“Πέταξα στη θάλασσα κάθε παράπονό μου, θάψτε κι εσείς τα μίση”. Η συνέντευξη του Κολοκοτρώνη στον Ιταλό Ιωσήφ Πέκκιο

0 views
Skip to first unread message

Apostolis Revenisios

unread,
4:52 AM (5 hours ago) 4:52 AM
to Οραση



mixanitouxronou.gr
“Πέταξα στη θάλασσα κάθε παράπονό μου, θάψτε κι εσείς τα μίση”. Η
συνέντευξη του Κολοκοτρώνη στον Ιταλό Ιωσήφ Πέκκιο

10–13 λεπτά



Όσο η Ελληνική Επανάσταση μαινόταν, πολλοί Ευρωπαίοι επισκέφτηκαν τον
ελλαδικό χώρο, για να καταγράψουν τα γεγονότα και τις εντυπώσεις τους.
«Αλλ’ ολίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι κατόρθωσαν να δώσουν αμερόληπτον
εικόνα, όχι από ιδιοτελείς σκοπούς, αλλά κυρίως διότι δεν ήσαν σε θέσιν
να ψυχολογήσουν καλά τον ελληνικόν λαόν και επομένως να τον κρίνουν με
δικαιοσύνην».
Έτσι γράφει ο Κώστας Καιροφύλας, δημοσιογράφος και ιστορικός που
δημοσίευσε το «Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος» το 1931. Σε αυτό υπάρχει
η «Έκθεσις των συμβάντων εν Ελλάδι κατά την άνοιξιν του 1825», με τις
εντυπώσεις του φιλέλληνα Ιταλού, Ιωσήφ Πέκκιο, ενός διανοούμενου
επαναστάτη της Ευρώπης.
Το ταξίδι στην Ελλάδα
Ο Πέκκιο βρέθηκε στην Ελλάδα του εμφυλίου από τις 20 Απριλίου μέχρι τις
11 Ιουνίου του 1825. Στάλθηκε από το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου,
για να εξετάσει με ποιον τρόπο αξιοποιήθηκαν τα δάνεια που είχαν δοθεί
στην επαναστατημένη Ελλάδα.
Εκείνη την περίοδο μόλις είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ.
Ρήμαζε και έκαιγε τα πάντα στο πέρασμά του και οι Έλληνες υπέστησαν
κρίσιμες ήττες.
Τότε συνάντησε σημαντικά πρόσωπα της Επανάστασης, όπως ο Γεώργιος
Καραϊσκάκης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Γεώργιος Κουντουριώτης.
Κατάφερε να πάρει συνέντευξη από τον φυλακισμένο στο Μοναστήρι του
Προφήτη Ηλία στην Ύδρα, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον άνθρωπο που «αχτένιστα
και άσπρα τα μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του και ανακατεύονταν
μπροστά με την άτακτη γενειάδα […]».
Λιθογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από τον Karl Krazeisen. Πηγή: Flickr
Στην αναφορά του έγραψε για αυτόν:
«Ο Κολοκοτρώνης, αναμφίβολα, δεν είναι κοινός άνθρωπος.
Μετά από λίγες μέρες βγήκε από τη φυλακή και έγινε πανηγυρικά δεκτός στο
Ναύπλιο. Κατά τη στιγμή της συμφιλίωσής του με την κυβέρνηση, απάντησε
αυτοσχέδια στον λόγο κάποιου από τους επισήμους. Στην απάντησή του είναι
άξια σημείωσης η παράγραφος, στην οποία είπε:
«Στο ταξίδι μου από την Ύδρα έως εδώ πέταξα στη θάλασσα κάθε παράπονό
μου. Κάμετε το ίδιο και σεις και θάψετε μέσα σ’ εκείνο το λάκκο τα μίση
σας και τις διαφορές σας. Αυτός θα είναι ο θησαυρός που θα κερδίσετε!»
