Πού βρίσκεται το σπίτι ενός πρόσφυγα; (της Φραντσέσκα Αλμπανέζε)

0 views
Skip to first unread message

Σκορδίλης Σπύρος

unread,
Jan 25, 2026, 7:32:51 AMJan 25
to Οραση Όραση

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026 στις 09:41

Πού βρίσκεται το σπίτι ενός πρόσφυγα; (της Φραντσέσκα Αλμπανέζε)


Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο της Φραντσέσκα Αλμπανέζε «Όταν ο κόσμος κοιμάται – Ιστορίες, λέξεις και πληγές της Παλαιστίνης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τόπος.

Το βιβλίο το είχε προτείνει ο φίλος μας ο Πέδης στο βιβλιοφιλικό μας  άρθρο τον Δεκέμβριο. Ο φίλος μας ο Τheo αγόρασε το βιβλίο, του άρεσε, και για να κάνει προπόνηση  στον καινούργιο του σκάνερ, ψηφιοποίησε μια από τις ιστορίες του βιβλίου και μας την προσφέρει. Τον ευχαριστούμε πολύ.

Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε (1977) είναι Ιταλίδα νομικός, από το 2022 ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα παλαιστινιακά εδάφη (η θητεία της  ανανεώθηκε ως το 2028). Έχει κατηγορηθει για αντισημιτισμό από τις αρχές του Ισραήλ (όπως κι εγώ από τους εδώ φίλους του ισραηλινού κράτους) και της έχουν επιβληθεί κυρώσεις από το καθεστώς Τραμπ. (Κατά σύμπτωση, χτες δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των  Συντακτών σχετικό άρθρο).

Ο πρόλογος του Theo:

Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε (γεννηθείσα το 1977 σε μια μικρή πόλη της Καμπανίας) έχει πτυχίο Νομικής από το πανεπιστήμιο της Πίζας και μάστερ στα Ανθρώπινα Δικαιώματα από τη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Λονδίνου. Από το 2022 είναι ειδική εισηγήτρια για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Το βιβλίο της Όταν ο κόσμος κοιμάται. Ιστορίες, λέξεις και πληγές της Παλαιστίνης εκδόθηκε πριν από λίγους μήνες και παρουσιάστηκε στα ελληνικά τον περασμένο Νοέμβριο από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση Παναγιώτη Τσιαμούρα. Σ’ αυτό καταγράφει τις εμπειρίες της από την τρίχρονη παραμονή της στο Ισραήλ κι από την δεκαπενταετή ενασχόλησή της με το παλαιστινιακό ζήτημα. Διαρθρώνεται στην εισαγωγή και δέκα κεφάλαια. Σε κάθε ένα από αυτά ασχολείται με μια πτυχή του ζητήματος κι εξιστορεί πώς εμβάθυνε σ’ αυτήν, αναφερόμενη και στο πρόσωπο που τη βοήθησε στην κατανόησή της. Διάλεξα το όγδοο κεφάλαιο που αφορά τη Γάζα και την προσφυγιά αλλά και την ιστορία μιας νεαρής πρόσφυγα από εκεί, της ζωγράφου Μαλάκ Ματάρ. Επενέβην μόνο στη στίξη.

Μαλάκ

Πού βρίσκεται το σπίτι ενός πρόσφυγα;

Όταν ταξιδεύω, παίρνω πάντα μαζί μου πάρα πολλά πράγματα […]. Αναλύοντας αυτό το γεγονός, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι έχω έναν μυστικό αλλά ανεξάλειπτο φόβο ότι ίσως να μην επιστρέφω ποτέ.

ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ Γ. ΣΑΪΝΤ, Ζωή εκτός τόπου

Εκείνο που οι Παλαιστίνιοι ονομάζουν «Νάκμπα», δηλαδή «καταστροφή», είναι η βίαιη έξοδος κατά την οποία, μεταξύ του τέλους της Βρετανικής Εντολής και των πρώτων χρόνων μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (1948-1949), επτακόσιες πενήντα χιλιάδες Παλαιστίνιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εξαιτίας των ωμοτήτων, των σφαγών και της συστηματικής καταστροφής των χωριών τους.

Κατά την περίοδο εκείνη, τεράστιες εκτάσεις γης αφαιρέθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν από τους Παλαιστινίους, οι οποίοι αρχικά τράπηκαν σε φυγή εξαιτίας των ειδήσεων για τις θηριωδίες που διέπρατταν οι εβραϊκές πολιτοφυλακές Ιργκούν, Χαγκανά και Λέχι —οι οποίες μετά το 1948 ενσωματώθηκαν στον ισραηλινό στρατό— και στη συνέχεια εκδιώχθηκαν υπό την απειλή όπλων, πεζή ή πάνω σε φορτηγά που είχαν οργανώσει οι ισραηλινές πολιτοφυλακές. Έτσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου πεντακόσια παλαιστινιακά χωριά και οικισμοί καταστράφηκαν ή ερημώθηκαν. Οι ιστορικοί κάνουν λόγο για δεκάδες σφαγές —με συνοπτικές εκτελέσεις, βιασμούς και άλλα εγκλήματα σε βάρος ηλικιωμένων, ανδρών, γυναικών και παιδιών— όπως οι θλιβερά γνωστές της Ταντούρα και του Ντέιρ Γιασίν, που επιτάχυναν την ερήμωση της ιστορικής Παλαιστίνης. Τα χωριά που καταστράφηκαν δεν εγκαταλείφθηκαν απλώς: πολλά κατεδαφίστηκαν σκόπιμα και οι γαίες τους επαναχρησιμοποιήθηκαν, συχνά για την κατασκευή νέων εβραϊκών κοινοτήτων ή για άλλες ανάγκες του νεοσύστατου ισραηλινού κράτους.

