Πολίτης -των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια.
Όπως έχουμε γράψει σε παλιότερο άρθρο για τη γλώσσα του Κασομούλη, Ο Κασομούλης δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).
Θα δείτε, για παράδειγμα, να γράφει «δουφέκια». Προφανώς, δεν έλεγε «δουφέκια», ντουφέκια έλεγε. Προσπαθεί να το πει πιο επίσημα, αλλά δεν χρησιμοποιεί τον καθαρευουσιάνικο όρο, τυφέκια, που μπορεί και να μην υπήρχε τότε που γράφει (1834 δίνει την πρώτη καταγραφή ο Μπαμπινιώτης) ούτε τον τύπο «τουφέκια» που υπήρχε. Είναι δηλαδή η προσπάθειά του ένας λαϊκός καθαρισμός.
Έχει πάντως ο Κασομούλης το χάρισμα της αφήγησης. Στο κείμενο που θα διαβάσουμε υπάρχουν πολλά σημεία με ζωντανές, συναρπαστικές περιγραφές.
Διάλεξα ένα εκτενές απόσπασμα, από τη σελ. 278 έως τη σελ. 303 που τελειώνει και η παράθεση του κειμένου του Κασομούλη. Η αφήγηση καλύπτει την ημέρα της Εξόδου από το ξημέρωμα, όπως και την ίδια την Έξοδο, μέχρι που ο αφηγητής, έχοντας ανοίξει δρόμο πολεμώντας, φτάνει σε ένα σημείο όπου δεν βλέπει πια το Μεσολόγγι.
Παραθέτω το κείμενο σχεδόν ως έχει -παρέλειψα μόνο λίγες υποσημειώσεις, αλλά τις περισσότερες τις κράτησα. Πιθανό να υπάρχουν λάθη από το OCR. Ο τίτλος είναι δικός μου
Το χρονικό της Εξόδου
Ξημέρωσεν -και τι να ιδείς; Όλαι αι γυναίκες φορτωμέναι έβγαναν τα σιντούκια των εις τους προμαχώνας με τα υψηλότερα ειδίσματά των, και παπλώματα. Τούτη ήτον μία κατάχρησις ως προς το σχέδιον, και επροβλέψαμεν ότι, τρέχουσα κάθε γυναίκα [φορτωμένη] εις τον σύζυγόν της, το στράτευμα έμελλεν να ευρεθεί εμπερδευμένον.
Ο Στορνάρης, από αδυναμίαν, τον λυπούσεν να αφήσει και το ύστερον πράγμα· τα μεν ουσιώδη χαρτιά τα έβαλεν εις δύο τσάντες και τα έδωσεν τον ψυχογιόν του Κώσταν Χούτου να τα σέρνει, τα δε λοιπά τα έβαλεν όλα εις το δισάκι να τα φορτώσει εις το άλογον.
Οι στρατιώται και οι αξιωματικοί όλοι έκαμαν από μίαν τσάνταν, μόνον και μόνον να πάρουν φουσέκια μέσα, και ελάφρωναν τον εαυτόν τους από τα φορέματα. Όσοι δεν είχαν σπαθί ή γιαταγάνι έβαλαν από μίαν λόγχην επάνω εις έν κοντάρι. Όλοι έδεσαν εις τας μάχαιράς των (γιαταγάνια) και εις τα σπαθιά γαϊτάνι εις τα μανίκια, να τα βαστούν κρεμασμένα εις το χέρι, και να γιομίζουν εν ταυτώ χωρίς δυσκολίαν. Όλοι εδιόρθωσαν τα τσαρούχια τους από τες παλάσκες των Αράβων, και οι πολίται ακόμη, οι έμποροι και όσοι είχαν ευρεθεί [εις το Μεσολόγγι] μέσα.
Εκείνην την ημέραν ένας Κραβαρίτης έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευμένου και το έφαγεν. Ένας άλλος, ήρωας στρατιώτης, επήγαινεν εις την εκκλησίαν να προσευχηθεί, ενώ ανέβαινα προς τους προμαχώνας· μόλις έβαλεν το ποδάρι του εις το κατώφλιον της εξώπορτας, και πίπτει ως δένδρον καταγής. Τον πιάνω, τον τρίβω, τον παρηγορώ με την φυγήν μας, «Θα φύγομεν;» με ερωτά, «σίγουρα;». -«Σήμερον, μάλιστα» τον λέγω. Τον έφερα νερόν, έπιεν, εσηκώθη. «Αν φύγομεν σήμερον» με λέγει, «ίσως βαστάξω, ειδέ δεν δύναμαι περισσότερον».
Το μεσημέρι ειδοποίησεν η Επιτροπή τους οπλαρχηγούς να παρευρεθούν εις του Μακρή τον προμαχώνα. Εσυναθροίσθησαν ο Νότης Βότσαρης, Μήτσος Κοντογιάννης, Στορνάρης (αν και αδύνατος εισέτι), Μακρής, Βαλτινός, Τζαβέλας, Γεωργάκης Κίτσου, Κώστας Χορμόβας, Γεωργάκης Βάγιας, Θανάσης Ραζηκότσικας, Χρίστο-Φωτομάρας, Κώστας Βλαχόπουλος, Γιάννης Μπαϊρακτάρης, Μήτρος Δεληγεώργης, Γ. Καραμπίνης,
Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής, οι δημογέροντες Μισολογγιού Πάνος Παπαλουκάς, Καραπιπέρης και ο αρχιερεύς Ρωγών Ιωσήφ.
Έλαβαν υπ’ όψιν την κατάχρησιν της μετακομίσεως των ειδών των γυναικών, και εσκέφθησαν περί του σχεδίου. Λέγουν οι οπλαρχηγοί προς το μέλος της Επιτροπής: «Κύριε Παπαδιαμαντόπουλε, αποφασίσαμεν την έξοδόν μας με λύπην μας, χθες. Μας φαίνεται, ως πολεμικοί εκτελέσαμεν περισσότερον από το χρέος μας και προς το Έθνος και προς την Διοίκησιν και προς εσέ τον αντιπρόσωπόν της, με την υπακοήν μας. Είσαι μάρτυς όλων τούτων; – και είθε να σωθούμεν, να γίνεις εσύ ο διερμηνεύς εις το Έθνος μας».
«Και ως Παπαδιαμαντόπουλος», αποκρίνεται, «και ως μέλος Διοικητικόν του τόπου τούτου, εις κάθε μέρος θα φωνάζω την αλήθειαν ότι εκάμετε περισσότερον από το στρατιωτικόν χρέος σας και εις την Πατρίδα και εις τον θεόν ακόμα».
