Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 28 Ιουνίου 2026 στις 08:33
Στα νιάτα μου είχα μεταφράσει κάμποσα έργα του Ντάσιελ Χάμετ (1894-1961), του Αμερικανού συγγραφέα που θεωρείται ο εισηγητής της σκληροτράχηλης (hard-boiled) αστυνομικής λογοτεχνίας και που αργότερα έγινε κομμουνιστής και κυνηγήθηκε άγρια στα χρόνια του μακαρθισμού.
Είχα εκδώσει τρεις νουβέλες του Χάμετ στον τόμο «Το μεγάλο χτύπημα» (Καστανιώτης, 1984) και δύο μυθιστορήματα, Το γεράκι της Μάλτας και Κόκκινος θερισμός από τη Σύγχρονη Εποχή.
Τώρα με τη σύνταξη έχω πιο πολύ καιρό, οπότε σκέφτομαι να μεταφράσω μερικά διηγήματα του Χάμετ για να βγουν και σε βιβλίο. Ήδη είχα μεταφράσει ένα πριν από τέσσερα χρόνια και το έβαλα και στο ιστολόγιο. Τον Νοέμβριο παρουσίασα εδώ ένα ακόμα διήγημα. Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα το μετέφρασα πριν από μερικές μέρες.
Ο Χάμετ το δημοσίευσε στις 15 Οκτωβρίου 1923 στο λαϊκό περιοδικό Black Mask -ανήκε στο είδος των pulp περιοδικών, επειδή τυπωνόταν σε φτηνό χαρτί. Το υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα. Στο ίδιο τεύχος είχε ένα ακόμα διήγημα, που το υπέγραφε με το ψευδώνυμο Πίτερ Κόλινσον.
Το θέμα του διηγήματος είναι η απαγωγή της κόρης ενός πλούσιου και δυνατού βιομήχανου. Και πάλι, ο Χάμετ περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια και ακρίβεια την καθημερινή ρουτίνα του ιδιωτικού ντετέκτιβ, σε συνεργασία με τους ντετέκτιβ της αστυνομίας, όλη τη χαμαλοδουλειά της συγκέντρωσης στοιχείων. (Πολλά από όσα γράφει στα διηγήματα με ήρωα τον ανωνυμο ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού τα είχε ζήσει ο ίδιος όταν δούλευε στο γραφείο ντετέκτιβ Πίνκερτον, λέγεται δε ότι ο Κοντινένταλ Οπ είναι βασισμένος σε κάποιον προϊστάμενό του).
Η μετάφραση που έκανα είναι ακόμα «υπό κατασκευή», καλοδεχούμενες προτάσεις τροποποίησης. Όπως θα δείτε, σε διάφορα σημεία παραθέτω μια ή περισσότερες λέξεις του πρωτοτύπου -σημαίνει ότι εκεί έχω αμφιβολία.
Όλο το πρωτότυπο μπορείτε να το δείτε στη Βικιθήκη, όπως είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Black Mask (αλλά είναι λάθος αυτό που λέει, ότι το διήγημα δημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Πίτερ Κόλινσον).
Στη δική μου μετάφραση παίρνω υπόψη και τη μεταγενέστερη έκδοση σε βιβλίο, που έχει λίγες διαφορές (αναλυτικά, επισημαίνονται εδώ). Στην έκδοση σε βιβλίο άλλαξε και ο τίτλος σε The Gatewood Caper, Η κομπίνα με τον Γκέιτγουντ και κάποιος (ίσως ο ίδιος ο Χάμετ) πρόσθεσε στο τέλος του κειμένου μια φράση με τη λέξη caper.
Στη δημοσίευση στο περιοδικό, μετά τον τίτλο η σύνταξη του περιοδικού σημειώνει:
Όλοι ξέρουμε το μοντέρνο κορίτσι, αυτό το εξωτικό είδος. Εδώ μας παρουσιάζεται σε όλη της τη δόξα -αν πρόκειται για δόξα. Μια καλή αστυνομική ιστορία, με μπόλικη δράση και με μερικούς πραγματικούς ανθρώπους. Δικιά σας!
Οπότε, δικιά σας.
ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ
ή, Η ΚΟΜΠΙΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΚΕΪΤΓΟΥΝΤ
Πρώτη δημοσίευση: ‘Black Mask’, 15 Οκτωβρίου 1923
Ο Χάρβεϊ Γκέιτγουντ είχε δώσει εντολή να με δεχτούν αμέσως μόλις έρθω, οπότε χρειάστηκα μόλις κάτι λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας για να περάσω ανάμεσα από τους θυρωρούς, τους κλητήρες και τις γραμματείς που γέμιζαν σχεδόν όλο τον χώρο ανάμεσα στην είσοδο της Εταιρείας Ξυλείας Γκέιτγουντ και στο ιδιαίτερο γραφείο του προέδρου της. Ήταν τεράστιο, όλο μαόνι και μπρούντζος και πράσινο βελούδο και είχε στο κέντρο του ένα γραφείο από μαόνι σε μέγεθος κρεβατιού. Ο Γκέιτγουντ, σκύβοντας πάνω από το γραφείο του, άρχισε να μου γαβγίζει αμέσως μόλις αποχώρησε κάνοντας τεμενάδες ο δουλοπρεπής υπάλληλος που με είχε βάλει μέσα με μια υπόκλιση.
«Η κόρη μου! Την απήγαγαν χτες βράδυ! Θέλω τον ___ που το έκανε, κι ας μου κοστίσει και την τελευταία μου δεκάρα!»
«Πείτε μου τι συνέβη», του είπα.
Αλλά εκείνος ήθελε αποτελέσματα, όπως φαίνεται, δεν ήθελε ερωτήσεις, κι έτσι έχασα σχεδόν μια ώρα για να πάρω πληροφορίες που θα μπορούσε να μου τις δώσει σε ένα τέταρτο.
Ήταν ένας μαντράχαλος (a big bruiser) ίσαμε κει πάνω, κάπου 100 κιλά σκληρής, κόκκινης σάρκας, ένας τσάρος από την κορφή του στρογγυλού κεφαλιού του μέχρι τις μύτες των παπουτσιών του, τα οποία θα ήταν τουλάχιστον 47 νούμερο, αν δεν ήταν φτιαγμένα κατά παραγγελία.
Είχε βγάλει τα όχι λίγα εκατομμύριά του λιανίζοντας όποιον βρέθηκε στον δρόμο του και η οργή που τον κατέκλυζε τώρα δεν διευκόλυνε και πολύ τη συνεννόηση μαζί του.
Το κακιασμένο σαγόνι του (wicked jaw) [1] προεξείχε σαν ένα κομμάτι γρανίτη και τα μάτια του ήταν γεμάτα αίμα (filmed with blood) -βρισκόταν σε υπέροχη ψυχική διάθεση. Προς στιγμή φαινόταν πως το Ηπειρωτικό Γραφείο θα έχανε έναν πελάτη, γιατί είχα πάρει απόφαση πως αν δεν μου έλεγε όλα όσα ήθελα να μάθω θα παρατούσα τη δουλειά.
Τελικά όμως κατάφερα να του αποσπάσω την ιστορία.
Η κόρη του, η Όντρι, είχε βγει από το σπίτι τους, στην οδό Κλέι, γύρω στις 7 το περασμένο βράδυ, λέγοντας στην υπηρέτριά της ότι θα πήγαινε έναν περίπατο. Τη νύχτα δεν γύρισε -κάτι που ο Γκέιτγουντ το πληροφορήθηκε όταν διάβασε το γράμμα που ήρθε σήμερα το πρωί.
Το γράμμα ήταν από κάποιον που έλεγε ότι την είχαν απαγάγει. Ζητούσε 50.000 δολάρια για να την αφήσουν και έλεγε στον Γκέιτγουντ να ετοιμάσει τα λύτρα σε χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων -έτσι που να μην υπάρξει αργοπορία όταν θα του έλεγαν με ποιον τρόπο θα έφταναν τα λεφτά στους απαγωγείς της κόρης του. Σαν απόδειξη ότι η απαίτηση δεν ήταν φάρσα, μέσα στον φάκελο υπήρχε μια μπούκλα από τα μαλλιά της κοπέλας, ένα δαχτυλίδι που φορούσε πάντα και ένα σύντομο σημείωμα από την ίδια, στο οποίο ζητούσε από τον πατέρα της να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τους.