Ο Σαλμάν Αμπού Σίτα, ιδρυτής και πρόεδρος της Palestine Land Society (PLS), μιας ανεξάρτητης μη κερδοσκοπικής οργάνωσης με έδρα το Λονδίνο που έχει ως στόχο τη συστηματική καταγραφή και τεκμηρίωση της γης, της ιστορίας, της γεωγραφίας, του πολιτισμού και της κοινωνίας του παλαιστινιακού λαού, καθώς και πολλοί άλλοι ιστορικοί και μελετητές της Νάκμπα, έχουν αποδείξει πως η γη που εγκατέλειψαν οι Παλαιστίνιοι στη συνέχεια καταλήφθηκε και χρησιμοποιήθηκε έκτοτε από το νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ. Ο Αμπού Σίτα, συγκεκριμένα, έχει διεξαγάγει πολυάριθμες έρευνες για τη χαρτογράφηση των παλαιστινιακών οικισμών που υπήρχαν πριν από το 1948 και για την ανάλυση της δυνατότητας επιστροφής των προσφύγων, υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα στην επιστροφή δεν είναι μόνο δίκαιο αλλά και απολύτως εφικτό.

Για τις εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστινίους που από το 1948 και μετά παγιδεύτηκαν στη Λωρίδα της Γάζας, οι Εβραίοι που κατέλαβαν τη γη τους δεν είναι τίποτε άλλο παρά έποικοι· έποικοι που από τις πρώτες κιόλας μέρες της ζωής του κράτους του Ισραήλ υπερασπίζονταν με τα όπλα και με τις σφαίρες τις γαίες που είχαν αρπάξει από τους νόμιμους κατόχους, χρησιμοποιώντας ως προκεχωρημένα φυλάκια τα κιμπούτς —εκείνα που πολλοί στο εξωτερικό θεωρούσαν απλώς το καμάρι του μεγάλου σοσιαλιστικού μοντέλου του νεογέννητου εβραϊκού κράτους.

Η επώδυνη αυτή ιστορία, που ουδέποτε θεραπεύτηκε, με­ταδίδεται από γενιά σε γενιά μεταξύ των Παλαιστινίων —και είναι πρέπον να θυμίσουμε ότι το ξερίζωμα των Παλαιστινίων από τη γη τους είχε ήδη ξεκινήσει πολύ πριν από το 1948, κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς βρετανικής αποικιοκρατίας (1920-1948). Οι Βρετανοί ευνοούσαν σχεδόν αδιάκοπα τα μεταναστευτικά κύματα που οδήγησαν πολλούς Εβραίους από την Ευρώπη να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη, με σκοπό να ξεφύγουν από τις διώξεις και να οικοδομήσουν μια νέα ζωή στη «γη των προγόνων τους». Αλλά εκείνη η γη κατοικούνταν ήδη, και η ιδέα της εκδίωξης του ντόπιου πληθυσμού ήταν ξεκάθαρη εξαρχής στη σιωνιστική ηγεσία της εποχής.

Θα ήταν ποτέ δυνατόν να μη διδαχθεί αυτή η ιστορία, ή να απαιτείται από τους ανθρώπους απλώς να την ξεχάσουν; Ας φανταστούμε πόση βαναυσότητα ενέχει η αξίωση κάποιου οι Αρμένιοι να μη μιλούν για τις βιαιότητες που υπέστησαν και για τη μεγάλη αρπαγή της ζωής, της γης και του πολιτισμού τους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας που διέπραξαν οι Οθωμανοί —το ίδιο ισχύει και για τους αυτόχθονες λαούς της Αυστραλίας, της Αμερικής και τόσων άλλων θεάτρων γενοκτονίας στην ιστορία.

Κι όμως, όταν εργαζόμουν στην Παλαιστίνη ως νομική σύμβουλος της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων του ΟΗΕ για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA) και στα επόμενα χρόνια, συχνά είχα την αίσθηση ότι οι αμερικανικές διοικήσεις ανέμεναν από την υπηρεσία να πετύχει τον κατευνασμό, την ειρήνευση των Παλαιστινίων.

Όποια και αν ήταν τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί σε βάρος των παππούδων τους, της γης τους, της ζωής τους, από το 1948 και μετά, ο παλαιστινιακός λαός θα έπρεπε όχι μόνο να αποδεχτεί το Ισραήλ, αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ να το αγαπήσει —και βέβαια να μην το αμφισβητήσει.

Ένα από τα καθήκοντά μου, όταν έφτασα στην Παλαιστίνη το 2010, ήταν να πραγματοποιήσω έναν έλεγχο (audit) του προγράμματος της UNRWA που αφορούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα σχέδια μαθημάτων και τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών που χρησιμοποιούνταν στα σχολεία της.

Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιούνταν για λογαριασμό του Αμερικανού δωρητή της UNRWA —που ήταν ανέκαθεν ο κύριος χρηματοδότης των οικονομικών της υπηρεσίας— και εγώ προετοίμαζα όσα χρειάζονταν, ώστε να μπορέσουν οι τρεις ελεγκτές που είχαν φτάσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες να διεξαγάγουν την επιθεώρησή τους, η οποία είχε σκοπό να εξετάσει το εκπαιδευτικό υλικό της UNRWA και να βεβαιωθεί ότι δεν περιείχε οτιδήποτε θα μπορούσε να «υποκινήσει την τρομοκρατία, τον αντισημιτισμό ή τη βία». Προφανώς ουδέποτε προέκυψε κάτι που θα μπορούσε να παραπέμψει σε «αντιισραηλινά ή αντισημιτικά μηνύματα», ωστόσο τα προγράμματα αυτά βρίσκονται εδώ και χρόνια μονίμως στο στόχαστρο, καθώς η ισραηλινή κυβέρνηση και οι σύμμαχοί της τα κατηγορούν ότι περιέχουν αντισημιτικά μηνύματα.