«Ειπέ μας λοιπόν, κύριε Παπαδιαμαντόπουλε, εάν είσαι σύμφωνος εις την σχεδιασθείσαν πράξιν μας να έβγομεν με έφοδον ζητούμεν έως την ύστερην ώραν και την συγκατάθεσίν σας, διότι, χρεωστούμεν σέβας εις τον αντιπρόσωπον της Διοικήσεώς μας». -«Αφού ούτως εβεβαίωσα, στρατηγοί μου, σας λέγω ακόμη ότι, και όπως θέλετε, να σας δώσω γραμμένην, ότι η πράξις σας είναι αρεστή και εις τον Θεόν και εις τους ανθρώπους».
«Πάγει καλώς…» λέγουν. «Δημογέροντες αντιπρόσωποι των Μισολογγιτών, έχετε κανένα παράπονον από ημάς; Δι’ αυτήν την απόφασιν, την στοχάζεσθε συμφέρουσαν δι’ εσάς, ή έχετε άλλον τρόπον να σώσετε τον εαυτόν σας; Ειπέτε τό μας ελεύθερα, και ημείς, οίτινες εζυμώσαμεν το χώμα τούτο με το αίμα μας -και το αίμα των εντοπίων- δεν είμεθα τόσον αχάριστοι να μη σας συντρέξομεν εις ό,τι πάλιν δυνάμεθα, και ας πεθαί- νομεν και όρθιοι από την πείναν».
[Οι] δημογέροντες κλαίγουν, και με τα δάκρυα εις τα μάτια λέγουν: «Στρατηγοί μας, οι πολίται του Μισολογγιού, οίτινες υπόφεραν τρεις πολιορκίας, και εις αυτάς συναγωνισθέντες με εσάς ένωσαν το αίμα των [με το ιδικόν σας], ποτέ δεν θέλουν αποφασίσει άλλο, παρά εκείνο οπού η γενναιότης σας αποφασίσατε. Και ο έσχατος άνθρωπος είδεν και βλέπει πόσα δεινά υποφέρετε να βαστάξομεν αυτήν την θέσιν, η οποία αν και ωφέλιμος δι’ ημάς τους εντοπίους, πλην περισσότερον ωφέλιμος ήθελεν ήτον εις το Έθνος, εάν βαστούτο.
Βλέπομεν και ημείς οι ίδιοι και όλοι οι πολιται ότι δεν δύνασθε να κάμετε περισσότερον. Ας όψονται εκείνοι οπού δεν εφρόντισαν την προμήθειαν. Οι Μισολογγίται, οίτινες είδαν τα δεινά σας ενωμένα με τα εδικά των, τίποτες άλλο δεν κάμνουν παρά να σας ακολουθήσουν μικροί-μεγάλοι, και όποιος μείνει [είθε] να ζήσει όπου και οι λοιποί συνδρόφοι των».[1]
«Τί λέγεις, άγιε Δεσπότη;» λέγουν τον αρχιερέαν. «Μάρτυρας», λέγει, «κι εγώ των αγώνων σας, θέλω ομολογήσει και εις τον Θεόν μετά θάνατον την αλήθειαν των δεινών σας και την αρετήν της φρουράς. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον… Κάμετε αρχήν, γράψετε το σχέδιον του κινήματος, δια να πληροφορηθούν όλοι τούτο, να μη γίνει καμία αταξία».
Επήρα χαρτί και καλαμάρι, εκάθισα εν τω μέσω των. Ο Δεσπότης υπαγορεύει:
Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος
Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει, μικρούς και μεγάλους, παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας, και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πατρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην, και ότι εάν μίαν ημέραν υπομείνομεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.
Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κάθε ελπίς βοήθειας και προμήθειας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν, να βαστάζομεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: η έξοδός μας να γίνει βράδυ εις τας δύο ώρας της νυκτός[2] 10 Απριλίου, ημέρα Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθει ή δεν έλθει βοήθεια. Α’. Όλοι οι οπλαρχηγοί από την δάμπιαν του Στορνάρη έως εις την δάμπιαν του Μακρή, με τους υπό την οδηγίαν των, μία κολόνα (στέλεχος), να ριχθούν (προσβάλουν) την δάμπιαν του εχθρού εις την ακρογιαλιάν, εις το δεξιόν. Η σημαία του στρατηγού Νότη Βότσαρη θέλει μείνει ανοικτή, ως οδηγός του σώματος τούτου. Ο στρατηγός Μακρής να την συνοδεύσει με ειδήμονας, οπού γνωρίζουν τον τόπον.
Β’. Όλοι οι οπλαρχηγοί από την δάμπιαν του στρατηγού Μακρή έως εις την Μαρμαρούν με τους υπό την οδηγίαν των, μία κολόνα όλοι, να ριχθούν εις τον προμαχώνα αριστερά κατά των εχθρών. Ο στρατηγός Μ άκρης, με την σημαίαν του ανοικτήν, θέλει είναι ο οδηγός του σώματος τούτου, αριστερά.
Γ’. Δια να μη μπερδευθεί το στράτευμα με τες φαμελιές, δίδεται το γεφύρι της δάμπιας του Στορνάρη, και όλοι οι φαμελίται, εντόπιοι και ξένοι, να τες συνοδεύσουν και να διαβούν απ’ εκεί. Τα δύο γεφύρια δια την δεξιάν κολόναν, και της Λουνέτας δια την αριστεράν.
Δ’ Κάθε οπλαρχηγός να σηκώνει τους στρατιώτας του, ανά έναν, ώστε ο τόπος να μη μείνει εύκαιρος έως εις την ύστερην ώραν.
Ε’. Οι από την Μαρμαρούν, άμα σκοτειδιάσει, να τραβηχθούν από ένας-ένας και να σταθούν εις την δάμπιαν του Χορμόβα.
ΣΤ’ Ο Τζαβέλας, με όλον το Βοηθητικόν σώμα, να μείνει οπισθοφυλακή- αυτός με όλους θέλει περιέλθει όλον τον γύρον του φρουρίου να δώσει την είδησιν εις όλους και να τους πάρει μαζί του.
Ζ’. Το σώμα της Κλείσοβας, οδηγούμενον από τους οπλαρχηγούς του, να εξέλθει με τα πλοιάρια, εις την μίαν της νυκτός, σιγανά, και άμα φθάσει εις την ξηράν να σταθεί έως εις τας δύο ώρας οπού θα γίνει το κίνημα απ’ εδώ, να κινηθεί και αυτό.
