Αργυρώ Χιώτη: «Δημόσιο θέατρο σημαίνει προσβασιμότητα, λογοδοσία, συμμετοχή»
Έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου μιλά για τις προκλήσεις, τις φιλοδοξίες και το όραμά της για έναν χώρο πιο ανοιχτό, πολυφωνικό και εξωστρεφή.
Facebook Twitter Για την καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου οι λέξεις χρόνος, πίστη, υπομονή, συνεργασία έχουν μεγαλύτερη σημασία από μια πρόσκαιρη επιτυχία. Αυτές πιστεύει ότι μπορούν να αποτελέσουν παρακαταθήκη και να δώσουν στίγμα στο πρώτο θέατρο της χώρας.
Έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η Αργυρώ Χιώτη μιλά για την εμπειρία, για ικανοποιήσεις και δυσκολίες, για τις σχέσεις της με τους δημιουργούς και τους ανθρώπους του Εθνικού και για τους στόχους που έχει θέσει για ένα θέατρο ανοιχτό, πολυφωνικό, εξωστρεφές και υψηλής αισθητικής.
― Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που ανέλαβες την καλλιτεχνική διεύθυνση στο Εθνικό Θέατρο, μια χρονιά που πήγε πολύ καλά, όπως είπες και στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του προγράμματος.
Ο πρώτος χρόνος ήταν κυρίως μια χρονιά θεμελίωσης. Ανέλαβα με την πρόθεση να ανοίξουμε έναν νέο κύκλο για το Εθνικό Θέατρο, να δημιουργήσουμε συνθήκες καλλιτεχνικής πολυγλωσσίας, ουσιαστικής εξωστρέφειας της θεατρικής δράσης του Εθνικού, πυροδότησης της σκέψης, της γραφής, της δημιουργικής διαδικασίας, και να προτείνουμε θεατρικές εμπειρίες δυναμικές, μοναδικές, πάντα σε συνομιλία με το τώρα μας αλλά και με την ιστορική ευθύνη του οργανισμού.
― Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση;
Θελήσαμε να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση ενός οικοσυστήματος πολυδιάστατου, εστιάζοντας με φροντίδα σε κάθε πεδίο του, ξεκινώντας από υψηλού επιπέδου παραγωγές που πρότειναν δημιουργοί με ιδιαίτερη δυναμική. Με ανανεωτική ματιά σε κλασικά έργα, θεατρική εμπειρία μέσα από τη διακαλλιτεχνικότητα, την εμπειρία της σύγχρονης ελληνικής γραφής αλλά και ισότιμων συμπαραγωγών ή συνεργειών με φορείς στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, ενισχύοντας το διεθνές αποτύπωμα του Εθνικού, με εστίαση στη διαδικασία και την έρευνα στην Πειραματική, ενίσχυση των κοινωνικών δράσεων του Εθνικού αλλά και της προσβασιμότητας στις παραστάσεις μας. Ένα παράδειγμα είναι οι «Τρωάδες», η δεύτερη φετινή παραγωγή μας στην Επίδαυρο, μια παράσταση στην οποία συνυπάρχει ένα σύνολο ερμηνευτών με ή χωρίς αναπηρία, ένα εγχείρημα που μόνο ένα Εθνικό Θέατρο θα μπορούσε να τολμήσει. Μάλιστα, θα κάνει πρεμιέρα σε έναν συμβολικό χώρο μεγάλης σημασίας.
«Θέλω ένα Εθνικό Θέατρο ανοιχτό, που να συνομιλεί με την παράδοση χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν, που να στηρίζει τη νέα δημιουργία και να λειτουργεί ως χώρος συνάντησης διαφορετικών αισθητικών, γενεών και κοινοτήτων».