Μολονότι η UNRWA, βάσει ενός πρωτοκόλλου συμφωνίας που υπεγράφη με το Ισραήλ το 1967, ασχολήθηκε πάντα με τη φροντίδα περίπου πέντε εκατομμυρίων Παλαιστίνιων προσφύγων στα κατεχόμενα εδάφη, απαλλάσσοντας έτσι το Ισραήλ —όντας δύναμη κατοχής— από το συγκεκριμένο βάρος, τα πράγματα άλλαξαν με τη διαδικασία ειρήνης που ξεκίνησε με τη Διάσκεψη της Μαδρίτης, δηλαδή από το 1991 και μετά.

Μέχρι τότε για το προσφυγικό ζήτημα σχεδόν κανείς δεν μιλούσε. Όμως, στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας, οι Παλαιστίνιοι —κι όχι μόνο— άρχισαν να σκέφτονται τι θα σήμαιναν η ειρήνη και η λύση των δύο κρατών για τους πρόσφυγες. Όλη αυτή η πλούσια παραγωγή εκτιμήσεων, ιστορικών ανασυγκροτήσεων, νομικών αναλύσεων, στατιστικών και οικονομικών υπολογισμών καθίστατο ένα αγκάθι στο πλευρό του Ισραήλ, το οποίο θεωρούσε το ζήτημα των προσφύγων λήξαν, νεκρό και ενταφιασμένο.

«Έγινε πριν από τόσα χρόνια —ποιος το θυμάται πια!» μου είπε με επιδεικτική αδιαφορία ένας γνωστός Ισραηλινός νομικός στη διάρκεια ενός σεμιναρίου το 2017.

Το Ισραήλ τους Παλαιστινίους δεν τους βλέπει, δεν τους ακούει και, το χειρότερο, δεν τους «νιώθει». Για τη συντριπτική πλειονότητα των Ισραηλινών που παρεμβαίνουν δημόσια, αλλά και για πολλούς εκπροσώπους της εβραϊκής διασποράς, υπάρχει μόνο μία οπτική: εκείνη του Ισραήλ. Πώς το Ισραήλ ζει την ιστορία, πώς βιώνει τον πόνο, σε ποιο πλαίσιο κινείται.

Πολλοί διανοούμενοι, αν και δηλώνουν μετριοπαθείς και αντίθετοι στην κατοχή, επικεντρώνονται μόνο στην καταδίκη της βίας της Χαμάς, ενώ σιωπούν για τους τρομακτικούς αριθμούς των Παλαιστίνιων θυμάτων και για την καταστροφή που προκάλεσε ο ισραηλινός στρατός μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023. Επαναλαμβάνουν ατεκμηρίωτες κατηγορίες, όπως εκείνες περί μαζικών βιασμών, αλλά αποφεύγουν να αναγνωρίσουν τις αγριότητες που έχει υποστεί ο παλαιστινιακός πληθυσμός.

Η γλώσσα αλλάζει, όταν μιλούν για τους Παλαιστινίους.

***

Αλλά ας επιστρέφουμε στο 2010: για να προετοιμάσω τον έλεγχό μου, είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ για πρώτη φορά ολόκληρη την περιοχή που συνήθως αποκαλείται «Λωρίδα της Γάζας» και να επιστρέφω εκεί αρκετές φορές κατά τους επόμενους μήνες. Στη διάρκεια μίας από τις επισκέψεις, στο αίθριο ενός σχολείου είχε στηθεί μια έκθεση με πίνακες που είχαν ζωγραφίσει τα παιδιά. Θυμάμαι ότι μερικοί από αυτούς με συγκίνησαν βαθιά: δεν ήταν σε χαρτί, όπως σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι, αλλά σε καμβά, και έδειχναν μια δεξιοτεχνία και μια ομορφιά που δεν περίμενα ότι θα μπορούσα ποτέ να βρω σ’ εκείνο το περιβάλλον.

«Ποιος έκανε αυτούς τους πίνακες;» ρώτησα τούς δασκάλους.

«Ένα κοριτσάκι της πρώτης γυμνασίου, είναι πολύ καλή, δεν είναι;»

«Θα μου άρεσε να έχω έναν από τους πίνακές της: αυτόν εδώ» είπα, δείχνοντας μια εικόνα που έχω ακόμα μπροστά στα μάτια μου —δύο κορίτσια με στρογγυλά πρόσωπα και γαλάζια μάτια σαν τον ουρανό πίσω τους, όπου πετά ένα μεγάλο χοντρό περιστέρι. «Θα ήθελα επίσης να τη γνωρίσω. Είναι δυνατόν;»

Έτσι, εκείνο το απόγευμα πριν από δεκαπέντε χρόνια, γνώρισα τη Μαλάκ Ματάρ, που τότε ήταν ένα εντεκάχρονο κορίτσι με γεμάτο πρόσωπο και δύο πλεξούδες από πυκνά μαύρα μαλλιά. Τη θυμάμαι πανέμορφη και πολύ ντροπαλή —δεν μιλούσε αγγλικά αλλά, με τη βοήθεια των καθηγητών της, μου είπε με γλυκύτητα ότι δεν μπορούσε να μου πουλήσει τον πίνακα που μου άρεσε τόσο πολύ. Πρώτον, επειδή ανήκε στο σχολείο. Και δεύτερον, επειδή εκείνη δεν ήξερε να μου προτείνει μια τιμή, θα έπρεπε να ρωτήσει αν επιτρεπόταν να δεχτεί χρήματα, αλλά δεν ήταν εκεί ο θείος της —ένας γνωστός ζωγράφος της Γάζας— που της είχε διδάξει να ζωγραφίζει.

Χρόνια αργότερα, ενώ έκανα μια διαδικτυακή έρευνα για την εικόνα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην αφίσα ενός συνεδρίου, βρέθηκα μπροστά σ’ έναν πίνακα όπου λευκά περιστέρια πετούσαν γύρω από ανθρώπινες φιγούρες με μεγάλα μάτια και απαλά πρόσωπα· και ξαφνικά είχα μια επιφοίτηση. «Αυτό το έργο είναι Παλαιστινίου;», ρώτησα.

Κάποιος μού το επιβεβαίωσε: «Ναι, είναι Παλαιστινίου».