Η’. Ο τόπος, το σημείον της διευθύνσεώς μας, θέλει είναι ο Άγιος Συμεός. Οι οδηγοί θέλουν προσέχει να συγκεντρωθούμεν εκεί όλοι.
Θ’. Οι λαγουμτζήδες να βάλουν εις τα φιτίλια [φωτιά], λογαριάζοντες να βαστάξουν μετά την έξοδόν μας μια ώρα επέκεινα. Το ίδιον να οδηγηθούν[3] και οι εις τας πυριτοθήκας ευρισκόμενοι ασθενείς και χωλοί. Ηξεύραμεν όλοι τον Καψάλην.[4]
Γ. Επειδή θα πληγωθούν και πολλοί εξ ημών εις τον δρόμον, κάθε σύνδροφος χρεωστεί να τον βοηθεί και να παίρνει και τα άρματά του, και εάν δεν είναι εκ του ιδίου σώματος.
ΙΑ’. Απαγορεύεται αυστηρώς κανένας να μη αρπάξει άρμα συνδρόφου του εις τον δρόμον, πληγωμένου ή αδυνάτου, αργυρούν ή σιδηρούν, και φύγει. Όπου φανεί τοιούτος, μετά την σωτηρίαν μας θέλει δίδει το πράγμα οπίσω και θέλει θεωρείσθαι ως προδότης.
ΙΒ’. Οι φαμελίται όλοι, άμα προκαταλάβουν τους δύο προμαχώνας αι δύο κολόνες, θέλουν κινηθεί αμέσως, ώστε να περιστοιχισθούν από την οπισθοφυλακήν.
ΙΓ’. Κανένας να μη ομιλήσει ή φωνάξει, την ώραν της εξόδου μας, έως ότου να πέσει το δουφέκι εις το ορδί του Κιουταχή από την βοήθειαν οπού περιμένομεν και εάν, κατά δυστυχίαν, δεν έλθουν βοήθειαν, οι όπισθεν θέλουν κινηθεί αμέσως, όταν κινηθούν αι σημαίαι.
ΙΔ’ Όσοι των αδυνάτων και πληγωμένων επιθυμούν να εξέλθουν και δύνονται, να ειδοποιηθούν από τα σώματά των τούτο.
ΙΕ’. Τα μικρά παιδιά όλα να τα ποτίσουν αφιόνι οι γονείς, άμα σκοτειδιάσει.
ΙΣΤ’. Το μυστικόν θέλει το έχομεν, «Καστρινοί και Λογγίσιοι, τσικούρι και …».[5]
ΙΖ’. Δια να ειδοποιηθούν όλοι οι αξιωματικοί το σχέδιον, επιφορτίζεται ο Νικόλας Κασουμούλη, γραμματεύς του Στορνάρη, να περιέλθει από τώρα να τους το διαβάσει ιδιαιτέρως εις τον καθέναν. Εάν δε, εις αυτό το διάστημα, έξαφνα φανεί ο στόλος μας διά θαλάσσης πολεμών και νικών, να μείνομεν έως ότου ανταποκριθούμεν.
Εν Μισολογγίω, 10 Απριλίου
Προσυπεγράφησαν όλοι οι όπισθεν και αναχώρησεν ο καθείς δια την θέσιν του. Τέσσερες ώρες, έως εις τας 10/4 αφ’ εσπέρας, αγωνιζόμεσθον σχεδιάζοντες και αντιγράψοντες.
Αμέσως ξεκίνησα, και πήγα από προμαχώναν εις προμαχώναν, κατά το αριστερόν μία ώρα σχεδόν απέρασεν, και όταν έφθασα, περί τας 11, εις του Χορμόβα τον προμαχώνα, ακούσθη η παταργιά του βοηθητικού σώματος εις τον Ζυγόν επάνω. Επροσηλώσαμεν όλοι την ακοήν να ιδούμεν έως τί ποσότητα στρατεύματος είναι, και μόλις 300 δουφεκιών φωτιά ακούσαμεν. Αμέσως είπαμεν ότι μας πρόδωσαν, και καλύτερα να μη έρχονταν, ή καν να μη δουφεκούσαν.
Περιφερόμενος και κοινοποιών εις τους αξιωματικούς το σχέδιον ούτως, ενύκτωσεν, και επίστρεψα πάλιν εις του Μακρή την δάμπιαν, οπού ήσαν έτοιμοι όλοι. Άκρα ησυχία και άμιλλα– επείραζεν ένας τον άλλον γελώντες: «Ποιος ηξεύρει πού θα παίρνει η ράχη σου αέραν…».[6]
Ανέκδοτον: Ένας αξιωματικός του Στορνάρη, Αποστόλης Τζαλαχάς, 55 χρονών άνθρωπος, μικρόθεν αρματολός, βλέπων τον εαυτόν του αδύνατον να σωθεί, και έχων άρματα χρυσά και χρήματα έως 10 χιλιάδες γρόσια εις το κεμέρι, εξεζώθη ετούτα όλα και τα δίδει να τα ζωθεί και αρματωθεί ένας ανεψιός του γυμνός, Γιώτης Σεΐζη. Ενδύσας τούτον και λαβών εκείνος τα άρματα εκείνου, τον έδωσεν την ευχήν λέγων: «Παιδί μου» λέγει, «από μικρό παιδί κλέφτης και αρματολός αυτά εκέρδισα – λάβε τα· δεν τα εντρόπιασα εις κανένα μέρος. Τα γόνατά μου δεν βαστούν να τρέξω τόσον κάμπον και ανήφορον· σε τα δίδω με την ευχήν μου· έλα να σε φιλήσω, και να δώσεις εξ αυτών και δια την ψυχήν μου. Εγώ πλέον μένω να αποθάνω εδώ, όπου θέλει πλέξει το βουβάλι εις το αίμα, μετά την φυγήν σας».
Εκεί ήτον και ο Στορνάρης. Τον είπα λοιπόν ότι πηγαίνω εις την θέσιν μου, και περιμένω έως να διαβεί ο Τζαβέλας, να κινήσω· πλην εσύ να μείνεις αυτού οπού είσαι, να μη χαθούμεν. Όλοι οι οπλαρχηγοί και στρατιώται επήγαμεν και αποχαιρετίσαμεν τους συναγωνιστάς μας, φίλους και συγγενείς, πληγωμένους και ασθενείς, οίτινες με δάκρυα χαράς μάλλον χωριζόμενοι, έμειναν να πεθάνουν πολεμούντες· κανένας δεν αγανάκτιζεν, διότι ο κίνδυνος ήτον επίσης και εις αυτούς και εις ημάς. Όλοι εύχοντο την καλήν αντάμωσιν εις τον άλλον κόσμον.