― Έχοντας βάλει τις βάσεις σας, σε ποιο σημείο βρίσκεστε;
Το Εθνικό Θέατρο είναι ένας οργανισμός που απαιτεί συνέπεια, χρόνο και διαρκή ανανέωση. Τον δεύτερο χρόνο θέλουμε να εμβαθύνουμε σε όσα ξεκινήσαμε, να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο τις συνεργασίες μας, να επενδύσουμε στη νέα δημιουργία και να διευρύνουμε την εμπειρία και την πρόσβαση του κοινού στο θέατρο. Πλέον υπάρχει μια δυναμική που μας επιτρέπει να προχωράμε με αισιοδοξία. Δεν αισθάνομαι ότι έχουμε ολοκληρώσει κάποιο σχέδιο. Αντιθέτως, αυτή η δεύτερη χρονιά που ξεκινά έρχεται να δώσει συνέχεια σε όσα ξεκίνησαν και να εμβαθύνει.
― Ποια θεωρείς επιτυχία της πρώτης χρονιάς;
Μιλώντας με αριθμούς, την προσέλευση και την ανταπόκριση του κόσμου. Θα έλεγα όμως ότι η μεγαλύτερη επιτυχία της πρώτης χρονιάς ήταν ότι καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα κλίμα εμπιστοσύνης γύρω από το νέο καλλιτεχνικό στίγμα του Εθνικού Θεάτρου. Ένα πιο διευρυμένο κοινό αγκάλιασε τις παραγωγές μας, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα και το κέντρο εστίασης, οι καλλιτέχνες ανταποκρίθηκαν με γενναιοδωρία στις συνεργασίες που προτείναμε και άρχισε να εδραιώνεται η αίσθηση ότι το Εθνικό είναι ένας ανοιχτός, ζωντανός αλλά και λειτουργικός οργανισμός που συνομιλεί με την εποχή του, ακούει, προτείνει, εκπλήσσει, διευρύνει. Το κοινό ερχόταν και γέμιζε και τις παράλληλες δράσεις, τις συζητήσεις, τα εργαστήρια, τις συναντήσεις με καλλιτέχνες. Αυτή η ενεργή συμμετοχή δείχνει ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως δημόσιος χώρος, ότι οι άνθρωποι, κάτοικοι της πόλης ή επισκέπτες, θαμώνες του θεάτρου ή πιο «ειδικοί» θεατές, αναζητούν καλλιτεχνικά ερεθίσματα νέα, ιδιαίτερα, δυναμικά, προτάσεις που να προκαλούν την εμπιστοσύνη.
Facebook Twitter ― Και το μεγαλύτερο λάθος;
Δεν μπορώ να μιλήσω για κάποιο συγκεκριμένο «λάθος», γιατί κάθε δημιουργική διαδικασία εμπεριέχει μετατοπίσεις, αναρωτήσεις, ανασχεδιασμούς. Διαρκώς επιστρέφουμε σε αποφάσεις, συζητήσεις ή συναντήσεις μας. Κάποιες επιλογές χρειάζονται χρόνο για να δοκιμαστούν, να ανθήσουν ή να αποτύχουν. Προσπαθώ να μη βιάζομαι, να μη βιαζόμαστε για τίποτα, να εξετάζουμε πολύπλευρα και σε βάθος τα πράγματα. Ξέρετε τι είναι λάθος; Να θεωρήσουμε ότι κάποιες πρωτοβουλίες ή αλλαγές μπορεί να συμβούν γρήγορα ή εύκολα. Πήραμε ένα πολύτιμο μάθημα, η πίστη ή η τόλμη δεν αρκούν, χρειάζεται συχνά και χρόνο, διάλογο, υπομονή και ακόμα μεγαλύτερο σεβασμό σε κάποιες διαδικασίες του οργανισμού που μπορεί να μοιάζουν λίγο πολύπλοκες αλλά είναι και αναγκαίες.