«Και μάλιστα θα πρέπει να είναι Παλαιστινίου της Γάζας. Σωστά;»

«Ναι, η ζωγράφος είναι από τη Γάζα. Τη λένε Μαλάκ Ματάρ.»

Δεν είχα καμία αμφιβολία: μόνο αυτή μπορούσε να είναι — το κορίτσι που είχα συναντήσει για λίγο πριν από τόσα χρόνια, σ’ ένα από τα σχολεία της UNRWA.

Της έγραψα αμέσως και στο σημείο εκείνο το είχα ήδη αποφασίσει: έπρεπε οπωσδήποτε να έχουμε ένα από τα έργα της για την αφίσα της εκδήλωσής μας —και έτσι έγινε. Επρόκειτο για ένα συνέδριο για την επέτειο των είκοσι ετών από τον θάνατο του Έντουαρντ Σαΐντ, του σπουδαίου Παλαιστίνιου διανοούμενου και συγγραφέα, που υπήρξε καθηγητής στο Columbia University. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 3 Οκτωβρίου 2023, λίγες μόλις ημέρες πριν από το γεγονός που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή των Παλαιστινίων και των Ισραηλινών, και φυσικά όλων των κατοίκων της Γάζας —ανάμεσά τους και της Μαλάκ και της οικογένειάς της.

Από εκείνη τη στιγμή δεν σταματήσαμε να είμαστε σε επαφή.

Έπρεπε όμως να μεσολαβήσουν αρκετά χρόνια μεταξύ της πρώτης μας συνάντησης και της επόμενης, η οποία δεν έγινε στη Γάζα αυτήν τη φορά αλλά στο Λονδίνο, και μόνο στο τέλος του 2024, επ’ ευκαιρία μιας υπέροχης διάλεξης στη Σχολή Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου όπου είχα μιλήσει μαζί με τον Γασάν Αμπού Σίτα. Εκείνο το βράδυ, μέσα στο πλήθος, αναγνώρισα αμέσως τη Μαλάκ και, μετά τη διάλεξη, καταφέραμε επιτέλους να αγκαλιαστούμε.

Εκείνη μου διηγήθηκε ότι είχε αφήσει τη Γάζα ακριβώς την παραμονή της 7ης Οκτωβρίου και ότι μετά μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου είχε γίνει δεκτή σ’ ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα Καλών Τεχνών στη Σχολή Σεντ Μάρτινς (St Martin’s School) —μία από τις σημαντικότερες σχολές του κόσμου για τις οπτικές τέχνες. Αντίθετα, η οικογένειά της —που αποτελούνταν από τους γονείς της και από τα δύο αδέλφια της —είχε μείνει στη Γάζα και προσπαθούσε απεγνωσμένα και με κάποιο μυθιστορηματικό τρόπο να βρει καταφύγιο στην Αίγυπτο. Χρειάστηκε να περάσουν πολλοί μήνες έως ότου, έχοντας επιβιώσει με θαυματουργό τρόπο από τους βομβαρδισμούς και σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες, καταφέρουν να εγκαταλείψουν τη Γάζα.

«Αρχικά» μου εξήγησε «ένα μέρος της οικογένειάς μου αποφάσισε να μείνει στον Βορρά. Σκέφτονταν: “Αυτή η γη είναι δική μας και θα τη σώσουμε —έχουμε το χρέος να την προστατέψουμε από κάθε αποικιοκρατική επιβουλή, οπότε θα μείνουμε εδώ. Ας μας σκοτώσουν, αν θέλουν, αλλά εμείς δεν φεύγουμε”. Εξάλλου, για πολλούς ανθρώπους, όπως και για τους δικούς μου, η απόφαση να φύγουν ή να μείνουν συνοδευόταν ανέκαθεν από μια ανοιχτή πληγή του παρελθόντος: μετά τη Νάκμπα του ᾿48, όσοι άφηναν τη γη τους δεν μπορούσαν ποτέ να επιστρέψουν».

Ωστόσο, μια μέρα συνέβη κάτι που τούς ανάγκασε να φύγουν από τη συνοικία Ριμάλ, όπου κατοικούσαν: το γυμνάσιο όπου δίδασκε η μητέρα της βομβαρδίστηκε λίγα λεπτά αφότου εκείνη είχε βγει, ενώ ακόμα βρισκόταν στο αυτοκίνητο για να επιστρέψει στο σπίτι. Έτσι μετακινήθηκαν, βρίσκοντας καταφύγιο στα βόρεια της Λωρίδας της Γάζας: πρώτα σε μια συνοικία που ονομάζεται αλ-Καράμα και στη συνέχεια κοντά στο νοσοκομείο αλ-Σίφα.

Και μέσα σε όλα αυτά η οικογένεια αναγκάστηκε να χωριστεί: οι άντρες από τη μία, οι γυναίκες και τα παιδιά από την άλλη. Μια τρελή κατάσταση. Λίγες ημέρες αργότερα αποφάσισαν να πάνε νότια. Οι σειρήνες ηχούσαν όλο και πιο συχνά, ατέλειωτα ποτάμια ανθρώπων εγκατέλειπαν τις εστίες τους, και οι πιέσεις ώστε ο κόσμος να εγκαταλείψει τον Βορρά και να μετακινηθεί προς τον Νότο γίνονταν ολοένα και πιο ασφυκτικές.

«Η οικογένειά μου πήγε στην πόλη Ντέιρ αλ-Μπάλα και για πέντε μήνες έζησε στο σπίτι της θείας μου. Για μένα ήταν εφιάλτης: μόλις είχα φτάσει στο Λονδίνο και εξαιτίας όλων αυτών των μετακινήσεων δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί τους. Δεν είχα νέα, δεν ήξερα πώς ήταν, ούτε αν ήταν ζωντανοί ή νεκροί. Προσπαθούσα συνεχώς να τους καλέσω, αλλά δεν υπήρχε δίκτυο και απαντούσε μόνο μια μουσικούλα. Από τον ενθουσιασμό για τη νέα μου πορεία στη Σεντ Μάρτινς, που θα μου επέτρεπε να αναπτυχθώ ως καλλιτέχνις, βούλιαξα στην αγωνία να μην ξέρω αν οι αγαπημένοι μου άνθρωποι ήταν ασφαλείς».

