Πενήντα κορφιάτικες λέξεις για επαγγέλματα, μαγαζιά και ασχολίες (μια συνεργασία του Κώστα Χ.)

0 views
Skip to first unread message

Σκορδίλης Σπύρος

unread,
Jul 24, 2026, 11:10:52 PM (2 days ago) Jul 24
to Οραση Όραση

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Τρίτη 21 Ιουλίου 2026 στις 09:40

Πενήντα κορφιάτικες λέξεις για επαγγέλματα, μαγαζιά και ασχολίες (μια συνεργασία του Κώστα Χ.)


Ο φίλος μας ο Κώστας Χ. μου έστειλε το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, και που με ενδιαφέρει πολύ, μια και ασχολείται με «λέξεις που χάνονται» και «επαγγέλματα που χάνονται». Λέξεις όμως όλες κορφιάτικες, αφού ο Κώστας είναι Κερκυραίος. Άλλωστε πριν από τρία χρόνια είχαμε δημοσιεύσει μιαν άλλη συνεργασία του, με τριάντα κορφιάτικες λέξεις για το ψάρεμα, καθώς και ένα άρθρο για την κλαπαδόρα.

Ο Κώστας έχει στείλει και τις καταπληκτικές φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο, οπότε εγώ δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο ως εισαγωγή. Κάποια δικά μου σχόλια είναι σε αγκύλες, [ ]

Πενήντα κορφιάτικες λέξεις για επαγγέλματα, μαγαζιά και ασχολίες

Όπως σε πολλά άλλα μέρη, έτσι και στην Κέρκυρα υπάρχουν αρκετές ιδιωματικές λέξεις. Μάλιστα, από το κορφιάτικο ιδίωμα έχουν καταγραφεί πάνω από πέντε χιλιάδες λέξεις, οι οποίες μαζί με τις τοπικές φράσεις και την ιδιαίτερη προφορά, ειδικά στην πόλη και τα περίχωρα κάποτε καθιστούσαν το ιδίωμα κανονική διάλεκτο. Οι περισσότερες είναι βέβαια ιταλικής, ή βενετσιάνικης προέλευσης, αλλά υπάρχουν και μερικές ελληνικές. Μερικές από αυτές τις λέξεις αφορούν τα επαγγέλματα, τα μαγαζιά και τις ασχολίες. Κάποιες από αυτές, όπως π.χ. «αρκεβίστας», «μπαμπαλαδόρος», «νοδάρος», «σπετσιέρης», «φακίνος», θεωρούνταν μάλλον απαρχαιωμένες από τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε άρχισαν σιγά-σιγά να σπανίζουν και να αντικαθίστανται από λέξεις της κοινής νεοελληνικής, είτε επίσημες, είτε λαϊκές. Κάποιες άλλες όμως συνέχισαν να λέγονται μέχρι τις μέρες μας,  ακόμα και μέσα στον 21ο αιώνα, κυρίως από τους Κερκυραίους μεγαλύτερης ηλικίας όπως η γιαγιά μου (1917-2006), η οποία συνέχισε να λέει π.χ. «καρολόγος», «μακελάρης», «μαρκάντες», «νόντσολος», «παρτσινέβελος», «πιτόρος», «πιτσιγαμόρτης», «φάβρος» και πολλές άλλες. Κάποιες ονομασίες εξαφανίστηκαν μαζί με τα επαγγέλματα και τις ασχολίες, όπως ο «κοντσαπιάτες», ο «νεροκουβάλος» κι ο «ταμπουρλής». Υπήρχαν όμως παλιά στην Κέρκυρα επαγγέλματα και μαγαζιά που ποτέ δεν είχαν ιδιαίτερη ονομασία, όπως το μαγαζί που πουλούσε κάρβουνα, ασβέστη, και κομμάτια πηλού για να καθαρίζουν τα ξύλινα πατώματα. Δεν είχαν επίσης ιδιαίτερη ονομασία και κάποιοι υπαίθριοι, ή πλανόδιοι πωλητές, μερικούς από τους οποίους πρόλαβα κι εγώ, όπως οι πωλητές δολωμάτων για το ψάρεμα, καλαμιών για άπλωμα ρούχων, στρειδιών («όλο στρούδι νόστιμο!»), φραγκόσυκων («φρεσκαμέντο παυλόσουκα!»), κούμαρων («κούραμα μέλια!») και άλλοι. Προσπάθησα να ετυμολογήσω τις περισσότερες λέξεις, χρησιμοποιώντας ιταλοελληνικά λεξικά και ένα παλιό βενετοϊταλικό λεξικό (Ermolao Paoletti, 1851). Οι παρατηρήσεις και οι διορθώσεις είναι ευπρόσδεκτες.