― Υπήρξε κάτι που σχεδιάσατε και αναθεωρήσατε; Τι ήταν αυτό;
Δεν με προβληματίζει η αναθεώρηση, τη θεωρώ αναγκαίο μέρος της διαδικασίας. Πολλά θέλουμε ή σχεδιάζουμε ή προτείνουμε και στη συνέχεια τα αναθεωρούμε, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Όταν ακούς τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεσαι και παρακολουθείς τις ανάγκες του κόσμου, του κοινού, σε συνδυασμό με δεδομένα έμψυχου δυναμικού, οργανογραμμάτων, καιρού, επικαιρότητας ή οτιδήποτε άλλο, τότε αναθεωρείς συνεχώς. Μου μοιάζει υγιής διαδικασία για ένα ζωντανό και σύγχρονο οργανισμό τέχνης. Μέσα από την εμπειρία της πρώτης χρονιάς επανασχεδιάσαμε τον τρόπο λειτουργίας της Πειραματικής Σκηνής, κρατώντας τα στοιχεία που από κοινού με τους δύο υπεύθυνους προγραμματισμού της, τη Νεφέλη Μαϊστράλη και τον Ακύλλα Καραζήση, συμφωνούμε ότι έχει νόημα να επαναφέρουμε, όπως η λειτουργία της «ανοιχτής πρόβας» ή δημιουργικές διαδικασίες που προκύπτουν από τη συλλογικότητα, με διαφορετικούς τρόπους και δρόμους. Περνάμε σε πιο μακράς διάρκειας έρευνα, δίνουμε χρόνο σε τρεις μόνο ομάδες να δημιουργήσουν τρεις ξεχωριστές παραστάσεις μέσα στη χρονιά. Επίσης επιστρέφουμε στην ανάγκη του θεατρικού έργου, το οποίο και προσεγγίζουμε με τρεις διαφορετικούς τρόπους: μέσα από πιο ελεύθερη δραματουργία πάνω σε κλασικό κείμενο, μέσα από συγγραφή νέου ελληνικού έργου και μέσα από ανέβασμα ήδη υπάρχοντος νέου έργου. Επίσης επανασχεδιάζουμε το Μικρό Εθνικό, προτείνοντας ένα σύστημα εργαστηρίων –λιγότερων αριθμητικά– πολυμορφικό και πολυδιάστατο, σε άμεση συνομιλία με τις θεματικές των παραστάσεων, διακαλλιτεχνικό, διαγενεακό και συνειδητά εξωστρεφές.
― Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντήσατε;
Υπήρξαν δυσκολίες, ακόμα και τεχνικές, που έπρεπε να βρεθεί τρόπος να τις διαχειριστούμε γιατί είναι ευθύνη μας να λειτουργεί το θέατρο με ασφάλεια. Μία ακόμα δύσκολη στιγμή ήταν η διεξαγωγή των παράλληλων σε παραγωγή μας δράσεων στην ευρύτερη γειτονιά του θεάτρου και συγκεκριμένα στην Ομόνοια. Το Εθνικό Θέατρο θέλησε να παρουσιάσει ένα τριήμερο δράσεων, ως μέρος της πολύμηνης έρευνας του δημιουργού Πρόδρομου Τσινικόρη για τη γειτονιά του θεάτρου και την ευρύτερη περιοχή της Ομόνοιας. Ήταν μια καθαρά καλλιτεχνικής φύσης δράση, βασισμένη σε συζητήσεις και γόνιμο διάλογο για τη γειτονιά. Χρειάστηκε όμως μια πολύ δύσκολη, επίπονη διαχείριση, με τον επανασχεδιασμό της δράσης να είναι επιβεβλημένος, προφανής και αναγκαίος. Διότι αντιληφθήκαμε ότι οι βασικοί κανόνες διαλόγου που θεωρώ ότι οφείλει να πρεσβεύει ένας φορέας πολιτισμού –και είναι ο σεβασμός, η ασφάλεια, η ελευθερία, το πλαίσιο– ήταν αδύνατον να διασφαλιστούν. Το Εθνικό Θέατρο, μέσα από τις παραστάσεις αλλά και την όποια δράση του προτείνει μια ποιότητα σχέσης και επικοινωνίας – το επιχειρεί τουλάχιστον, άμεσα και έμμεσα. Όταν η ίδια η πρόθεση της δράσης κινδυνεύει να διαστρεβλωθεί πλήρως, ακυρώνεται και το ίδιο το νόημά της. Εκεί έγκειται η ουσία για μένα. Ένας σύγχρονος δημόσιος φορέας πολιτισμού οφείλει να ακούει, να αφουγκράζεται την κοινωνία και να πορεύεται αναλόγως. Στους καιρούς που ζούμε, θα σκεφτούμε διπλά την επόμενη φορά για το αν έχει νόημα, και με ποιον τρόπο, να συμβεί το οτιδήποτε σε ανοιχτό δημόσιο χώρο.