Εκείνο το βράδυ, μετά την εκδήλωση στο Λονδίνο, εγώ και η Μαλάκ καταφέραμε να ανταλλάξουμε μόνο λίγες κουβέντες και η αφήγησή της ολοκληρώθηκε πολλούς μήνες αργότερα. Ακριβώς αυτές τις ημέρες του Μαρτίου του 2025, καθώς τελειώνω τη συγγραφή του βιβλίου, βρέθηκα ξανά στο Λονδίνο. Έτσι κατάφερα να οργανώσω ένα πιο προσωπικό δείπνο, και επιτέλους η Μαλάκ μπόρεσε να μου εξιστορήσει το δεύτερο μέρος αυτής της περίπλοκης και οδυνηρής περιπέτειας· «η οποία σε κάθε περίπτωση είναι πολύ λιγότερο οδυνηρή από τόσες άλλες», διευκρίνισε αμέσως μόλις καθίσαμε στο τραπέζι, πριν καν επιλέξουμε τι θα φάμε. «Η οικογένεια του φίλου μου, του Αχμέντ, για παράδειγμα, τους τελευταίους μήνες ξεκληρίστηκε ολόκληρη. Δεν του έχει απομείνει κανείς».

Η οικογένεια της Μαλάκ, απεναντίας, κατάφερε να σωθεί. «Αφού προσπαθήσαμε με κάθε δυνατό τρόπο, καταλάβαμε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος από το να συγκεντρώσουμε αρκετά χρήματα, ώστε να μπορέσουμε να δωροδοκήσουμε τούς Αιγύπτιους, δηλαδή ένα πάρα πολύ μεγάλο ποσό, πέντε χιλιάδες δολάρια για κάθε άτομο, συνολικά είκοσι χιλιάδες, αφού η οικογένειά μου αποτελείται από τέσσερα άτομα: οι γονείς μου, ο αδελφός μου και η αδελφή μου. Ευτυχώς κατάφεραν να μαζέψουν τις οικονομίες τους και να αφήσουν την Παλαιστίνη, για να καταφύγουν στην Αίγυπτο. Τελικά την ημέρα της εκκένωσης πήγα κι εγώ στην Αίγυπτο και έτσι κατάφερα να τους ξαναδώ. Ήταν συγκλονισμένοι ψυχικά, σοκαρισμένοι και τραυματισμένοι σωματικά: όταν το κτίριο απέναντί τους βομβαρδίστηκε, τα τζάμια των παραθύρων εξερράγησαν και έπεσαν πάνω στην αδελφή μου. Αλλά η ίδια μού είπε ότι οι πιο τρομακτικές στιγμές ήταν εκείνες της πορείας από την Ντέιρ αλ-Μπάλα μέχρι τα σύνορα, όπου ο δρόμος ήταν γεμάτος πτώματα σκοτωμένων ανθρώπων, πεταμένα στο έδαφος, κατά μήκος της διαδρομής. Προσεύχονταν όλη την ώρα, αλλά, όταν επιτέλους έφτασαν στην Αίγυπτο, τους καταπλάκωοε ένα αίσθημα ενοχής, επειδή είχαν επιζήσει. Η μητέρα μου ήταν συντετριμμένη. Συνέχιζε να μου λέει: “Πώς μπόρεσα να αφήσω πίσω τόσους ανθρώπους; Προπαντός εκείνους που με φιλοξένησαν. Και τους φίλους μου, τους συγγενείς μου, τα πράγματά μου… ’’. Ακόμα και τώρα δεν μπορεί να το ξεπεράσει».

Τότε ξεκίνησε μια άλλη μάχη —αυτήν τη φορά νομικής φύσης— καθώς η βρετανική κυβέρνηση είχε απορρίψει την αίτηση για βίζα που είχαν κάνει οι συγγενείς της Μαλάκ, για να μπορέσουν να βρεθούν κοντά της, και χρειάστηκε να υποβάλουν αγωγή, προκειμένου να ακυρώσουν την απόφαση. «Συμμετείχαμε σε αμέτρητες ακροάσεις, και οι δικηγόροι δεν σταματούσαν να μου λένε: “Μαλάκ, δίνεις μια μάχη που μάλλον θα χάσεις”. Αλλά εγώ έλεγα μέσα μου: “Ε, τουλάχιστον να τη δώσουμε αυτή τη μάχη”».

Η προσφυγή τους, όπως διηγείται η Μαλάκ, βασιζόταν στο να αποδείξουν πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη να έχει την οικογένειά της δίπλα της. Το αίτημά της στηριζόταν σε μαρτυρίες διάφορων ειδικών: ψυχολόγων, κοινωνιολόγων και άλλων επαγγελματιών. Το κύριο εμπόδιο ήταν η αντίληψη ότι τα προσφιλή της πρόσωπα θα μπορούσαν να αποτελέσουν «απειλή για την ασφάλεια» και σε κάθε ακρόαση τύχαινε κάποιος δικηγόρος της αντίθετης πλευράς να αναφέρεται σε αυτούς σαν να ήταν επικίνδυνοι άνθρωποι.

Χρειάστηκε να αποδείξουν ότι όλοι τους αγαπούσαν την τέχνη, το θέατρο… λες και, εμμέσως, σ’ όποιον δεν έχει κουλτούρα δεν αξίζει να προσφέρεται μια ανάλογη ευκαιρία.

Ύστερα από ατελείωτους μήνες νίκησαν. Πράγματι τις πρώτες εβδομάδες του 2025 εγκρίθηκαν οι βίζες, βάσει της οικογενειακής επανένωσης, και πολύ σύντομα οι δικοί της θα μπορέσουν να συναντήσουν τη Μαλάκ στο Λονδίνο. Σ’ εκείνο το σημείο της αφήγησης πήρε το πιρούνι και μ’ έναν αναστεναγμό άρχισε να τρώει.