Αβγακότης : ο πλανόδιος πωλητής αβγών, ο αβγουλάς. Κάποιες φορές πουλούσε και ζωντανές κότες, γι’ αυτό και το «-κότης». Ένας από τους τελευταίους αβγακότες διαλαλούσε το εμπόρευμά του φωνάζοντας «Φρέσκα τ’ αυγά», και τα πιτσιρίκια το επαναλάμβαναν τονίζοντας το «…σκα τ’α…».

Αβοκάτος : ο δικηγόρος, από το ιταλ.»avvocato».

Αγιόδουλος : αγρότης, καλλιεργητής γης, εργαζόμενος μόνιμα στα κτήματα κάποιου μοναστηριού. Από τους «αγιόδουλους» λέγεται ότι προήλθε και το όνομα του χωριού Άγιοι Δούλοι.

Αδούλης : ο άεργος, ο τεμπέλης, όχι ο άνεργος. Από το στερητικό «α-» και το «δουλειά».

Αργαστήρι : το καφενείο-ταβέρνα-παντοπωλείο του χωριού, χώρος καθημερινής συγκέντρωσης και αναψυχής των ανδρών, όπου έπιναν, έπαιζαν χαρτιά και τραγουδούσαν. Αβέβαιο το πώς λεγόταν ο ιδιοκτήτης, πιθανώς «αργαστηριάρης», ή απλώς με το όνομά του, π,χ. «πάμε στον Τάδε». Η προέλευση της λέξης προφανώς από το «εργαστήριο», είτε αρχικά σκωπτικά, είτε με την διπλή σημασία που συναντάμε και στο ιταλ.-βενετ.»bo(t)tega», που μπορεί να σημαίνει και παντοπωλείο, αλλά και εργαστήριο.

Αρκιβίστας, αρκεβίστας : ο αρχειοφύλακας, ο υποθηκοφύλακας, και «αρκίβιο» το αρχειοφυλάκειο. Από τα ιταλ. «archivista» και «archivio».

Γκιορνάδα : η γυναίκα που δούλευε περιστασιακά σε σπίτια ως οικιακή βοηθός μόνο για μία μέρα, γιά ένα ημερομίσθιο και συνήθως ένα γεύμα. Βοηθούσε τη σπιτονοικοκυρά στο πλύσιμο, στο καθάρισμα, στο μαγείρεμα, στο ράψιμο και άλλα. Σπανιότερα λεγόταν «γκιορνάδα» η γυναίκα που δούλευε σε κτήματα. Από το ιταλ.»giornata», «εργάσιμη ημέρα», «εργάσιμες ώρες μίας ημέρας».

Γραμμένος, άγραφος : οι «γραμμένοι» ήταν αγρότες, καλλιεργητές γης στα κτήματα κάποιου μεγαλοκτηματία, του «άρχοντα». Διέμεναν εκεί μόνιμα, του απέδιδαν μέρος της σοδειάς, και ήταν επίσημα καταγεγραμμένοι στα κατάστιχα του, εξ ού και το «γραμμένοι». Οι «άγραφοι» ήταν είτε περιστασιακοί, ή εποχικοί καλλιεργητές, είτε βοηθούσαν σε κάποιες εργασίες, όπως στη συγκομιδή. Δεν είχαν κατοχυρωμένο δικαίωμα στη διαμονή ή στη σοδειά, και δεν ήταν γραμμένοι στα κατάστιχα του «άρχοντα». Από τους «γραμμένους» έχει προκύψει το τοπικό επώνυμο Γραμμένος, ενώ από τους «άγραφους» το όνομα του χωριού Αγραφοί.