Facebook Twitter ― Το θέατρο πρέπει να παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο για τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και πώς;
Το θέατρο ήταν και είναι εξ ορισμού χώρος δημόσιου διαλόγου. Συνομιλεί με τα κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα της εποχής του και ανοίγει πεδία σκέψης και προβληματισμού. Η δύναμή του βρίσκεται στην πολυφωνία, στην πολυπλοκότητα, στην ικανότητά του να φωτίζει διαφορετικές οπτικές, στη μετατόπιση. Μπορεί να θέτει δύσκολα ερωτήματα, να αναδεικνύει αθέατες πλευρές της πραγματικότητας, να δημιουργεί χώρους συνάντησης και συζήτησης ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες και απόψεις, πάντα μέσα από κάποιου είδους διαμεσολάβηση, μέσα από τα έργα, μέσα από την ομορφιά, μέσα από την ποίηση. Το θέατρο οφείλει να αγγίζει πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα όχι με την έννοια της επικαιρότητας, αλλά μέσα από τη βαθιά υπαρξιακή τους διάσταση. Ιδιαίτερα για έναν δημόσιο θεσμό όπως το Εθνικό Θέατρο, η ευθύνη δεν είναι να εκφράζει μία συγκεκριμένη θέση αλλά να διασφαλίζει ότι η τέχνη παραμένει ένας ανοιχτός τόπος ελευθερίας, κριτικής σκέψης και δημοκρατικού διαλόγου. Σε μια εποχή έντονων κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών, πόλωσης και ανασφάλειας, θεωρώ ότι αυτός ο ρόλος είναι παραπάνω από πολύτιμος. Πολλές από τις επιλογές του προγράμματός μας φέτος βαίνουν σε αυτήν την κατεύθυνση, μιλούν δηλαδή για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα μέσα από προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα και δυναμικό λόγο.
― Πόση εξουσία έχει ο καλλιτεχνικός διευθυντής;
Μου είναι ξένη η λέξη «εξουσία», δεν θα ήθελα να σταθώ σε αυτήν. Ο καλλιτεχνικός/-ή διευθυντής/-ρια έχει ευθύνη, ο λόγος του/της έχει επιρροή, ή συνέπειες, τον/την ακολουθεί μια γενικευμένη προσμονή, συχνά του/της ζητούνται «μετ’ επιτάσεως» αποφάσεις ή δράσεις· θα έλεγα κυρίως ότι μπορεί να εμπνεύσει, να παρασύρει, να δώσει τον τόνο, να καθοδηγήσει, να ορίσει δηλαδή την ποιότητα της συνεργασίας και της λειτουργίας. Πρακτικά μιλώντας, έχει την ευθύνη του καλλιτεχνικού οράματος, του προγραμματισμού και των στρατηγικών επιλογών ενός οργανισμού, όμως αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό, οικονομικό και διοικητικό πλαίσιο, και πάντα σε συνεργασία με το Διοικητικό Συμβούλιο του οργανισμού, το οποίο και βαραίνουν υψηλής ευθύνης αποφάσεις και πρακτικές.
― Πώς ελέγχεστε;
Στην περίπτωση ενός δημόσιου οργανισμού όπως το Εθνικό Θέατρο, υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα λογοδοσίας και ελέγχου. Υπάρχουν οι θεσμικές διαδικασίες, η οικονομική εποπτεία, οι διοικητικοί μηχανισμοί αλλά και η ευθύνη απέναντι στους πολίτες, στους καλλιτέχνες και στην πολιτιστική κοινότητα. Τέλος, δεν είναι τυχαίος ο όρος «εποπτευόμενος φορέας του υπουργείου Πολιτισμού». Η συνεργασία με το υπουργείο, τόσο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης όσο και όλων των μονάδων του θεάτρου, είναι καθημερινή και πολυεπίπεδη. Με τους ανθρώπους του υπουργείου και ιδιαίτερα με την υπουργό Λίνα Μενδώνη έχουμε μια αρμονική συνεργασία, δείχνει εμπιστοσύνη στο καλλιτεχνικό μας έργο και την ευχαριστώ και δημοσίως. Σε έναν πολιτιστικό οργανισμό, η πραγματική επιτυχία δεν προκύπτει από την εξουσία ενός προσώπου, αλλά από την ικανότητά του να εμπνέει και να δημιουργεί συνθήκες συνεργασίας, εμπιστοσύνης και συλλογικής δημιουργίας.