Φθάνοντας εις τον Ανεμόμυλον, αμέσως επήγα, ηύρα και τον Καψάλην, εις την πυριτοθήκην εκοινοποίησα τί ώρα έπρεπεν να βάλει φωτιά· αυτός μ’ αποκρίθη ότι, «Δεν θέλω ερμηνείαν,[7] μόνον ώρα καλή σας, και όταν φθάσετε προς τον ριζόν του βουνού, ακούτε και βλέπετε τον Καψάλην σας πού θα απετά». Εις την στιγμήν απέρασεν ο Τζαβέλας από το μέρος μας, και μας ειδοποίησεν να τραβηχθούμεν διευθύνθη δε [βαδίζων] την ακρογιαλιάν, να έβγει προς την Μαρμαρούν, να συνάξει όλους γύρωθεν.
Όλα τα ανδρόγυνα εδιευθύνοντο εις την προσδιορισθείσαν γέφυραν ωσάν αρνάκια, με άκραν σιωπήν οι πατέρες με τα γιαταγάνια εις το έν χέρι κρεμασμένα, τα δουφέκια από το λουρί εις τον ώμον, και με το άλλον να βαστά ή κανέν παιδάκι του ή την σύζυγόν του, και να [πηγαίνουν]. Πολλαί γυναίκες ενδύθηκαν ανδρίκια και αρματώθησαν, και δεν εδιακρίνοντο εις το βάδισμα από τους άνδρας. Διαβαίνοντας από τον δρόμον της οικίας του Νότη, ηύρα μίαν γυναίκαν και τρεις άλλους ασθενείς Μισολογγίτας συρομένους και κυλιομένους εις την πλαταίαν. Η γυναίκα εκραύγαζεν «πού μας αφήνετε», όσον εδύνατο· οι ασθενείς έκλαιγαν. Την επίπληξα δια τες φωνές, αυτή εξακολουθούσεν εβιάσθην και την έπαισα με την λόγχην. Ακούγω μίαν φωνήν γνωστήν, «Νικολάκη, εσύ φονεύεις την μητέραν μου;». -«Ναι» λέγω, «διότι θα μας προδώσει». Εγνώρισα τον άνθρωπον, και ήτον ο ατρόμητος νέος και ήρωας πρώην σαλπικτής μας Γρηγόρης, Μισολογγίτης· τον εφίλησα με δάκρυα κι εγώ και οι συνδρόφοι, επί ποδός και με βίαν, πλην αδύνατον να βοηθηθεί. Τον παρηγόρησα, και τον είπα να κρεμάσει την τύχην του εις του θεού το χέρι, καθώς και ημείς.
Φθάσας εις το καλύβι του Μακρή, βλέπω ότι ο Στορνάρης έλειπεν εις άλλο, ενώ όλοι ήσαν έτοιμοι, διψώντες να φθάσει η ώρα. Τρέχοντας να εύρω τον Στορνάρην απαντώ τον (μακαρίτην) Κώσταν Νάστον. «Ωρέ Νικολάκη» μοί λέγει, «γεφύρια δεν επήραμεν να βάλομεν εις το αυλάκι του Ουμέρ-πασια· πώς θα περάσουν ο κόσμος λοιπόν; Τον πήραμεν εις τον λαιμόν μας». -«Τώρα μας το λέγεις;» τον λέγω· «τι έκαμες; Από τον Θεόν να το εύρεις!».
Εκεί πλησίον ήτον ο καπιτάνος Μήτρος Δεληγεώργη και ο Βασίλης Χασάπη. «Ωρέ αδελφοί» τους λέγω, «εχάθη ο κόσμος· ογρήγορα στρώματα από τες καλύβες να γιομίσομεν εις ένα μέρος το αυλάκι, διότι κανένας δεν θέλει δυνηθεί να έβγει». Ενθυμήθησαν και τούτοι ευθύς τον κίνδυνον, και ούτως αμέσως ο πρόθυμος Δεληγιώργης, Βασίλης Χασάπη και όλοι οι στρατιώται, όσοι ήμεσθον εκεί γύρωθεν, επήραμεν από έν στρώμα και το ερίξαμεν και άρχισαν όλοι οι στρατιώται να κοβαλούν, να γιομίζουν.
Πλην η ώρα η προσδιορισμένη πλησίαζεν. Η σελήνη ήτον δεκαήμερος, εις την αύξησίν της· προ μισής ώρας εσκεπάσθη με έν σύννεφον σκοτεινόν και δροσώδες· έβρεξεν ολίγον, και άρχισεν ο τόπος να γλιστρά· πλην εδοξάσαμεν τον θεόν διότι εκείνην την στιγμήν εσκέπασεν το φέγγος της σελήνης, να ωφεληθούμεν από το σκότος εις το κίνημα, πριν μας καταλάβουν. Τρέχοντες λοιπόν όλοι, εδυνήθημεν να σκεπάσομεν έως δύο οργιές τόπον.
Επίστρεψα από την γιόμωσιν του αύλακος, και ηύρα τρυπωμένον τον Στορνάρην, κατά συγκαιρίαν, εις έν καλύβι του Βασίλη Χασάπη, ομού με τους αδελφούς μου και στρατιώτας. Είδαμεν με αγανάκτησιν ένας τον άλλον. «Τί έπαθες;» μοι λέγει. -«Εγώ τι έπαθα» τον λέγω, «ή εσύ οπού αλλού έβαλες το σύνθεμα να έλθω, και αλλού πήγες;».
Ευρισκόμενοι όλοι οι Έλληνες εις το γελέκι, με το σπαθί και μαχαίρι εις το χέρι, και με το ντουφέκι, ιδού και ο Νότης. Εδιάβαινεν ερχόμενος προς την προσδιορισμένην γέφυραν. Ερώτησεν ποιος ήτον μέσα. Τον είπαμεν, ο Στορνάρης. «Σήκω», τον λέγει, «Στορνάρη· εκινήσαμεν, εις το όνομα του θεού!». Ο Στορνάρης τον αποκρίνεται, «Να περιμένομεν έως ότου να φύγουν αι γυναίκες». -«[Ημείς] κινούμεν» τον λέγει, «και όποιος έχει γυναίκα ας φροντίσει πλέον δεν γινόμεθα φύλακες των γυναικών των (“των μουνιών”) αυτήν την ώραν!». Ο Στορνάρης έφερνεν την κάπαν του μαζί του, την φλοκάταν και τα άρματά του.[8] Τον είπα να τα ρίξει να ελαφρωθεί, δεν ηθέλησεν «διότι κρυολογώ» αποκρίθηκεν.