Έμπορος : ειδικά ο υφασματέμπορος, και το κατάστημα «εμπορικό».

Καρολόγος : ο αμαξάς, ο καροτσιέρης. Μετέφερε είτε επιβάτες με την άμαξα, την «καρότσα», είτε εμπορεύματα με το κάρο και με τη «λίσα», ένα μακρύ κάρο χωρίς πλαΐνά.

Κοντραμπαντιέρης : ο λαθρέμπορος, ο κοντραμπατζής. Από το ιταλ.»contrabbandiere».

Κοντσαπιάτες : ο επισκευαστής σπασμένων κεραμικών σκευών, μάλλον παράπλευρη ασχολία παρά επάγγελμα. Επισκεύαζε συνήθως σπασμένα πήλινα πιάτα και γαβάθες, σε εποχές και περιοχές ακραίας φτώχειας. Άνοιγε τρύπες στα κομμάτια, τα συναρμολογούσε με λεπτό σύρμα και τα στεγανοποιούσε με ρετσίνι, ή άλλο υλικό. Δεν θα πίστευε κάποιος σήμερα ότι υπήρχε αυτή η ασχολία, αν δεν υπήρχαν δείγματα δουλειάς του κοντσαπιάτε σε λαογραφικά μουσεία και εκθέσεις κεραμικής. Από το ιταλ.»conciapiatti», με την ίδια σημασία, από τα συνθετικά «conciare», με τη σημασία «προσαρμόζω», και «piatti», «πιάτα».

Κουμανταδόρος : ο διοικητής, ο επικεφαλής, ο υπεύθυνος μίας υπηρεσίας, ή μίας ομάδας. Από το ιταλ.»commendatore».

Κουράντες : ο γιατρός, και ειδικότερα ο οικογενειακός γιατρός, ή o θεράπων κάποιου. Από το ιταλ.»curante», «θεράπων», «θεραπευτής».

Λαουρέντης : ο οικοδόμος, ο χτίστης. Από το βενετ.»laorante», «τεχνίτης», «εργάτης».

Λατονιέρης : ο λευκοσιδηρουργός, ο τενεκετζής, και το εργαστήριο «λατονιέρικο». Ο τενεκές λέγεται «λάτα», και το μέταλλο, αλλά και το δοχείο. Από τα ιταλ.»lattoniere» και «latta».

Λιτρουβιάρης, λουτρουβιάρης : ο ελαιοτρίβης, ο ιδιοκτήτης ελαιοτριβείου. Το ελαιοτριβείο «λιτρουβιό» και «λουτρουβιό».

Μαζώχτρα : η εργάτρια της συγκομιδής, η γυναίκα που μάζευε κυρίως τις ελιές, αλλά και τα σταφύλια, και τα καλαμπόκια. Από το τοπικό «μαζώνω», δηλ. «μαζεύω».

Μακελάρης : ο κρεοπώλης, ο χασάπης, ο οποίος κάποτε έσφαζε ο ίδιος τα ζώα που πουλούσε. Το κρεοπωλείο «μακελάρικο». Από το ιταλ.»macellaio».

Μανουάλος : ο βοηθός, ή ο μαθητευόμενος του τεχνίτη, και ειδικότερα του οικοδόμου. Από το ιταλ.»manovale», «χειρώνακτας».

Μαρκάντες : αρχικά ίσως λεγόταν έτσι αυτός που είχε κατάστημα γενικού εμπορίου, αλλά κατέληξε να σημαίνει μόνο τον έμπορο που πουλούσε ρούχα, λευκά είδη και είδη προικός, είτε σε κατάστημα, είτε πλανόδιος, συμπίπτοντας κάποτε με τον «έμπορο», και κάποτε με τον «πραματσούλη» (βλ.λέξεις). Το κατάστημα «μαρκάτο», ή «μαρκάντικο». Από το ιταλ.»mercante», «έμπορος».

Μαρκάς : η μεγάλη στεγασμένη λαϊκή αγορά που υπήρχε στην πλατεία της Σπηλιάς, στο Παλιό Λιμάνι. Καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τον Β’ Π.Π. Από το ιταλ.»mercato», «αγορά».