― Οι νέοι καλλιτέχνες έχουν ευκαιρίες να εκφραστούν μέσα στο Εθνικό;
Ο προγραμματισμός που μόλις υλοποιήσαμε τη χρονιά που πέρασε, και ακόμα περισσότερο ο προγραμματισμός της ερχόμενης θεατρικής περιόδου, απαντάει πολύ καθαρά στο ερώτημα. Η συντριπτική πλειονότητα των καλλιτεχνών που τον απαρτίζουν συνεργάζονται με το Εθνικό Θέατρο για πρώτη φορά. Έγινε ένα πολύ μεγάλο άνοιγμα, σε όλες τις σκηνές και για κάθε κλίμακας παραγωγή. Όπως είναι φυσικό, οι νέες/νέοι δημιουργοί, είτε ηλικιακά είτε σε σχέση με την πρόσβασή τους στο Εθνικό, φέρνουν και συνεργάτες, συντελεστές αλλά και ηθοποιούς που συνεργάζονται για πρώτη φορά με τον οργανισμό. Φέτος έρχονται ο Κωνσταντίνος Ντέλλας, η Αικατερίνη Παπαγεωργίου και ο Χάρης Φραγκούλης.
Facebook Twitter ― Υπάρχουν πρόσωπα που βλέπουμε διαρκώς στις κρατικές σκηνές ή τους θεσμούς. Είναι πρόβλημα αυτό;
Επιμένουμε και πραγματοποιούμε όσο περισσότερες ακροάσεις για ηθοποιούς/ερμηνευτές είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν, ακολουθούμε τον άτυπο κανόνα που περιορίζει τον αριθμό συνεργασιών που μπορεί να συνάψουν με το θέατρο καλλιτέχνες συντελεστές παραγωγών σε μάξιμουμ δύο ανά χρόνο, ώστε το καλλιτεχνικό δυναμικό του θεάτρου να είναι πλήρως ανανεωμένο αλλά και να ανανεώνεται διαρκώς. Χωρίς αυτό να σημαίνει –επιτρέψτε μου να σημειώσω– ότι δεν θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και παραστάσεις από ορισμένους έμπειρους ή αγαπητούς στο κοινό καλλιτέχνες/σκηνοθέτες, οι οποίοι μπορεί πιο συχνά να συνεργάζονται με κρατικές σκηνές ή θεσμούς.
― Ποια είναι τα κριτήρια επιλογής σκηνοθετών και ηθοποιών; Υπάρχει διαφάνεια στις επιλογές;
Τα κριτήρια επιλογής έχουν να κάνουν πάντα με κάτι το πολυδιάστατο που συνδέεται με την επιθυμία της/του δημιουργού και τη δυναμική της πρότασής της/του, ή την ανακατεύθυνση μέσα από τη συνομιλία μας, με καλλιτεχνικά κριτήρια, δηλαδή ζητήματα αισθητικής και σκηνικής γλώσσας, με το μέγεθος της παραγωγής, την ηλικία, την πρότερη σχέση με το θέατρο, με το φύλο ή την ταυτότητα φύλου, και φυσικά όλα αυτά σε μια συσχέτιση με όλο το υπόλοιπο πρόγραμμα και το πώς διαμορφώνεται (θεματικά, δραματουργικά, υφολογικά, καλλιτεχνικά). Στοχεύοντας, φυσικά, στην πολυφωνία ποικιλοτρόπως. Αυτό που μπορώ επίσης να σας πω είναι πως επιμένω να νιώθω απόλυτα σίγουρη για μια πρόταση, μια συνεργασία, να την πιστεύω καθολικά, ώστε να μπορώ και να τη στηρίξω. Και βέβαια συζητάμε διεξοδικά, τόσο με την αναπληρώτριά μου, Ιώ Βουλγαράκη, με την οποία συνδιαμορφώνουμε το πρόγραμμα, όσο και με τις/τους στενούς μας συνεργάτιδες/-ες στην καλλιτεχνική διεύθυνση αλλά και στο δραματολόγιο του Εθνικού και με την Ειρήνη Μουντράκη.