Την στιγμήν αυτήν, ο Ιμπραΐμης έριπτεν ακατάπαυστα βόμβες εις την πόλιν, ενώ όλοι ευρισκόμεθα εις το ποδάρι· όλοι κρυφογελούσαν εννοήσαντες ότι δεν είχεν θετικήν πληροφορίαν της ώρας και του τόπου της εξόδου μας.
Φιλούντες το χώμα, αποχαιρετούσαμεν με δάκρυα μίαν θέσιν, ήτις μας εφαίνετο ότι ήτον ο Παράδεισος, και εις την οποίαν αφήναμεν τόσους ήρωας, μόλον οπού αγνοούσαμεν και ημείς την τύχην μας.
Εβγήκεν ο σημαιοφόρος, και με τους οδηγούς ομού με τον Νότην άρχισαν συγκεχυμένως πλέον να εξέρχονται, ασπαζόμενοι και αποχαιρετούντες το οχύρωμα εις την θύραν και τας βαθμίδας με αναστεναγμούς, «Αχ, Μισολόγγι, αχ, αίματα οπού εχύσαμεν άδικα…». Συγχρόνως άρχισαν και από την Λουνέταν. Οι από την Λουνέταν εξερχόμενοι εύρισκον αμέσως επίπεδον, διότι το αυλάκι τελείωνεν έως εις την άκραν του υψώματος της δάμπιας του Μακρή. Η δεξιά πτέρυγα[9] αργοπορούσεν, διότι όλοι έπρεπεν να διαβούν από το σκεπασθέν με στρώματα μέρος, το οποίον από το συχνόν πάτημα έγινεν ένα μίγμα με την λάσπην.
Ή από τον κρότον των γεφυρίων, ή διότι είδαν οι φύλακες τας σημαίας αναπεπταμένος και κινουμένας κατ’ αυτών, άρχισαν [οι εχθροί] να πυροβολούν· αμέσως οι Έλληνες, συσσωρευόμενοι, έπιπτον καταγής όλοι θλιβόμενοι ένας τον άλλον να προφυλαχθούν από τα βόλια· και ολοέν εξακολουθούσαν να εβγαίνουν. Η πεδιάς, από τες άκρες των προμαχώνων των εχθρών έως εις το αυλάκι του Ουμέρ-πασια, είχεν γιομίζει, και έπρεπεν να κινηθούν εκείνοι, δια να λάβουν καιρόν και οι όπισθεν, τους οποίους εμπόδιζεν το αυλάκι οπού έμελλον να διαβούν.[10] Το πυρ των εχθρών άρχισεν να αυξάνει από τα δύο μέτωπα και από το πλευρόν τού προς την Λουνέταν χαρακώματος· ή από απειρίαν οι Άραβες ή από φόβον δεν εσήκωναν τας κεφαλάς των να βλέπουν, να δουφεκίζουν στρωτά, αλλά έριπταν όπως εδύνατο ο καθείς, ώστε τα βόλια εσύριζαν μια οργιά σχεδόν υψηλότερα από ημάς.
Ο Στορνάρης με την κάπαν του, με την φλοκάταν του, με το ασημένιο σπαθί ζωσμένος, και με το ντουφέκι, ευρέθη εντός του αυλακιού εκείνην την ώραν· ο πλησιέστερός του ήμουν εγώ, ομού με όλους τους συνδρόφους του καταπλακωμένοι, και κατόπιν πλήθος πάλιν στρατιώται και γυναικόπαιδα. Ο Κίτσος Τζαβέλας είχεν έβγει και αυτός, πλην ευρών τον τόπον της διαβάσεως γιομάτον, εκαβαλίκευσεν και όρμησεν με τον περίφημον ίππον του να περάσει τον αύλακα· πλην δεν εδυνήθη, και ο μεν ίππος έμεινεν εντός του αυλακίου με όλα τα πολύτιμα πράγματά του, ο δε ωσάν πουλί αμέσως επήδησεν απέναντι, και εσώθη. Φωνή δεν ακούγετο καθόλου, και τούτο τρόμαζεν τον εχθρόν. Τρία τέταρτα της ώρας επεριμείναμεν καρτερούντες την «βοήθειαν» να προσβάλει το στρατόπεδον του Κιουταχή, και δεν εφαίνετο τίποτες.
Οι εχθροί, εάν και δεν ήξευραν την ημέραν και το σχέδιον, από ποιον μέρος ηθέλαμεν να έβγομεν, πληροφορηθέντες όμως θετικώς την έξοδόν μας, είχαν ενδυναμώσει και το αριστερόν, από μέρος του Κιουταχή, και το δεξιόν με τριπλασίας δυνάμεις· και επειδή άκουσαν και τον δουφεκισμόν της βοήθειας, μόλον οπού αμφίβαλλον την θέσιν της εξόδου μας, όλον το στράτευμα το είχαν έτοιμον εις τα όπλα, και πεζικόν και ιππικόν, να τρέξει εις το μέρος οπού ήθελε μας ιδούν ότι εξερχόμεθα.
Το σύννεφον, το οποίον εκάλυπτεν την σελήνην εις όλον τούτο το ολίγον διάστημα, διαλυθέν ωσάν από προσευχήν του Ιμπραΐμη εις τον θεόν, η σελήνη έφεξεν ωσάν ημέρα. Ξεσκεπασθέντες ούτω από τον ίσκιον, η περίστασις δεν καρτερούσεν να υπομείνομεν περισσότερον. Μας ειδοποίησαν οι εμπροσθινοί να ετοιμασθούμεν, διότι θα ορμήσουν…
Ετοιμάσθημεν, και με μίαν φωνήν, «Α, α, α! Επάνω τους! Πάρτε τους!». Όλοι οι Άραβες, από τα δύο οχυρώματα, εκκένωσαν τα όπλα των διά μιας και τα πυροβόλα, και εδόθησαν εις την φυγήν· εισπηδήσαντες οι εδικοί μας μέσα, τους έβαλαν εις αταξίαν, έκοψαν όσους επρόφθασεν και εδυνήθη ο καθείς από αυτούς, οι δε έφευγον, οι μεν προς την θάλασσαν, οι δε προς το στρατόπεδον, και άλλοι αναμεταξύ ημών. Δεν άκουγες άλλο αυτήν την ώραν παρά κτύπον των σπαθιών και γιαταγανιών, ωσάν εις το μακελείον.