Μίστρα : η γαζώτρια, ειδικότερα των παπουτσιών. Αβέβαιου ετύμου, ίσως από το «μοδίστρα».

Μουζικάντης : ο μουσικός που έπαιζε λαϊκή, ή δημοτική μουσική σε ταβέρνες, καφενεία, ή και πλανόδιος. Σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται ως σκωπτική, ή μειωτική για τους μουσικούς. Από το ιταλ.»musicante».

Μπαμπαλαδόρος : ο οδοκαθαριστής, ο σκουπιδιάρης. Πολύ παλιά και σπάνια λέξη, αλλά υπάρχει στα κορφιάτικα λεξικά. Δεν μπόρεσα να βρω την πλήρη ετυμολογία, αλλά προέρχεται από το «μπάμπαλα», που στα κορφιάτικα σημαίνει «σκουπιδάκια», λέξη που τη λέμε ακόμα οι παλιότεροι, π.χ. «μου μπήκανε μπάμπαλα στα μάτια», «μη το φας, έχει γιομίσει μπάμπαλα».

Μπαρμπέρης : ο κουρέας, και το κατάστημα «μπαμπέρικο». Παλιότερα ο μπαρμπέρης παρείχε και κάποιες «ιατροφαρμακευτικές» υπηρεσίες, όπως καθαρισμό αποστημάτων, ή αφαίμαξη με βδέλλες. Μέχρι την δεκαετία του 1960, κάποια μπαρμπέρικα στην Κέρκυρα πουλούσαν βδέλλες, τις οποίες διατηρούσαν σε γυάλα με νερό σε περίοπτη θέση. Ως γνωστόν, το «μπαρμπέρης» πέρασε και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, ως λαϊκή λέξη για τον κουρέα. Από το ιταλ.»barbiere», «κουρέας». [ Έχουμε άρθρο ]

Μποτέγα : το κατάστημα γενικού εμπορίου, το παντοπωλείο, το μπακάλικο, από το ιταλ.-βενετ.»bo(t)tega», «κατάστημα, αποθήκη». Ο ιδιοκτήτης «μποτεγκάγιος», ή «μποτεγάντες», από τα ιταλ.»bottegaio», «bottegante», «μαγαζάτορας». Δεν κατάφερα να τα διασταυρώσω, έχω βρει μόνο μία, ή δύο αναφορές. Μάλλον οι λέξεις ήταν ήδη απαρχαιωμένες προπολεμικά, και είχαν αντικατασταθεί από το «μπακάλης» και το «μπακάλικο», που ίσως έφεραν στην Κέρκυρα οι Mικρασιάτες πρόσφυγες. [ Η μποτέγα είναι αντιδάνειο, αφού το ιταλικό ανάγεται στο ελλ. αποθήκη. Από εκεί είναι και η μπουτίκ. Έχουμε άρθρο ]

Μπουτελάντες : ο λαδάς, ο ελαιοπώλης, και το λαδάδικο «μπουτελί». Από το ιταλ. «bottigliante», «εμφιαλωτής», πιθανότατα επειδή μετάγγιζε το λάδι από τα μεγάλα δοχεία του, τις «ξέστες» και τις «πίλες», στα μπουκάλια των πελατών, στις «μποτίλιες».

Νεροκουβάλος : ο υδροφόρος, ο νερουλάς. Μετέφερε νερό στην πόλη από κοντινές πηγές με τροχήλατο βαρέλι, και με κάποια επιπλέον αμοιβή κουβαλούσε δοχεία με νερό μέχρι τα σπίτια, πολλές φορές αρκετούς ορόφους ψηλά, από τις απότομες ξύλινες σκάλες. Αργότερα, πουλούσε νερό σε σημεία περιπάτου, όπως στη Σπιανάδα, χρησιμοποιώντας μόνο ένα ποτήρι, το οποίο ξέπλενε και καθάριζε με λεμονόφυλλα. Διαλαλούσε το «φρέσκο» νερό του φωνάζοντας «νερό από την Παλιόπολη», την σημερινή περιοχή του Μον Ρεπό.