― Οι Έλληνες συγγραφείς διαμαρτύρονται ότι δεν δίνετε ευκαιρίες στο ελληνικό έργο. Τι απαντάτε;
Η θέση μας είναι σαφής: θέλουμε –και– το σύγχρονο ελληνικό έργο να έχει ισχυρή παρουσία στο Εθνικό Θέατρο. Το ότι αναζητάμε, τιμάμε και έχουμε καθαρά πρόθεση να ενισχύσουμε την παρουσία σύγχρονου ελληνικού έργου στο θέατρο είναι για μας μια πραγματικότητα. Το αποδεικνύουν οι κινήσεις που κάναμε με το που αναλάβαμε: δύο απευθείας αναθέσεις σε συγγραφείς, τον Γιώργο Χριστοδούλου και την Κατερίνα Λούβαρη-Φασόη, η συνέχιση της «Καρυάτιδας» του Γιώργου Καπουτζίδη αλλά και η δημιουργία της δράσης «Σαλόνια Γλώσσας», η ιδέα της οποίας προέκυψε μέσα από συζήτηση με συγγραφείς, δράση σκηνικής γνωριμίας με νέα –εν εξελίξει– έργα πέντε συγγραφέων, φυσικά μέσα σε οργανωμένο και αμειβόμενο πλαίσιο. Και στην Πειραματική ορισμένα από τα «Σκίτσα» έφεραν πρωτότυπο κείμενο με τη μορφή θεατρικού έργου, όπως αυτό του Μιχάλη Πητίδη ή της Θεανώς Μεταξά. Για τον φετινό προγραμματισμό θα ήθελα να σταθώ σε δύο δεδομένα: το γεγονός ότι κινηθήκαμε σε πιο ανοιχτές δραματουργίες γύρω από την ελληνική γλώσσα ή σε προσεγγίσεις πιο σφαιρικές αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό την τάση των δημιουργών να επιθυμούν να καταπιαστούν με διασκευές κλασικών κειμένων, ή να μεταφέρουν στο θέατρο κείμενα λογοτεχνικά, ή να συνθέσουν θεατρικό κείμενο από ήδη υπάρχον άλλο υλικό, κάτι που σεβόμαστε και θεωρώ πως οφείλουμε να αφουγκραστούμε ως ανάγκη. Αυτό οδήγησε φέτος στην παρουσία στις παραστάσεις μας αρκετών Ελλήνων συγγραφέων ή δραματουργών, όπως ο Δημοσθένης Παπαμάρκος ή η Έρι Κύργια. Αυτό δεν σημαίνει ότι απεμπολήσαμε τους αμιγώς θεατρικούς συγγραφείς από το Εθνικό. Υπάρχουν και θα υπάρχουν στον προγραμματισμό, μέσα από όλους τους πιθανούς δρόμους: μέσα από επιλογή ή συνάντηση με δημιουργούς για παραγωγή παράστασης, μέσα από αναθέσεις, μέσα από ανοιχτές προσκλήσεις ειδικά για συγγραφή αλλά και αφιερωματικά φεστιβάλ. Βρισκόμαστε στον Ιούνιο, η θεατρική περίοδος που πέρασε μόλις κλείνει, στην ανακοίνωση προγράμματος καθαρά είπαμε ότι θα έρθουν κι άλλα, εκπλήξεις και νέα δεδομένα. Ανακοινώσαμε, για παράδειγμα, παραγωγή σε σκηνοθεσία Κωστή Γλύκαντζη σε «σύγχρονο ευρωπαϊκό έργο» – σήμερα μπορώ να σας πω ότι και αυτό θα είναι σύγχρονο ελληνικό έργο. Είναι ξεκάθαρο πως εργαζόμαστε συνειδητά για την ιδανική ισορροπία μορφών, γλωσσών, τάσεων στο Εθνικό Θέατρο, για ένα πολυσυλλεκτικό και άκρως ενδιαφέρον πρόγραμμα που θα παρουσιαστεί την επόμενη χρονιά. Να συμπληρώσω εδώ ότι ο δημόσιος διάλογος έχει πια ταυτιστεί με τα κοινωνικά δίκτυα. Με τον τρόπο που συντελείται εκεί, φέρει κάτι επικίνδυνο, στρεβλό, συχνά βιαστικό, ενίοτε βίαιο, που με ανησυχεί.