Μιλάει αυτή τη στιγμή στην πλατεία του Ναυπλίου, όπου οι κάτοικοι
έσκαβαν εδώ και πολλές ημέρες με την ελπίδα (συχνή στην Ελλάδα) ότι θα
εύρισκαν κάποιο θησαυρό».
Επισκέφτηκε το Ναύπλιο, την Τρίπολη και το Άργος. Η κατάσταση, όπως την
περιέγραψε, ήταν τραγική: ερείπια, βρωμιά και χλωμά πρόσωπα παντού. Ο
πυρετός, που είχε ξεσπάσει από τους τόνους σκουπιδιών στα στενά της
πόλης, προκάλεσε εξαθλίωση στον λαό και πολλούς νεκρούς.
Για το Ναύπλιο έγραψε:
«Δρόμοι στενοί, σπίτια καταρρέοντα, ατμόσφαιρα βαριά και πλημμυρισμένη
από βρωμερές αναθυμιάσεις καταθλίβουν τον ταξιδιώτη. Τα σκουπίδια είναι
τόσα, ώστε θα ήταν ηράκλειο έργο η μετακίνησή τους.
Αυτή είναι μία από τις αιτίες, εξαιτίας των οποίων κυριάρχησε την
προηγούμενη χρονιά επιδημικός πυρετός σχεδόν θανατηφόρος. Αποβιβάστηκα
πριν από λίγο, μόλις έχει παύσει ο πυρετός, και βλέπω όλα αυτά τα χλωμά
πρόσωπα των παθόντων στο δρόμο…
Οι διασκεδάσεις αυτής της πρωτεύουσας αποτελούνται από μερικά άκομψα
καφενεία και σαραβαλιασμένα μπιλιάρδα, από ένα βραδινό περίπατο σε μια
μικρή πλατεία σκιαζόμενη στη μέση από φιλόξενο μεγαλοπρεπή πλάτανο, και
από την περιέργεια την τροφοδοτούμενη ανά πάσα στιγμή από ειδήσεις και
ανέκδοτα. Οι γυναίκες είναι αόρατες, διότι οι άντρες δεν τις αφήνουν να
παρουσιάζονται.
Ο αριθμός των κατοίκων δεν είναι σταθερός, αλλά ποικίλει. Ανέρχονται
περίπου σε 15 χιλιάδες. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, σε όμοια έκταση,
είναι η πιο πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα του κόσμου. Διότι τα σπίτια
είναι τόσο λίγα και ο πληθυσμός τόσο πυκνός, ώστε σε κάθε δωμάτιο
κατοικούν 3-4 πρόσωπα[…].
Το οίκημα της κυβέρνησης δεν ανήκει σε καμία αρχιτεκτονική. Καθώς
ανεβαίνεις μία πρόχειρη σκάλα, βρίσκεις τα μέλη της κυβέρνησης καθισμένα
καταγής, επάνω σε προσκέφαλα, τα οποία σχηματίζουν γύρω από το δωμάτιο
ένα είδος σοφά. Η ενδυμασία, η στάση και η σοβαρή ακινησία των προσώπων
με έκαναν να πιστεύω, κατ’ αρχάς, ότι ήμουν μπροστά στο τούρκικο Διβάνι.
Ο αντιπρόεδρος Μπότασης, από τις Σπέτσες, καθόταν με τα πόδια
σταυρωμένα, παίζοντας το κομπολόι του. Τα άλλα μέλη, με ενδυμασία μεταξύ
ελληνικής και τουρκικής, ή κάπνιζαν ή έπαιζαν με το κομπολόι τους. Ο
πρόεδρος και ο γραμματέας της κυβέρνησης απουσιάζουν στο Ναυαρίνο. Ο
Μπότασης είναι πλούσιος έμπορος των Σπετσών, ίσως ο πλουσιότερος. Είναι
γέρος, ακμαίος και μιλάει μόνο ελληνικά
Ο Μαυρομιχάλης μιλάει κι αυτός μόνο ελληνικά, πολύ λίγο καταλαβαίνει από
διοίκηση, αλλά έχει στο πρόσωπό του χαραγμένη ευγένεια – έναν χαρακτήρα
που δεν απατά ποτέ».
Για το Άργος έγραψε:
«Είναι μία πόλη, που έχει το πολύ δέκα χιλιάδες κατοίκους, με δρόμους