«Και οι δύο γονείς μου μεγάλωσαν στη Γάζα ως πρόσφυγες, αφού το 1948 τόσο η οικογένεια της μητέρας μου όσο και εκείνη του πατέρα μου είχαν εκτοπιστεί βίαια από τους τόπους τους: ο πατέρας μου κατάγεται από το χωριό Αλ-Τζούρα, ενώ η μητέρα μου από το χωριό Αλ-Μπατάνι αλ-Σαρκί, από τα οποία εδώ και καιρό δεν έχει απομείνει τίποτα και έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τον χάρτη. Αλλά, αν και δεν κατάφερα ποτέ να τα επισκεφτώ, νιώθω πως τα γνωρίζω καλά, γιατί οι παππούδες μού μιλούσαν συνέχεια γι’ αυτά. Από τότε που ήμουν παιδί ανέπτυξα μια βαθιά αίσθηση ένταξης σ’ εκείνους τους τόπους όπου βρίσκονται οι ρίζες μου —και φυσικά η σχέση που έχω με τη Γάζα είναι αρκετά πολύπλοκη».

Τα χωριά για τα οποία μου μιλούσε η Μαλάκ έχουν σβηστεί από τον χάρτη της Ιστορίας με τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ· αλλά στην πραγματικότητα η γη, τα ερείπια των σπιτιών, οι τάφοι των προγόνων των παλαιστινιακών οικογενειών που εκτοπίστηκαν το 1948… είναι ακόμα εκεί, στο Ισραήλ.

«Άρα δεν τη νιώθεις σπίτι σου;» τη ρώτησα.

«Ε, λοιπόν», μου απάντησε μ’ ένα χαμόγελο πολύ εύγλωττο. «Ναι, τη νιώθω. Είμαι πρόσφυγας, η ιστορία της οικογένειάς μου δεν διαδραματίστηκε εκεί, όμως εκεί μεγάλωσα και εκεί άρχισα να μαθαίνω τη γλώσσα της τέχνης, χάρη στον θείο μου, τον Μοχάμεντ Μουσάλαμ, που είναι ένας καλλιτέχνης διεθνούς φήμης και έχει εργαστεί πολύ και ως εκπαιδευτικός εικαστικών στη Γάζα. Οπότε, ναι, για να απαντήσω στην ερώτησή σου, θα μπορούσα να σου πω ότι η Γάζα δεν είναι η πατρίδα μου, όμως σήμερα θα την επέλεγα για πατρίδα μου. Κι ακόμα περισσότερο τώρα, ίσως, που η συνοικία στην οποία μεγάλωσα έχει κυριολεκτικά ισοπεδωθεί και ζει μόνο στη μνήμη μας. Οι πιο όμορφες αναμνήσεις μου είναι από τη Γάζα και, παρά τα όσα συνέβησαν, για μένα είναι ένας τόπος όπου μπορεί κανείς να ονειρευτεί. Οταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων, με κάλεοαν να εκθέσω έργα μου στο Μπρίστολ, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Προφανώς ήμουν πανευτυχής· πήγα στον πατέρα μου και τον ρώτησα: «Μπαμπά! Μπορώ να πάω; θα μου δώσουν την άδεια; Αυτοί οι άνθρωποι λένε ότι θα πληρώσουν τα πάντα, θέλουν μόνο να πάω εκεί και να μιλήσω λίγο για τη ζωγραφική μου”. Αλλά εκείνος μού απάντησε: “Νομίζεις ότι το Ισραήλ θα σου επιτρέψει να πας στο εξωτερικό για μια έκθεση, όταν δεν δίνει άδεια να φύγουν ούτε στους καρκινοπαθείς, που μένουν εδώ εγκλωβισμένοι, να πεθάνουν χωρίς φάρμακα;” Τα λόγια του με πλήγωσαν πολύ, αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να συνεχίσω να ζωγραφίζω, να ονειρεύομαι και να έχω φιλοδοξίες στη ζωή. Και το ίδιο ένιωθα και για όλους τους φίλους μου. Ο καθένας μας είχε μια εσωτερική ώθηση να δημιουργήσει, να πετύχει κάτι».

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που ανέκαθεν με εντυπωσίαζε στους Παλαιστινίους. Ακόμα και υπό στρατιωτική δικτατορία και σε συνθήκες πραγματικής πολιορκίας —εκείνης που βιώνει η Γάζα σε όλους τους τομείς και σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής από το 2007 και μετά— υπό στρατιωτικό (και όχι μόνο στρατιωτικό) αποκλεισμό, υπό κατοχή, σε συνθήκες πραγματικά δύσκολες, κατάφεραν να διατηρήσουν εκείνη την ορμή, εκείνη την αγάπη για τη ζωή που διαφαίνεται σε κάθε λέξη και σε κάθε ανάσα της αφήγησης της Μαλάκ, και που την έχω δει, όπως η ίδια διηγείται, σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Δεν άφησαν ποτέ να τους συνθλίψουν, και αυτό κάνει την τεράστια διαφορά: γιατί, όταν αγωνίζεσαι με όλες σου τις δυνάμεις για να ζήσεις μια δίκαιη και αξιοπρεπή ζωή, κανείς δεν μπορεί να παρέμβει, να ανακατευτεί στη ζωή σου ή να αποφασίσει για λογαριασμό σου.

***

Αφού αποφοίτησε με άριστα από το λύκειο και κέρδισε μια υποτροφία για να τελειοποιήσει την τέχνη της στην Τουρκία, η Μαλάκ χρειάστηκε έναν ολόκληρο χρόνο για να αποκτήσει τις άδειες που ήταν απαραίτητες, ώστε να μπορέσει να φύγει. Θα μπορούσε πλέον να συνεχίσει τις σπουδές της στη Γαλλία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και οι δύο χώρες αρνήθηκαν να της δώσουν βίζα.