Νιακαρής : ο μουσικός που έπαιζε τη «νιάκαρα», ένα είδος μικρού ζουρνά, συνοδευόμενος από τον «ταμπουρλή» (βλ.λέξη) σε πανηγύρια και γάμους της υπαίθρου. Στην Κέρκυρα η νιάκαρα εκτοπίστηκε από τα βιολιά, αλλά υπάρχει και παίζεται ακόμα στη Ζάκυνθο. Η κομπανία λεγόταν (τα) «ταμπουρλονιάκαρα». Η λέξη «νιάκαρα» είναι βυζαντινή, ασιατικής προέλευσης, αλλά αρχικά ονομαζόταν έτσι κάποια μεγάλα ημισφαιρικά τύμπανα, οπότε έγινε αλλαγή σημασίας από παρεξήγηση. Συναντάμε «τσι νιάκαρες» και στον «Ερωτόκριτο», «…σάλπιγγες με τσι νιάκαρες, βούκινα, και κτυπούσι».

Νοδάρος : ο συμβολαιογράφος, και «νοδαρικό» το συμβολαιογραφείο, αλλά και το έγγραφο. Από το ιταλ.»notaio». [ Η σημερινή ιταλική λέξη για τον συμβολαιογράφο είναι notaio, αλλά ο παλαιότερος τύπος είναι notaro, οπότε από εκεί θα έγινε το δάνειο, αν δεν είναι από τα λατινικά. Τα έγγραφα των συμβολαιογράφων, που δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τη γλώσσα παλαιότερων αιώνων λέγονται «νοταριακά». Και σαν επώνυμο απαντά. ]

Νόντσολος : ο νεωκόρος, ο καντηλανάφτης. Από το βενετ.»nonzolo», «βοηθός», «υπηρέτης».

Ντοτόρος, δοτόρος : ο γιατρός. Από το ιταλ.»dottore».

Παρτσινέβελος : ο ιδιοκτήτης επιχείρησης, το αφεντικό, αλλά και ο ιδιοκτήτης ενοικιαζόμενου ακινήτου. Από το παλαιό ενετικό “parcenevole“, που σήμαινε μεριδιούχος, μέτοχος, ή συνιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου. Υπάρχει και ως επώνυμο σε νησιά του Αιγαίου.

Πιτόρος : ο ελαιοχρωματιστής, αλλά και ο ζωγράφος. Από το ιταλ.»pittore», με τις ίδιες δύο σημασίες.

Πιτσικαμόρτης, πιτσιγαμόρτης : ο νεκροφόρος, ο νεκροθάφτης, αλλά συχνά και ο ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών, μάλλον μειωτικά. Από το βενετ.»pizzicamorte», «νεκροφόρος». Η ετυμολογία της λέξης έχει ενδιαφέρον, αφού προέρχεται από τις λέξεις «pizzico», «τσιμπάω», και «morto», «νεκρός», επειδή αρχικά ονόμαζαν έτσι αυτούς που μετέφεραν τους νεκρούς για ταφή σε περιόδους πανδημίας, αφού πρώτα τους τσιμπούσαν δυνατά για να δουν αν είναι όντως νεκροί. [ Έχουμε το μνημειώδες άρθρο του -επίσης Κερκυραίου- Spiridione για τους μόρτηδες ]

Πραματσούλης : ο πλανόδιος έμπορος, ο πραματευτής. Πουλούσε συνήθως είδη ρουχισμού και κάποια οικιακά είδη, κυκλοφορούσε παλιότερα με γαϊδούρι, αργότερα με αυτοκίνητο. Από το «πράματα», το υποκοριστικό «-ούλης», και τσιτακισμό.

Προφεσόρος : ο καθηγητής. Από το ιταλ.»professore».

Ρεμεσιέρης : ο επιπλοποιός, ή ο επισκευαστής επίπλων. Από το βενετ.»remessèr», «επιπλοποιός».