Το πυρ άναψεν πανταχόθεν, εις όλον το στρατόπεδον. Φωνές εχθρών, κρότοι πυροβόλων, φωνές δουφεκιών – ένα μίγμα όλον δεν διεκρίνετο τίποτες. Μεθυσμένοι όλοι από μανίαν, καθένας εξ ημών κοίταζεν εμπρός να διαβεί και να διασπά τα εμπόδια. Όσοι είχανε ποδάρια, και ήσαν δυνατότεροι, επηδούσαν τον αύλακα, όσοι ήτον αδύνατοι έμειναν οπίσω. Εις την φωτιάν αυτήν, έως να φθάσομεν, ενθυμήθην την Παναγίαν και είπα, «Παναγία μου, φύλαξέ μας». Ενώ ημείς ορμούσαμεν εκεί, από όπισθέν μας τα βόλια έπιπτον ωσάν χάλαζα. Όλοι πλέον όσοι έφεραν βάρος τι, φλοκάτας ή τσάντας, το έριξαν, και γιόμισεν εκείνη η πλαταία. Εμένα με τράβηξεν ένας την φλοκάταν την άφησα, και έμεινεν με αυτήν μέσα. Αυτού μ’ έπεσεν η μία τσάντα με τα έγγραφά μου, εις τα οποία είχα και το πρωτότυπον του σχεδίου [του πρακτικού της Εξόδου], και μ’ έμεινεν εκείνη μόνον με τα φουσέκια.
Εις το αυλάκι αναβαίνοντας ο Στορνάρης, κάποιος επιάσθη από την κάπαν του να τον σύρει· αυτός, αδύνατος ών, έπεσεν ανάσκελα, άρχισεν να φωνάζει. Τον εσηκώσαμεν ευθύς, και η άμπωσις από όπισθεν μας σήκωσεν και εμένα και αυτόν εις τον αέραν, και ευρέθημεν εις το επίπεδον, οπού ορμήσαντες εις το «πυρ τάγματος» από τον προμαχώναν της ακρογιαλιάς,[11] είδα τον αδελφόν μου Μήτρον ορμούντα με το χέρι εις τα μάτια και το γιαταγάνι, και έκτοτε δεν τον ματαείδα…[12] μας άφησεν και εμένα και τους αδελφούς μου τον μεγαλύτερον πόνον εις την καρδιά, έως σήμερον, δια την γενναιότητά του και απλότητα, και ακόμη δια τα ευπροσηγορικά του και αστεία προτερήματα. Ο Ανδρέας Ίσκου γνωρίζει πόσον αστείως επεριπαίχθη μίαν των ημερών, καθώς και ο κύριος Χριστοδούλου Χατζη-Πέτρου. Είχεν ένα πλήθος αδελφοποιτούς, και ολονέν εξακολουθούσεν να κάμνει. Είχεν μανίαν να έχει όλον τον κόσμον φίλους, και κανέναν εχθρόν. Ήτον 20 χρονών τότες. Αιώνια σου η μνήμη, αυταδελφέ μου· επήγες κατά μίμησιν του πατρός μας, όστις μας ανάθρεψεν εις τα αισθήματα της ελευθερίας, και απέθανες κατά την επιθυμίαν του.
Επάνω εις την ορμήν και εις τον βρασμόν της φωτιάς, δεν ηξεύρω πώς ακούσθη μία φωνή όπισθεν ημών, «Οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!». Τούτο έκαμεν μερικούς να οπισθοδρομήσουν, ίσως να σώσουν τους άλλους. Ούτως, εξεκόπησαν από το ορμήσαν αθρόον σώμα. Λαβόντες τότες την ευκαιρίαν οι από το αριστερόν πλευράν [Αραβες], εβγήκαν από τα χαρακώματα και τους εκτύπησαν εις την γέφυραν, και ούτως όλοι οι φαμελίται, μη δυνηθέντες να διαβούν τον αύλακα τούτον, οπισθοδρόμησαν άλλοι εντός [της πόλεως] και άλλοι, μη δυνηθέντες να πηδήσουν, έμειναν μέσα εις τον αύλακα και εις τους λοιπούς τάφρους. Ημείς επηγαίναμεν [πλέον] με βήμα βραδύ. Οι [εκ της επιθέσεως] διασωθέντες [εχθροί, εξελθόντες] από τους δύο προμαχώνας, και άλλοι συναχθέντες, εσυγκεντρώθησαν, επήραν τα πυροβόλα και εμβάντες εις παράταξιν, βαδίζοντες μας ακολουθούσαν με τα πυροβόλα και με το πυρ ουλαμού.
Αι υπόνομοι εις την Μεγάλην Δάμπιαν εξερράγησαν, και ανυψώθη το πυρ έως εις τον ουρανόν.
Από το αριστερόν του [εχθρικού] φρουρίου, οπού ήσαν οι Αλβανοί, βεβαιωθέντες την έξοδόν μας από το δεξιόν [πλευρόν], εισπήδησαν μέσα [εις την πόλιν]· απαντηθέντες, ως εφαίνετο, με τους μείναντας και επιστρέψαντας, έπεσαν εις συμπλοκήν εντός του Μισολογγίου. Αι φωνές και ο δουφεκισμός ακούγετο εις όλον τον δρόμον οπού βαδίζαμεν. Μόλις απεράσαμεν έως χίλια βήματα εκείθεν από τους πρώτους προμαχώνας, και μας παρακολούθησαν οι διασωθέντες [Άραβες], χαχλιατίζοντες αραβικά·[13] εκεί απαντήσαμεν έν άλλο τάγμα ή δύο, θεμένα εις παράταξιν, τα οποία άρχισαν να μας πυροβολούν και να ορμούν καθ’ ημών. «Απάνω τους!» φωνάζουν οι Έλληνες. Εστάθησαν, και μόλις έριξαν το «πυρ τάγματος», εδόθησαν εις την φυγήν προς το στρατόπεδον. Ετούτοι, επιστρέψαντες έπειτα διαλυμένοι, χωρίς τύμπανα, μας δουφεκούσαν σποράδην, από τα πλευρά.Ούτε τα διάφορα χαρακώματα, ούτε οι βάλτοι -τους οποίους έως την μέσην χωμένοι- μας βαστούσαν. «Εμπρός!» εφώναζαυ, «τίποτες δεν είναι!». Αναγκασμένοι από την φωτιάν τούτων, πριν τους διώξομεν, δια να λάβομεν το αριστερόν τους, το οποίον ήτον προς το Βοχώρι, [ηναγκάσθημεν] να αλλάξομεν ολίγον τι την διεύθυνσίν μας, τρέχοντες μηχανικώς, έως ότου συνήλθομεν.[14] Αυτού ανταμώθημεν και με τον αυταδελφόν μου Γεώργιον, με τον οποίον είχαμεν χαθεί ένας τον άλλον εις την πρώτην ορμήν μας, και πλέον δεν εχωρίσαμεν.