φαρδιούς, ευθείς, με σπίτια κατά το πλείστον ξύλινα, με στοές ξύλινες
επίσης. Κατά την Επανάσταση πρώτοι οι Τούρκοι και έπειτα οι Έλληνες
συνέβαλαν στο να την καταστρέψουν. Τώρα αναγεννιέται από τα ερείπιά της».
Για την Τρίπολη έγραψε:
«Κοιτάζοντας γύρω είδα, εδώ κι εκεί, σωρούς ερειπίων. Το σαράι, το
μέγαρο του Πασά, ο οποίος έμενε προηγουμένως στην Τρίπολη, πρωτεύουσα
του Μωριά, έχει καταστραφεί εκ θεμελίων μαζί με το χαρέμι, τα λουτρά και
το τζαμί, τα οποία περιλαμβάνονταν στον ευρύ του περίβολο. Ούτε τα
τουρκικά νεκροταφεία διέφυγαν από την εκδίκηση των Ελλήνων.
Αλλά και η Τρίπολη αρχίζει πάλι να κατοικείται και να αναγεννιέται. Από
35 χιλιάδες κατοίκους απέμειναν μόνο 15 χιλιάδες. Με χίλια δολάρια
μπορεί κανείς ν’ αγοράσει, στην Τρίπολη, ένα σπίτι με κήπο[…].
Στην Τρίπολη δεν υπάρχουν ακόμη καμπάνες, για να καλούν τους πιστούς
στην εκκλησία. Μετά από τέσσερα χρόνια ελευθερίας, στην Τρίπολη γίνεται
ακόμη χρήση ενός σίδερου, κρεμασμένου στην πύλη της πόλης (ο τούρκικος
δεσποτισμός δεν επέτρεπε τη χρήση καμπανών), πάνω στο οποίο χτυπάνε με
μία πέτρα, και στον ήχο εκείνον οι χριστιανοί, σαν τις μέλισσες,
συγκεντρώνονται στη γειτονική εκκλησία».
Για την Αθήνα έγραψε:
«Το φρούριο της Ακρόπολης απαιτεί πεντακόσιους άντρες για τη φρούρησή
του. Έχει άφθονο νερό και κάθε άλλη προμήθεια. Ο στρατηγός Γκούρας το
έχει θέσει να αντέχει σε διετή πολιορκία. Η πόλη δεν προστατεύεται παρά
από ένα τείχος, πίσω από το οποίο είναι τοποθετημένοι, γι’ αυτό το λόγο,
2-3 οπλίτες…
Οι Αθηναίοι εφάρμοσαν το καλύτερο σύστημα άμυνας, αφαίρεσαν δηλαδή από
τους Τούρκους κάθε ελπίδα λαφύρων. Έτσι, οι Τούρκοι, αν ήθελαν να
καταλάβουν την Αθήνα δεν θα αγόραζαν, αντί για αίμα, παρά μόνο σωρούς
από πέτρες.
Πέρα από λίγα σπίτια, όλη η άλλη πόλη δεν είναι παρά ερείπια και καλύβες.
Αν οι Έλληνες είναι αποφασισμένοι να αντιτάξουν επίμονη αντίσταση,
μπορούν να αμυνθούν από σπίτι σε σπίτι, και εν τέλει να αποσυρθούν από
την πόλη, στεκόμενοι στις υπώρειες της Ακρόπολης και υπό την προστασία της».
Ωστόσο, χαρακτήρισε την τότε ελληνική κυβέρνηση αργή και ανίσχυρη.
Κατηγόρησε τις αλλεπάλληλες αλλαγές κυβερνήσεων για τα βάσανα των Ελλήνων.
Θαύμασε όμως το θάρρος και την αποφασιστικότητα του λαού στην επανάσταση.
Μεταξύ άλλων είχε πει για τους Έλληνες:
«Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο ενθουσιασμός εκείνος που τα πρώτα χρόνια
όπλισε τα χέρια του λαού, ακόμη και των γυναικών, έσβησε. Δεν υπάρχει
πλέον εκδίκηση για ικανοποίηση, δεν υπάρχουν πλέον λάφυρα από τον εχθρό.
Μεγάλο μέρος των Ελλήνων, μόλις είδε τον τόπο του απαλλαγμένο από
εχθρούς, γύρισε στα κοπάδια του και στις δουλειές του στα χωράφια».