Μου διηγήθηκε πως, κατά τον πρώτο της χρόνο εκτός Παλαιστίνης, της αρνήθηκαν την είσοδο σχεδόν όλες οι χώρες. Η ιδέα της ελευθερίας που είχε καλλιεργήσει για τόσο καιρό έγινε συντρίμμια μπροστά στην πραγματικότητα. Πίστευε πως, μόλις έβγαινε από τη Γάζα, θα ήταν επιτέλους ελεύθερη, με τα φτερά για να πετάξει όπου θα επιθυμούσε. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν έτσι. Τον καιρό που έμενε στην Τουρκία συνειδητοποίησε πως δεν αρκεί να φύγεις σωματικά από τη Γάζα, αν όλος ο κόσμος εξακολουθεί να βλέπει τους Παλαιστινίους ως απειλή.

«Σε κάθε περίπτωση» μου είπε σηκώνοντας το κεφάλι, με τα μάτια πιο φλογερά, «χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες, αλλά τώρα ζω εδώ και ταξιδεύω τόσο πολύ, που στο διαβατήριό μου έχει μείνει μόνο μία κενή σελίδα. Κι αυτό, για μένα, είναι αντίσταση!» κατέληξε γελώντας. «Είναι βλακεία, έτσι;»

«Καθόλου» της απάντησα. Χαμογελούσα κι εγώ, αλλά θα ήθελα να κλάψω, καθώς σκεπτόμουν τις περιπέτειες της Μαλάκ και ύστερα τις σφραγίδες στα διαβατήρια των παιδιών μου.

«Για μένα είναι σημαντικό να μπορώ να πω στους εποίκους: «Ξέρετε κάτι; Εγώ φεύγω, βγαίνω έξω στον κόσμο, για να κάνω γνωστή την τέχνη μου!” Αυτό είναι το πνεύμα με το οποίο μεγάλωσα ως γυναίκα και ως καλλιτέχνις στη Γάζα. Σκέψου πως στην πρώτη μου ατομική έκθεση είχα παρουσιάσει έναν μεγάλο πίνακα για τη διαφθορά, τις δυναμικές της εξουσίας, και ένας ηλικιωμένος καθηγητής ήρθε και μου είπε: “Η ζωγραφική σου είναι ενδιαφέρουσα, αλλά είσαι ένα νέο κορίτσι, δεν θα ήταν καλύτερα να ζωγραφίζεις λουλούδια, ανθοδοχεία, κάτι χαριτωμένο, και να αφήσεις την πολιτική στους άνδρες;” Ίσως ήταν ακριβώς αυτού του είδους τα σχόλια που, αντί να με αποθαρρύνουν, με παρακίνησαν να διαψεύσω τις προσδοκίες των άλλων και να κάνω ό,τι περνούσε από το χέρι μου, προκειμένου να αντηχήσουν και να μπορέσουν να ακουστούν οι φωνές μας —στην πραγματικότητα αυτά τα περιστατικά υπήρξαν καθοριστικά σημεία της καλλιτεχνικής μου πορείας.»

Οι αληθινά δύσκολες προκλήσεις, μου διηγήθηκε η Μαλάκ, ήταν εντελώς άλλες: το κατάστημα τέχνης απ’ όπου αγόραζε τα χρώματα βομβαρδίστηκε και δεν υπάρχει πια· η γκαλερί όπου ονειρευόταν να εκθέσει τα έργα της καταστράφηκε· πολλοί από τους φίλους της που σύχναζαν στο σπίτι της για να συζητήσουν και να ζωγραφίσουν μαζί, σκοτώθηκαν. Αυτή είναι η πραγματικότητα για όποιον ασχολείται με την τέχνη στη Γάζα: να ζει και να δημιουργεί υπό συνθήκες κατοχής.

Με μάτια να φλέγονται, μου αφηγήθηκε πως, όταν ήταν δεκατεσσάρων ή δεκαπέντε χρόνων, είχε λάβει μια παραγγελία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, από το Τενεσί: έναν πίνακα μ’ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο· αλλά, τη στιγμή που θα τον έστελνε, στο ταχυδρομείο την είχαν ρωτήσει: «Είναι πολιτικό έργο τέχνης;». Οποιοσδήποτε καλλιτέχνης ζούσε στη Γάζα έπρεπε πάντα να παλεύει με μια μορφή λογοκρισίας για το τι μπορούσε ή δεν μπορούσε να ζωγραφίσει, ποια σύμβολα μπορούσε ή δεν μπορούσε να συμπεριλάβει στα έργα του. Αν ένα έργο θεωρούνταν πολιτικό, οι στρατιωτικοί θα μπορούσαν να το κατασχέσουν. Αν, για παράδειγμα, σ’ έναν πίνακα έβαζε μια κεφίγια, αυτή θα θεωρούνταν πολιτικό σύμβολο; θα της έπαιρναν τον πίνακα;

Σ’ εκείνο το σημείο τη ρώτησα πόσο δύσκολο υπήρξε για την ίδια να γίνει καλλιτέχνις, ζώντας σε συνθήκες κατοχής.

«Πάρα πολύ» μου απάντησε σοβαρά. «Υπήρξε απίστευτα δύσκολο. Ξέρεις γιατί μας μισούν και θέλουν να καταστρέψουν κάθε πτυχή της τέχνης; Γιατί η τέχνη είναι ελπίδα. Να γιατί σκότωσαν τον Ρεφαάτ Αλαρίρ, γιατί μέσα από τα ποιήματά του έδινε ελπίδα σε πολλούς. Η πιο ανησυχητική πραγματικότητα με την οποία είναι υποχρεωμένη να αναμετρηθεί η κατοχή είναι ότι εμείς μιλάμε τη γλώσσα της τέχνης, που είναι η πιο ισχυρή γλώσσα εναντίον κάθε μορφής αποανθρωποποίησης: το να πετυχαίνεις να αγγίζεις άλλους ανθρώπους μ’ ένα ποίημα ή έναν πίνακα είναι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις σκόνη όλα τα στερεότυπα. Γι’ αυτό πιστεύω στ’ αλήθεια ότι η τέχνη είναι επικίνδυνη» κατέληξε χαμογελώντας.

