Καταγγελία Πρωτοβουλίας κατά του Αντισημιτισμού: «Ό,τι αρχίζει με τους Ισραηλινούς δεν τελειώνει με τους Ισραηλινούς»
Η διοργάνωση του Εθνικού Θεάτρου για την Ομόνοια που ακυρώθηκε κρύβει κάτι πολύ βαθύτερο
Ακύρωση της διοργάνωσης για την Ομόνοια λόγω συμμετοχής Ισραηλινού επιχειρηματία – Τι υποστηρίζει η Πρωτοβουλία κατά του Αντισημιτισμού
Στην ακύρωση ολόκληρης της διοργάνωσης «Είναι αμαρτωλή; 3 μερόνυχτα στην Ομόνοια» του Εθνικού Θεάτρου, αναφέρεται με ανάρτησή της στα social media η «Πρωτοβουλία κατά του Αντισημιτισμού».
Στην ανακοίνωση αναφέρεται πως ακυρώθηκαν μετά την «γνωστή πρακτική στοχοποίησης Ισραηλινών αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνικότητάς τους» ακόμη και πάνελ διαλόγου, φιμώνοντας έτσι όλους τους συμμετέχοντες της διοργάνωσης του Εθνικού Θεάτρου που θα συζητούσαν τα προβλήματα της περιοχής της Ομόνοιας.
Οι αντιδράσεις που αρχικά στράφηκαν κατά της συμμετοχής του Ισραηλινού επιχειρηματία Λέον Αβιγκάντ οδήγησαν τελικά στην ακύρωση ολόκληρης της διοργάνωσης, εγείροντας σοβαρά ζητήματα για την ελευθερία του διαλόγου, τη λειτουργία των δημόσιων πολιτιστικών φορέων και τα όρια των πρακτικών μποϊκοτάζ στον δημόσιο χώρο.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση: «Η υπόθεση της Ομόνοιας ανέδειξε κάτι εξαιρετικά ανησυχητικό. Όπως συμβαίνει συχνά σε κινήματα που υιοθετούν λογικές πολιτικής καθαρότητας, το πεδίο των αποκλεισμών διευρύνεται διαρκώς, απαιτώντας πλήρη πολιτική συμμόρφωση. Η στοχοποίηση δεν περιορίστηκε στους αρχικούς στόχους της εκστρατείας, αλλά επεκτάθηκε σταδιακά σε κάθε πρόσωπο, καλλιτέχνη ή φορέα που αρνείται να συμμορφωθεί πλήρως με τις απαιτήσεις της. Ακόμη και άνθρωποι που έχουν καταγγείλει τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και πρόσωπα που υιοθετούν το αφήγημα περί «γενοκτονίας», βρέθηκαν και αυτοί στο στόχαστρο και τους στερήθηκε το δικαίωμα λόγου».
Ολόκληρη η ανάρτηση της Πρωτοβουλίας κατά του Αντισημιτισμού:
ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ, ΑΚΥΡΩΣΗ, ΦΙΜΩΣΗ: ΟΤΙ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΥΣ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΥΣ – Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ «ΟΜΟΝΟΙΑΣ»
Πριν δύο εβδομάδες, εξαιτίας μιας, κυριολεκτικά, χούφτας «ακτιβιστών», ματαιώθηκε μια προγραμματισμένη πολιτιστική διοργάνωση του Εθνικού Θεάτρου σχετικά με την περιοχή της Ομόνοιας. Πρώτα ήρθε η αποπομπή προσώπου, μετά η ακύρωση δράσεων και τελικά η ακύρωση ολόκληρης της διοργάνωσης, ακόμη και πάνελ διαλόγου, φιμώνοντας έτσι όλους τους συμμετέχοντες που θα συζητούσαν τα προβλήματα της περιοχής της Ομόνοιας.
Αναφερόμαστε στην ακύρωση της διοργάνωσης «Είναι αμαρτωλή; 3 μερόνυχτα στην Ομόνοια» του Εθνικού Θεάτρου, ένα ακόμη επεισόδιο της γνωστής πρακτικής στοχοποίησης Ισραηλινών αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνικότητάς τους. Στο επίκεντρο αρχικά βρέθηκε ο Ισραηλινός επιχειρηματίας Λέον Αβιγκάντ και η αλυσίδα Brown Hotels, με αποτέλεσμα όχι μόνο την αποπομπή του από δημόσια συζήτηση, αλλά τελικά την ακύρωση μιας ολόκληρης πολιτιστικής διοργάνωσης που σχεδιαζόταν επί μήνες.