Ημείς δουφεκούσαμεν ανά 10, ανά 20, όπου εβλέπαμεν [εχθρικόν] σώμα ή κανέναν κρυμμένον, οπού μας πυροβολούσεν. Ενώ μας ακολουθούσαν όλοι [οι Άραβες] με το «βήμα συγκροτεί» όπισθεν, και από το αριστερόν [οι Αλβανοί(;)] μας βασάνιζαν ακατάπαυστα ακροβολιστικώς, ακούγομεν δεξιά σάλπιγγες, φωνές, τυμπελέκια από το δεξιόν μας μέρος του Βοχωρίου (χωρίου), και [βλέπομεν] έως 500, ίσως και περισσοτέρους, ιππείς τακτικούς και ατάκτους. «Απάνω τους!» πάλιν φωνάζομεν, ενώ εκείνοι προχωρούσαν ρίπτομεν κατ’ αυτών έως 100 μόνο δουφεκιές, ορμούμεν με τα σπαθιά μόνον και γιαταγάνια· τους τρέπομεν εις φυγήν. Φεύγονες ετούτοι, ενώ ανέβαινεν το σώμα της Κλείσοβας, έξαφνα ευρέθησαν εν τω μέσω των -κτυπούνται [οι εχθροί] και από εκείνους, πίπτουν εις συμπλοκήν, και δεν άκουγες άλλο παρά φωνές, στεναγμούς και κτύποι των σπαθιών, και αναμεταξύ κανέν δουφέκι αμφοτέρων των μερών. Εδιπλώθη τέλος και τούτο το ιππικόν, μ’ όλην την προξενηθείσαν βλάβην των εδικών μας, κι εκείνων. Ακούσαντες οι παρακολουθούντες όπισθέν μας με τα πυροβόλα και τύμπανα τούτο [Άραβες], εστάθησαν έως αυτού, και σιώπησαν. (Εις αυτήν την περίστασιν έχασα τον Στορνάρην, και δεν εδυνήθην να τον ξαναϊδώ, έως την αυγήν.)
Όλα τα σώματα πλέον έγιναν ένα· αι δύο σημαίαι βαδίζοντες εμπρός με τον Μακρήν, όστις εγνώριζεν τον τόπον, και περιπατούσαν με τρόπον, ώστε δεν μας κούραζον. Ο Κυρμπαμπάς, έχων καβαλικευμένον το άλογον του καπιτάν Γεωργάκη Κίτσου -βαστών το αριστερόν μας-, απατών πολλάκις τους εχθρούς (διότι ήτον [καλός] ιππεύς), τους καλούσεν έως ότου τους έφερνεν πλησίον, και εφώναζεν, «κτυπάτε τώρα!». Ούτως εφονεύθησαν αρκετοί. Ο Κολιό-Πασχούλης, ευρισκόμενος εν τω μέσω της φάλαγγός μας, δεν ηξεύρω τί τον έκαμεν να ειπεί, «Τραβάτε ογλήγορα!», και κέντησεν το άλογόν του. Τούτο μας έκαμεν να πιλαλήσομεν ολίγον, πλην ιδόντες ότι ήτον σκοπός [του] να αποφεύγει τα βόλια, διότι εφαίνετο υψηλά [ως] ιππεύς, άρχισαν να τον υβρίζουν οι Έλληνες, και σιώπησεν.
Δεν ηξεύραμεν πλέον ποιος αρχηγός έμεινεν και ποιος μας οδηγεί. «Είδες τον Τζαβέλαν;» ερωτούσεν κανένας των συγγενών του· «είδες τον Μακρή;» άλλος, «είδες τον αδελφόν μου;» άλλος, κτλ. Μάλιστα [πολλοί(;)] έλεγαν, «είναι εμπρός· όλοι εμπρός είναι!» ελέγαμεν, και όλοι αναπαυόμασθον.
Εφθάσαμεν τέλος πάντων εις του Κότσικα το αμπέλι. Επροακούσαμεν μίαν τρομεράν προετοιμασίαν τυμπάνων πεζικού, σαλπίγγων ιππικού, τυμπλεκίων ελαφρού ιππικού, έναν κρότον από τούτα μέγαν, ερχόμενα κατευθείαν τον πλατύν δρόμον από το [εχθρικόν] στρατόπεδον προς ημάς, ενώ το ακατάπαυστον πυρ και αι φωναί εις το Μισολόγγι ηχολογούσαν, και ετρόμαζαν τον τόπον και τα βουνά. «Το αμπέλι [πιάστε], και σταθείτε να πεθάνομεν όλοι μαζί, αυτού!» εφωνάξαμεν όλοι. Ήτον περιστοιχισμένον με αύλακαν και χώμα υψωμένον ανέβημεν όλοι επάνω βοηθούμενοι ένας τον άλλον. Εκεί αναπνεύσαμεν.
Επειδή ήτον ύψος, εστρέψαμεν τα πρόσωπά μας προς το Μισολόγγι και εσιωπήσαμεν όλοι. Ενώ μας παρακολουθούσαν όλα τα σώματα πυροβολώντας μας, [ηθέλαμεν] να ιδούμεν πού διευθύνονται αι συγκεχυμένες φωνές των τύμπανων, σάλπιγγων και τυμπλεκιών. Ήτον μακράν εισέτι, και το αμυδρόν φως της σελήνης δεν έφθανεν να φωτίσει να τους ιδούμεν. Εκείνην την στιγμήν, ακούγομεν την πυριτοθήκην του Καψάλη ανάπτουσαν και υψωμένην εις τον αέραν – ώστε, φωτίσασα την πεδιάδα, είδαμεν και το μέγα σώμα ερχόμενον, φάλαγγας πεζών, ιππείς τακτικούς και ατάκτους. Επλησίασαν όλοι ομού. Δεν δύναμαι να περιγράφω το είδος τούτο, πολλάκις άκουσα τυμπλέκια· πλην τόσον, ποτέ. Όταν όρμησαν οι του ελαφρού ιππικού με το «Χάλια, χάλια, χάλια», φυσικότατον [παράγγελμα] των Δελήδων,[15] κτυπούσαν, κατά τον λογαριασμόν μας, περίπου από 150-200 τυμπλέκια· ημείς δεν είπαμεν άλλο, παρά ότι όλον το στράτευμα βαστούσεν ίσως από ένα – ίσως να μας φοβίσουν. Ενώ εκείνοι όρμησαν προς ημάς, και το τακτικόν ήρχετο με το «βήμα συγκροτεί», μία φωνή από το αμπέλι – ριπτόμεθα κάτω, ορμούμεν.