― Πόση σημασία έχει το φύλο σε αυτήν τη θέση;
Όλα θεωρώ πως έχουν σημασία γι’ αυτήν τη θέση. Αλλά και όλα πρέπει να συντελούν στο να συμβαίνουν τα πράγματα και να προχωρούν προς τα εμπρός, ακόμα και προς νέα, αχαρτογράφητα νερά. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση, ότι συχνά η λέξη «αντιπαράθεση» είναι η πρώτη που εμφανίζεται ως νοοτροπία στη σχέση με έναν καλλιτεχνικό διευθυντή. Σε μένα αυτό δεν λειτουργεί, υπάρχουν άλλες λέξεις, «συναίνεση», «συνεργασία», «αμοιβαίος σεβασμός», αυτά είναι τα εργαλεία που χρειαζόμαστε.
― Αν σε μια πρόταση έπρεπε να περιγράψετε τι αλλάξατε στο Εθνικό Θέατρο τη χρονιά που πέρασε, τι θα ήταν αυτό;
Θα έπρεπε να θέσουμε το ερώτημα στους εργαζόμενους του Εθνικού, για το πού βιώνουν την αλλαγή, διότι γενναιόδωρα αποδέχτηκαν την πρόκληση και εργάστηκαν για την υλοποίηση του απαιτητικού μας προγράμματος με θετική διάθεση και πίστη στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αλλά και στο κοινό του θεάτρου μας, που είναι ο τελικός αποδέκτης του σκοπούμενου θετικού αποτελέσματος κάθε αλλαγής.
― Ποια είναι μέχρι σήμερα η εμπειρία σας από το κοινό; Ποιο είναι το προφίλ του και πώς σκέφτεστε να προσεγγίσετε ένα νέο κοινό;
Η μεγαλύτερη έκπληξη της πρώτης χρονιάς ήταν ίσως η διάθεση συμμετοχής που συναντήσαμε. Είδαμε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών αφετηριών να ανταποκρίνονται σε πολύ διαφορετικές προτάσεις του προγράμματος. Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στην έννοια ενός ενιαίου κοινού. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά κοινά, π.χ. άνθρωποι που δεν είχαν προηγούμενη σχέση με το Εθνικό. Το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε έναν τρόπο να τους προσελκύσουμε όλους με το ίδιο εργαλείο αλλά να αναπτύξουμε πολλαπλές διαδρομές πρόσβασης. Θέλουμε το Εθνικό να γίνει ένας χώρος που δεν τον επισκέπτεται κανείς μόνο για να παρακολουθήσει μια παράσταση, αλλά ένας χώρος στον οποίο χαίρεται να επιστρέφει επειδή αισθάνεται ότι συμμετέχει σε μια ευρύτερη πολιτιστική κοινότητα. Να πω εδώ πως όσο εμείς τολμάμε να υλοποιούμε τις ιδέες μας, να διευρύνουμε το ρεπερτόριο του Εθνικού, να βγαίνουμε εκτός των τειχών μας προς την περιφέρεια αλλά και στο εξωτερικό, όσο θέλουμε το Εθνικό Θέατρο να έχει έναν υπερσύγχρονο εξοπλισμό για όλες του τις σκηνές, να έχει τα μέσα (σε τεχνολογικό εξοπλισμό αλλά και ανθρώπινο δυναμικό) να διευρύνει τις παραστάσεις προσβασιμότητας αλλά και διασύνδεσης με άλλες μορφές τέχνης, τόσο ο οργανισμός μεγαλώνει και οι ανάγκες του διευρύνονται, οπότε, εκτός από τη στήριξη του υπουργείου Πολιτισμού αλλά και του κόσμου, μας είναι πολύτιμη και η στήριξη των χορηγών μας, αλλά και οι συμπράξεις με άλλους δημόσιους φορείς.