Η συγκεκριμένη εκδήλωση (22-24 Μαΐου) ήταν μέρος μιας ευρύτερης έρευνας του Πρόδρομου Τσινικόρη για την Ομόνοια και περιλάμβανε συζητήσεις, ξεναγήσεις, προβολές και καλλιτεχνικές δράσεις. Αρχικά υπήρξαν αντιδράσεις για τη συμμετοχή του Λέον Αβιγκάντ, ιδρυτή των Brown Hotels, σε δημόσια συζήτηση με τίτλο «Σε ποιον ανήκει η Ομόνοια;». Κατόπιν, αποσύρθηκε η συμμετοχή του και ακυρώθηκαν οι δράσεις που θα φιλοξενούνταν σε χώρους της αλυσίδας ξενοδοχείων.
Όμως η εκστρατεία δεν σταμάτησε εκεί. Μετά την υποχώρηση του Εθνικού Θεάτρου, το αίτημα διευρύνθηκε με την απαίτηση να διακοπούν συνεργασίες, να πάρουν θέση οι καλλιτέχνες και να αποστασιοποιηθούν γενικότερα οι φορείς που συμμετείχαν. Έτσι, η λογική του αποκλεισμού δεν σταμάτησε στον αρχικό (Ισραηλινό) στόχο της αλλά προσπάθησε να επηρεάσει ολόκληρο το δίκτυο ανθρώπων και φορέων που συνδέονταν με την εκδήλωση. Σαν η διοργάνωση να είχε αποκτήσει ένα είδος συμβολικής μόλυνσης από την προηγούμενη σύνδεσή της με μια ισραηλινή εταιρεία. Σαν να μην αρκούσε απλώς η διακοπή της συνεργασίας, αλλά έπρεπε τελετουργικά να εξαφανιστεί κάθε ίχνος της εκδήλωσης και να κατατεθούν δηλώσεις μετάνοιας.
Στις 24 Μαΐου το απόγευμα, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η πρώτη προγραμματισμένη συζήτηση του τριημέρου των δράσεων στην πλατεία Ομονοίας, με θέμα «Ομόνοια: αορατότητα, επιβίωση και δικαίωμα στην πόλη», θα μιλούσαν οι Μάριος Ατζέμης (αναπληρωτής πρόεδρος του ΑΘΗΝΑ ΥΓΕΙΑ), Άννα Κουρουπού (διευθύντρια του Red Umbrella Athens), Μιχάλης Σαμόλης (πωλητής του περιοδικού «Σχεδία»), Τάσος Σμετόπουλος (ιδρυτής και συντονιστής των δράσεων δρόμου STEPS) και η Μίνα Φούντζουλα, αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Λίγα λεπτά πριν από την έναρξη της δημόσιας εκδήλωσης, μια ολιγομελής ομάδα ατόμων διέκοψε τη συζήτηση και φώναζε προς τους ομιλητές «δολοφόνοι» και «συνεργοί δολοφόνων». Εν τέλει, η συζήτηση αλλά και το τριήμερο ακυρώθηκαν ολοκληρωτικά και οι μόνοι που κατάφεραν να ακουστούν ήταν οι φωνασκούντες «ακτιβιστές». Χαρακτηριστικά, η Άννα Κουρουπού αναφέρει:
«Δεν υπήρχε καμία δυνατότητα διαλόγου. Δεν μας άφηναν. Ήδη είχαν ακυρωθεί οι performances στο Brown, και αυτό με είχε βρει σύμφωνη, αλλά τα παιδιά αυτά δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα. Εγώ δολοφόνος; Εγώ; Ο Μάριος Ατζέμης δολοφόνος; Ο Μάριος; Ξέρετε τι έχει περάσει αυτός ο άνθρωπος και τι έχει κάνει για την κοινότητα;»
Η υπόθεση της Ομόνοιας ανέδειξε κάτι εξαιρετικά ανησυχητικό. Όπως συμβαίνει συχνά σε κινήματα που υιοθετούν λογικές πολιτικής καθαρότητας, το πεδίο των αποκλεισμών διευρύνεται διαρκώς, απαιτώντας πλήρη πολιτική συμμόρφωση. Η στοχοποίηση δεν περιορίστηκε στους αρχικούς στόχους της εκστρατείας, αλλά επεκτάθηκε σταδιακά σε κάθε πρόσωπο, καλλιτέχνη ή φορέα που αρνείται να συμμορφωθεί πλήρως με τις απαιτήσεις της. Ακόμη και άνθρωποι που έχουν καταγγείλει τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και πρόσωπα που υιοθετούν το αφήγημα περί «γενοκτονίας», βρέθηκαν και αυτοί στο στόχαστρο και τους στερήθηκε το δικαίωμα λόγου. Η Εφημερίδα των Συντακτών, η οποία με σειρά άρθρων έχει συμβάλλει στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος, περιέγραψε το περιστατικό ως μια «δημόσια ανθρωποφαγία».