Ρομπαβέκιας : ο παλαιοπώλης, ο παλιατζής, συνήθως πλανόδιος. Γύριζε φωνάζοντας «ρόμπα βέκια!», μάζευε, αγόραζε, πουλούσε και αντάλλασε παλιά ρούχα και αντικείμενα. Η λέξη (η) «ρομπαβέκια» χρησιμοποιείται γενικά στο κορφιάτικο ιδίωμα για κάτι πολύ παλιό, ντεμοντέ, ή άχρηστο, συνήθως σκωπτικά, ή ειρωνικά. Από το βενετ.»roba vechia», «παλιά πράγματα».

Σπετσιέρης : ο φαρμακοποιός, και το φαρμακείο «σπετσιέρικο», προπαροξύτονο για να διακρίνεται από το οξύτονο μπαχαρικό «σπετσιερικό». Από το ιταλ.»spezierio». [Ή από το ενετικό spezier. Έχουμε άρθρο]

Σταγκοπινιάτης, σταγκωματής : ο πλανόδιος επικασσιτερωτής χάλκινων σκευών, ο γανωματής. Ο κασσίτερος «στάγκος», το γάνωμα «στάγκωμα», και το γανώνω «σταγκώνω. Από το ιταλ.»stagno», «κασσίτερος», και το ιδιωματικό «πινιάτα» που σημαίνει «κατσαρόλα».

Ταγιαπιέρος : ο λιθοξόος, ο πετράς. Έφτιαχνε από μονοκόματη πέτρα πλαίσια παραθύρων, υπέρθυρα, σκαλοπάτια και άλλα αντικείμενα για σπίτια και εκκλησίες. Από το ιταλ.»tagliapietra» με την ίδια σημασία.

Ταμπουρλής : ο μουσικός που έπαιζε ταμπούρλο, είδος μικρού νταουλιού, συνοδεύοντας τον «νιακαρή» (βλ.λέξη) σε πανηγύρια και γάμους της υπαίθρου. Συνέχισε να παίζει στην Κέρκυρα, ακόμα και μετά την εξαφάνιση της νιάκαρας, συνοδεύοντας τα βιολιά περίπου μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα.

Τσαβατίνος : αρχικά ο κατασκευαστής «τσαβάτας», είδους χοντροκομένου τσαρουχιού που φορούσαν στα χωριά. Αργότερα λεγόταν έτσι ο επισκευαστής παπουτσιών, ο μπαλωματής, κάποτε υπαίθριος, ή ακόμα και πλανόδιος. Αργότερα «τσαβατίνος» λεγόταν στην Κέρκυρα, μέχρι και πρόσφατα, ο κάθε αδέξιος τεχνίτης, ο «αλμπάνης». Από το ιταλ.»ciabattino», «τσαγκάρης».

Τσαπαδόρος : o εργάτης γης, αυτός που σκάβει στα χωράφια με την τσάπα, ο σκαφτιάς. Από το ιταλ.»zappatore», «σκαφτιάς».

Φάβρος : ο σιδηρουργός, ο σιδεράς, και το σιδηρουργείο «φαβρικό». Από το ιταλ.»fabbro».

Φακίνος : ο αχθοφόρος, ο χαμάλης. Η πιάτσα των φακίνων ήταν συνήθως η Πίνια, μια μικρή περιοχή της Παλιάς Πόλης, γι’ αυτό τους έλεγαν και «πινιατόρους», μια λέξη που κατέληξε να χαρακτηρίζει κάθε πονηρό λαϊκό, ή περιθωριακό τύπο. Το «Φακίνος» επιβιώνει πλέον μόνο ως επώνυμο. Από το ιταλ.»fachino», «αχθοφόρος».

Φλάρης : ο καθολικός ιερέας. Από το βενετ.»frar», σύντμηση του λατιν.»frater», «αδελφός», προσφώνηση Φραγκισκανών μοναχών και ιερέων.

Φρουταριόλος : ο οπωροπώλης, ο μανάβης, είτε πλανόδιος, είτε με μαγαζί. Το μανάβικο «φρουταριόλικο». Από το ιταλ.»fruttaiolo».

https://sarantakos.wordpress.com/2026/07/21/corfu-3/


Σκορδίλης Σπύρος

Reply all
Reply to author
Forward
0 new messages