Όταν τελειώσαμε το φαγητό, κάναμε έναν περίπατο και περάσαμε μέσα από έναν από τους πολλούς μικρούς κήπους που είναι διάσπαρτοι στο κέντρο του Λονδίνου.

Κοίταζα το φεγγαρόφωτο πρόσωπο της Μαλάκ, πολύ γλυκό αλλά με βλέμμα σημαδεμένο και σκληραγωγημένο από τη βία, από την καταπίεση, καθώς μου έλεγε ότι ακόμα κι εκεί, στο Λονδίνο, πολλά πράγματα εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά δύσκολα για εκείνη: για παράδειγμα, αυτήν τη στιγμή προσπαθεί να βρει ένα σπίτι που να μπορεί να φιλοξενήσει όλη την οικογένεια, όταν οι δικοί της καταφέρουν να έρθουν κοντά της, αλλά τα ενοίκια είναι υπερβολικά υψηλά, και με την υποτροφία της είναι πολύ δύσκολο. Η δική τους ιστορία βέβαια είναι αξιοθαύμαστη, γιατί όλοι είναι ζωντανοί, προπαντός σε σύγκριση με τη συνεχή αγωνία που η Μαλάκ ένιωθε πριν οι δικοί της φτάσουν στην Αίγυπτο, όταν ήξερε πως δεν είχαν φαγητό, ότι πάνω από τα κεφάλια τους οι βόμβες έπεφταν σαν βροχή, και πως κινδύνευαν να πεθάνουν ανά πάσα στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, όπως μου τόνισε, κάθε φορά που κατάφερναν να μιλήσουν στο τηλέφωνο, ο πατέρας της τη ρωτούσε μόνο: «Λοιπόν, τι ζωγραφίζεις αυτές τις μέρες;»

Η Μαλάκ στην αρχή δεν καταλάβαινε: «Μα, τι σημασία έχει, μπαμπά;» Και τότε εκείνος της το εξηγούσε: «Εσύ είσαι εκεί για έναν λόγο, Μαλάκ. Πρέπει να ζωγραφίσεις τη ζωή μας, τον αγώνα μας, όλα όσα περνάμε. Εσύ είσαι καλλιτέχνις, επομένως είσαι η φωνή μας.»

Εκείνα τα λόγια, μου είπε, δεν θα τα ξεχάσει ποτέ. Να ακούει τον επιζώντα μιας γενοκτονίας να της ζητά να δώσει φωνή, μέσα από τη ζωγραφική, σε όσα ο λαός της βίωνε, συνιστούσε για την ίδια τεράστια ευθύνη —και συνάμα τιμή. Αυτή ήταν και η αφετηρία για την ιδέα ενός μνημειώδους έργου: ενός πίνακα σχεδόν πέντε μέτρων επί δύο, στον οποίο προσπάθησε να μεταδώσει όλα όσα δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια. Το έργο το έχουν αποκαλέσει «Η Γκουέρνικα της Γάζας», αν και ο πραγματικός του τίτλος είναι «No Words» («Δίχως λόγια»). Είναι ένα έργο που γεννιέται από την καρδιά της συνεχιζόμενης γενοκτονίας, και είναι εξ ολοκλήρου σε ασπρόμαυρο —γιατί, όπως εξήγησε σε μια συνέντευξή της, «μόνο το μαύρο μπορεί να αποτυπώσει την πραγματικότητα, μια φρικτή πραγματικότητα που μας αφήνει άφωνους». Η Μαλάκ δεν βλέπει πια τα χρώματα της γης της.

Στους τοίχους γκράφιτι φωνάζουν στα αραβικά και στα αγγλικά: «Η Γάζα θα ζει για πάντα» και «Η Γάζα θα σας στοιχειώνει». Στον καμβά βλέπει κανείς ζώα να τρέφονται με πτώματα που σαπίζουν. Στο κέντρο ένας άντρας συγκλονισμένος, πάνω σ’ ένα γαϊδούρι, με το στόμα ορθάνοιχτο από τον πόνο, από το σοκ, από την ντροπή. Γύρω του σώματα και ερείπια: γυναίκες, άνδρες, παιδιά. Η σύνθεση είναι γεμάτη σκληρές λεπτομέρειες μιας βίας που πλημμυρίζει τον χώρο. Τα σπίτια, τα σχολεία, τα τζαμιά, τα πολιτιστικά κέντρα: όλα κατεστραμμένα. Κανείς δεν μιλά πια, σ’ εκείνο το έργο.

Η Μαλάκ ζωγράφισε τη σιωπή. Ζωγράφισε την εξαφάνιση δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, ποιητών, διανοούμενων. Ένα έργο που παγώνει το αίμα στις φλέβες, η Μαλάκ το ξέρει.

Αλλά η τέχνη της είναι καθαρή έκφραση, χωρίς φίλτρα, είτε όταν βλέπει τον κόσμο σε άσπρο μαύρο, είτε όταν χρησιμοποιεί τα χρώματα με τον δικό της μοναδικό τρόπο: όπως στον πίνακα που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου που κρατάς στα χέρια σου, και που ανήκει σ’ έναν κύκλο έργων από τον οποίο εμπνευστήκαμε και τον τίτλο Όταν ο κόσμος κοιμάται.

Καθώς αποχαιρετιόμαστε αγκαλιάζοντας η μία την άλλη, μ’ ένα θλιμμένο αλλά δηκτικό χαμόγελο η Μαλάκ μού λέει: «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο κόσμος ενδιαφέρεται να δει ζωγραφισμένο τον πόνο της Γάζας. Αλλά δεν υπάρχει αρκετή μπογιά, ώστε να μπορέσεις να τον διηγηθείς ολόκληρο.»

https://sarantakos.wordpress.com/2026/01/25/albanese/


Σκορδίλης Σπύρος

Reply all
Reply to author
Forward
0 new messages