Πέντε χρόνια αργότερα, ιδρύθηκε και επίσημα το ελληνικό κράτος.
Η αναφορά του Πέκκιο εκδόθηκε στα ιταλικά στο Λουγκάνο το 1826. Είχε
τίτλο «Έκθεσις των συμβάντων εν Ελλάδι κατά την άνοιξιν του 1825». Τα
παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από τη μετάφραση του Κώστα Καιροφύλα
στο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος» που εκδόθηκε το 1931.
Κυνηγημένος
Ο Ιωσήφ Πέκκιο γεννήθηκε το 1785 στο Μιλάνο. Υπήρξε μία από τις
σημαντικότερες φιγούρες της ιταλικής ενοποίησης. Όταν ήταν 25 ετών,
υπηρέτησε ως βοηθός στα τμήματα Οικονομικών και Εσωτερικών στο Κρατικό
Συμβούλιο του Ναπολεόντειου Βασιλείου της Ιταλίας, μέχρι την πτώση του,
το 1814.
Συνεργάστηκε με το περιοδικό “Κοντσιλιατόρε“, όπου έγραψε πληθώρα άρθρων
κατά της αυστριακής κατοχικής κυβέρνησης, επειδή απαγόρευσε την
κυκλοφορία ενός έργου του. Έτσι, βρέθηκε στο στόχαστρο των αυστριακών αρχών.
Το 1819, ο Πέκκιο διορίστηκε αναπληρωτής της Επαρχιακής Συνέλευσης του
Μιλάνο. Ήταν η αντιπροσωπευτική συνέλευση των πλούσιων υπηκόων κάθε
επαρχίας του Βασιλείου Λομβαρδίας-Βένετο. Το βασίλειο, το οποίο
εξαρτιόταν από την Αυστριακή Αυτοκρατορία, ήθελε να γίνει αυτόνομο κράτος.
Αν και αναπληρωτής, τον είχαν πάντα υπό στενή παρακολούθηση. Το 1823
καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Κατάφερε να δραπετεύσει και
περιπλανήθηκε σε Ελβετία, Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.
Λίγο αργότερα, εγκαταστάθηκε στην Αγγλία και έγινε διαμεσολαβητής
ανάμεσα στους συνωμότες και την βρετανική κυβέρνηση. Όσο ήταν στην
Αγγλία, δημοσίευσε πολλά από τα πιο σπουδαία έργα του. Έτσι κέρδισε την
Έδρα των Σύγχρονων Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.
Σε πολλά έργα του υποστήριξε το αγγλικό οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης και
το υπερασπίστηκε από επικριτές. Με τις απόψεις του κέρδισε την εύνοια
πολλών διάσημων της εποχής.
Ο Λόρδος Βύρων έγραψε γι΄αυτόν:
«Ο Ιωσήφ Πέκκιο, Λομβαρδός και Μιλανέζος, ήταν ο μόνος Ιταλός
επαναστάτης ή φιλελεύθερος που μου άρεσε πολύ ή με τον οποίο μπορούσα να
διατηρήσω αδιάλειπτη οικειότητα και φιλία μέχρι το τέλος. Είχε
περισσότερη ευφυΐα, πιο γενικές γνώσεις και περισσότερη ιδιοφυΐα από
όλους τους υπόλοιπους φιλελεύθερους μαζί. Ήταν επίσης ένας μικρόσωμος,
πνευματώδης, αρρενωπός σύντροφος, εξαιρετικά δραστήριος, πρωτοποριακός
και γεμάτος επινοητικότητα και θάρρος».
Λόρδος Βύρων (1788-1824). Πηγή: Flickr
Πηγή αρχικής εικόνας: Flickr
Ακούστε τις ιστορίες της Μηχανής του Χρόνου σε podcast.
Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μας podstories.gr και εγγραφείτε συνδρομητές



Reply all
Reply to author
Forward
0 new messages