― Ποια είναι τα μεγαλύτερα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό θέατρο;
Υπάρχουν αρκετά και είναι αλληλένδετα. Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού: πολύ συχνά οι οργανισμοί και οι καλλιτέχνες αναγκάζονται να λειτουργούν με βραχυπρόθεσμους ορίζοντες. Το δεύτερο αφορά τις συνθήκες εργασίας, καθώς πολλοί άνθρωποι του θεάτρου εργάζονται σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, χωρίς τη δυνατότητα να σχεδιάσουν τη ζωή και την καλλιτεχνική τους πορεία με ασφάλεια. Το τρίτο αφορά την αποκέντρωση. Η πολιτιστική ζωή εξακολουθεί να είναι υπερβολικά συγκεντρωμένη στην Αθήνα. Γι’ αυτό θεωρούμε τόσο σημαντικές τις συνεργασίες με ΔΗΠΕΘΕ, δήμους και τοπικούς φορείς, καθώς και την ανάπτυξη περιοδειών και εκπαιδευτικών δράσεων σε όλη τη χώρα. Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της διεθνούς παρουσίας. Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς δημιουργούς, αλλά χρειάζεται πιο συστηματικούς μηχανισμούς που θα τους βοηθήσουν να συνομιλήσουν με το εξωτερικό και να αποκτήσουν διεθνή ορατότητα. Μια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση είναι και το Systema, η συνεργασία μας με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και με το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας.
― Τι σημαίνει για εσάς δημόσιο θέατρο το 2026;
Προσβασιμότητα, λογοδοσία και συμμετοχή. Σημαίνει ότι το θέατρο δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν ήδη σχέση με αυτό, αλλά οφείλει να αναζητά συνεχώς νέους τρόπους συνάντησης με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, κοινωνικών ομάδων και γεωγραφικών περιοχών. Γι’ αυτό δίνουμε έμφαση στις εκπαιδευτικές δράσεις, στην αποκέντρωση, στις συνεργασίες με τοπικούς φορείς, στις ψηφιακές μεταδόσεις, στην προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία. Ένα δημόσιο θέατρο πρέπει να μπορεί να εξηγήσει γιατί κάνει τις επιλογές που κάνει και να είναι ανοιχτό στον διάλογο γι’ αυτές.
― Ποια είναι η ταυτότητα που θέλετε να δώσετε στο Εθνικό Θέατρο τα επόμενα χρόνια;
Το Εθνικό πρέπει να είναι το πρώτο, το κορυφαίο θέατρο της χώρας, πρωτοποριακό και ταυτόχρονα με ισχυρό αποτύπωμα. Πρέπει να είναι σημείο συνάντησης και σημείο αναφοράς για το θέατρο. Θέλω ένα Εθνικό Θέατρο ανοιχτό, πολυφωνικό και εξωστρεφές, που να συνομιλεί με την παράδοση χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν, που να στηρίζει τη νέα δημιουργία και να λειτουργεί ως χώρος συνάντησης διαφορετικών αισθητικών –πάντα υψηλού επιπέδου–, γενεών και κοινοτήτων. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύνδεση του οργανισμού με τη σκηνική γλώσσα, τη σύγχρονη ελληνική γραφή, τις διεθνείς ανταλλαγές και την αποκέντρωση. Θέλω το Εθνικό να είναι παρόν όχι μόνο στο κέντρο της Αθήνας αλλά και στην υπόλοιπη χώρα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, ισότιμα.