Το πρώτο πολιτικό ερώτημα που προκύπτει αφορά το Εθνικό Θέατρο, το οποίο δεν είναι ένας ιδιωτικός πολιτιστικός οργανισμός αλλά εποπτευόμενος φορέας του Υπουργείου Πολιτισμού, δηλαδή της ίδιας της ελληνικής πολιτείας. Μέχρι πότε λοιπόν η πολιτεία θα παρακολουθεί σιωπηλά τον αποκλεισμό Ισραηλινών από τον δημόσιο και πολιτιστικό χώρο λόγω της εθνικής τους ταυτότητας; Πότε θα τοποθετηθεί απέναντι σε πρακτικές που, ανεξάρτητα από το πολιτικό τους προσωπείο, αντιμετωπίζουν ανθρώπους ρατσιστικά εξαιτίας της καταγωγής ή της υπηκοότητάς τους;
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την ίδια την επιχειρηματολογία των οργανώσεων μποϊκοτάζ, η οποία συνδέει τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της Ομόνοιας αποκλειστικά στην ισραηλινή προέλευση του επενδυτικού κεφαλαίου, αποδίδοντας σε αυτό έναν σχεδόν εγγενώς αρνητικό και επιβλαβή χαρακτήρα. Η λογική αυτή θυμίζει επικίνδυνες ιστορικές παραδόσεις της Ευρώπης, όπου το «εβραϊκό κεφάλαιο» δεν αντιμετωπιζόταν ως μία ακόμη μορφή κεφαλαίου, αλλά ως κάτι ιδιαίτερο, ξένο, παρασιτικό και ηθικά διεφθαρμένο. Από τον αντισημιτισμό του 19ου αιώνα μέχρι την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα, η οικονομική δυσφορία και οι κοινωνικές αντιθέσεις συχνά προσωποποιούνταν στον «παγκόσμιο Εβραίο», ένα μοντέλο σκέψης που φαίνεται δυστυχώς να επιστρέφει στον πολιτικό λόγο, τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Αφού λοιπόν τα κινήματα αυτά καταγγέλλουν μια επένδυση πρωτίστως επειδή είναι ισραηλινή και όχι λόγω συγκεκριμένων πρακτικών που θα καταγγέλλονταν ανεξαρτήτως εθνικότητας του επενδυτή, τότε ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα για το αν η κριτική αφορά πράγματι οικονομικές πολιτικές ή αν αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα για περαιτέρω εθνική δαιμονοποίηση των Ισραηλινών.
Τέλος, η τρίτη και ίσως πιο ανησυχητική διαπίστωση αφορά την ίδια τη φύση του «φιλοπαλαιστινιακού» κινήματος μποϊκοτάζ και αποκλεισμού. Ένα κίνημα που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των Παλαιστινίων ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε μηχανισμό πολιτικής πειθάρχησης, φίμωσης και αποκλεισμού, που δεν διστάζει να κανιβαλίσει ακόμη και τους ίδιους τους υποστηρικτές του, όταν αυτοί δεν ευθυγραμμίζονται και δεν συμμορφώνονται απολύτως με τις απαιτήσεις και τις επιταγές του.
Σήμερα, δυστυχώς, το μίσος απέναντι στους Ισραηλινούς και τους Εβραίους αποτελεί μία από τις πιο κοινωνικά ανεκτές μορφές ρατσισμού. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο ρατσισμός, η ρητορική μίσους και ο αντισημιτισμός δεν αποτελούν απλώς επιθέσεις εναντίον συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων, αλλά εργαλεία υπονόμευσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και της ίδιας της δημοκρατικής συνύπαρξης. Αναπόφευκτα, οι φορείς του ρατσιστικού αποκλεισμού θα διευρύνουν διαρκώς τον κύκλο των εχθρών τους, καθώς η ίδια λογική που στράφηκε αρχικά εναντίον των Ισραηλινών μπορεί να στραφεί και εναντίον οποιουδήποτε.