«Επάνω τους!» φωνάζομεν πάλιν. Αρχίζομεν να ντουφεκούμεν… παύουν ευθύς όλα, και τύμπανα, και σάλπιγγες, και δίδουν τα νώτα κατατσακισθέντες ποιος να πρωτοφύγει. Λαβόντες αυτήν την ευκαιρίαν ετρέξαμεν έως έν τέταρτον της ώρας, και επιάσαμεν τον ριζόν. Εκείνοι πλέον ούτε εφάνησαν. Εις ταύτην την περίστασιν άρπαξαν και δύο-τρία άλογα οι εδικοί μας από τους φονευθέντας, και εκαβαλίκευσαν. Το ένα το πήρεν ο Βακατζέλος Τζαβέλα.
Διώξαντες και ετούτους, ενομίσαμεν πλέον [ότι φθάσαντες] εις τον ριζόν ελευθερώθημεν, και εβαδίζαμεν αγάλι-αγάλι. Εκεί εστάθημεν και ήπιαμεν από έν τσιγάρον ευχαριστήσαντες τον θεόν δια το φως της σελήνης ο καθένας. Εκεί είδαμεν ότι ήλθεν ο Βαγγέλης του Μήτσου Κοντογιάννη και ηύρεν τον πατέραν του, και τον πήρεν εις τας αγκάλας, με τους στρατιώτας του. Εκεί ήλθεν κάποιος Κόρακας, Νικόλαος Κόπελος Ξερομερίτης, ο Φαραζλής του Καραϊσκάκη και ο Γιαννούσης Πανομάρας με έως 50 συνδρόφους. Ιδόντες ετούτους εκαθίσαμεν πλέον ξεμέτοχα,[16] και παρατηρούσαμεν εις το Μισολόγγι και εις την πεδιάδα.
Όλη η πεδιάς έβραζεν από την φωτιάν, έχουσαν την πηγήν της από την χώραν, η λαμπάδα του Μισολογγίου διέδιδεν το φως· εσκορπίζετο έως εις το Βασίλάδι, Κλείσοβαν και εις όλην την πεδιάδαν, και βαστούσεν έως εις ημάς. Ο παντού δουφεκισμός εφαίνετο ωσάν πλήθος κωλοφωτιών. Από Μισολόγγι ακούγετο ο βρασμός των φωνών γυναικών, δουφεκιών, πυριτοθηκών, υπονόμων – ένας συγκεχυμένος και απερίγραπτος τρομερός ήχος. Φούρνος εφαίνετο, από το ακατάπαυστο πυρ.
Ενώ εμακαρίζαμεν την τύχην μας, ότι έπαυσαν έως αυτού καν ημών των ολίγων μεινάντων τα βάσανα, «Σηκωθείτε!» μας λέγουν οι ελθόντες συνάδελφοί μας· «εγκαρδιωθείτε ακόμη ολίγον έως να πιάσομεν τον Ζυγόν, και ύστερον πηγαίνομεν σεργιανίζοντες».
Ούτως αρχίσαμεν και ετραβιούμασθον αγάλι-γάλι, έως ότου εφθάσαμεν εις μίαν χούνην, οπού εκρύφθη το Μισολόγγι από τα μάτια μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] «Ρώτησαν την ποσότητα των στρατευμάτων και πολιτών, και αποκρίθη ο Ραζηκότσικας και Δημήτριος Δεληγεώργης ότι: “Κατά τας πληροφορίας οπού ελάβαμεν προχθές, ευρίσκονται 5.500 ψυχές γυναικόπαιδα και 1.500 πολιται διάφοροι, ξένοι και εντόπιοι, οίτινες δεν φέρνουν όπλα, αλλά εμπορευόμενοι έτυχον αποκλεισμένοι. Το στράτευμα γνωρίζετε καλύτερα” λέγουν. Το στράτευμα της φρουράς πραγματικώς ήτον 3.500 ή 3.600 αυτού, εκ των οποίων 600 ήτον πληγωμένοι και ασθενείς. 3.600 στράτευμα + 1.500 διάφοροι + 5.500 γυναίκες και παιδιά = 10.600» (σημ. συγγρ.).
[2] Τούρκικη ώρα, άρα ευρωπαϊκή 8.00′ μ.μ.
[3] Να οδηγηθούν, εννοείται: να οδηγηθούν να κάνουν.
[4] Καψάλην, την τοποθεσία του σπιτιού του δηλαδή.
[5] Λέξη κακογραμμένη (σημ. Βλαχ.).
[6] Πού θα κείτεσαι νεκρός, μπρούμυτα (σημ. Βλαχ.).
[7] Ορμήνια, συμβουλές, οδηγία (σημ. Βλαχ.).
[8] Κατά την ώρα της εξόδου όλη η φρουρά έριξε τις κάπες και φλοκάτες της, και γεμάτος απ’ αυτές ο κάμπος του Μεσολογγίου παρουσίαζε παράξενο θέαμα κάτω από το φεγγάρι (σημ. Βλαχ.).
[9] Των γυναικόπαιδων, των Μεσολογγιτών και της φρουράς της Κλείσοβας (σημ. Βλαχ.).
[10] «Ο Γεωργάκης Καραμπίνης, εις την ώραν του σχεδίου, επρότεινεν να τον δώσουν 15 ανθρώπους να επιπέσει εις τον προμαχώνα, λέγων ότι παρατήρησεν ότι ήτον μόνον έως 100 Άραβες» (σημ. συγγρ.).
[11] Μόλις άρχισαν να πυροβολούν οι Άραβες, οι Έλληνες τους όρμηξαν.
[12] Δυο λέξεις κακογραμμένες (σημ. Βλαχ.).
[13] Χαχλιατίζοντες, το νόημα τής -αμάρτυρης από αλλού, όσο ξέρω- λέξης προκύπτει νομίζω από την ιαχή των Τούρκων ιππέων, «Χάλια, χάλια, χάλια», που θα την αναφέρει ο Κασομούλης παρακάτω.
[14] «Επτά πληγιές είχεν λάβει ένας Χατζη-Σάββας στρατιώτης μου, έως τότες, και μ’ έλεγεν ο δυστυχής ότι “θα βαστάξω»» (σημ. συγγρ.).
[15] Δελήδων, ντελής, ο τρελός, μεταφορικά οι ιππείς.
[16] Ξεμέτοχα, αδιάφορα (σημ. Βλαχ.). Είχανε συναντήσει πια και τους στρατιώτες του Καραϊσκάκη.