Ο Γκέιτγουντ είχε λάβει το γράμμα στο γραφείο του και αμέσως είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι του. Εκεί του είπαν ότι το κρεβάτι της κοπέλας δεν είχε χρησιμοποιηθεί την περασμένη νύχτα και ότι κανείς από τους υπηρέτες δεν την είχε δει από την ώρα που βγήκε για περίπατο. Έπειτα ειδοποίησε την αστυνομία και τους παρέδωσε το γράμμα· και λίγα λεπτά αργότερα, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει και ιδιωτικούς ντετέκτιβ.
«Λοιπόν», ξέσπασε, αφού του είχα βγάλει με το τσιγκέλι όλα τα παραπάνω και αφού μου είχε πει πως δεν ήξερε τίποτα για τις παρέες ή τις συνήθειες της κόρης του, «τώρα προχώρα και κάνε κάτι! Δεν σε πληρώνω για να κάθεσαι και να κουβεντιάζεις!»
«Εσείς, τι πρόκειται να κάνετε;» τον ρώτησα.
«Εγώ; Εγώ θα βάλω αυτούς τους ___ πίσω από τα σίδερα, ακόμα κι αν χρειαστεί να δώσω μέχρι και την τελευταία μου δεκάρα!».
«Ασφαλώς! Ετοιμάστε όμως πρώτα εκείνες τις πενήντα χιλιάδες, να τους τις δώσετε όταν θα τις ζητήσουν».
Έσφιξε δυνατά το σαγόνι του και κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό μου.
«Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω εξαναγκαστεί να κάνω κάτι! Και είμαι πολύ γέρος για να αρχίσω τώρα!», είπε. «Θα ξεσκεπάσω τη μπλόφα τους».
«Α, θαυμάσια θα πάει αυτό για την κόρη σας. Αλλά, πέρα από το τι θα γίνει με την κόρη σας, είναι λάθος κίνηση. Πενήντα χιλιάδες δεν είναι και τίποτα σπουδαίο για σας και αν πληρώσετε τα λύτρα θα μας δώσετε δύο ευκαιρίες που δεν τις έχουμε τώρα. Μία, όταν γίνει η πληρωμή· έχουμε την πιθανότητα είτε να τσιμπήσουμε όποιον έρθει να παραλάβει τα χρήματα είτε να βρούμε τα ίχνη τους. Και η δεύτερη ευκαιρία μας είναι όταν επιστρέψει η κόρη σας. Όσο προσεκτικοί και να είναι, πάω στοίχημα πως θα μπορέσει να μας πει κάτι που θα μας βοηθήσει να τους τσακώσουμε».
Εκείνος κούνησε θυμωμένα το κεφάλι του κι εγώ είχα κουραστεί να μαλώνω μαζί του. Οπότε έφυγα, ελπίζοντας ότι θα έβλεπε πως η συμβουλή μου ήταν βάσιμη, πριν να είναι πολύ αργά.
Στην έπαυλη των Γκέιτγουντ βρήκα μπάτλερ, υπηρέτες γενικών καθηκόντων (second men), σοφέρ, μαγείρισσες, καμαριέρες, κορίτσια του επάνω ορόφου, κορίτσια του κάτω ορόφου, και μια κουστωδία από λακέδες -είχε αρκετό υπηρετικό προσωπικό για ολόκληρο ξενοδοχείο.
Αυτά που μου είπαν συνοψίζονταν στα εξής: Πριν βγει από το σπίτι, το κορίτσι δεν είχε δεχτεί τηλεφώνημα, ούτε μήνυμα από αγγελιοφόρο, ούτε τηλεγράφημα -αυτά είναι τα κλασικά μέσα για να παρασύρεις ένα θύμα σε δολοφονία ή απαγωγή. Είχε πει στην υπηρέτριά της ότι θα επέστρεφε σε καναδυό ώρες· αλλά η υπηρέτρια δεν ανησύχησε όταν η κυρία της δεν επέστρεψε καθόλου όλη τη νύχτα.
Η Όντρι ήταν μοναχοπαίδι και από τότε που πέθανε η μητέρα της έκανε ό,τι γούσταρε. Δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά με τον πατέρα της -παραήταν όμοιοι χαρακτήρες, απ’ ό,τι κατάλαβα- κι εκείνος ποτέ δεν ήξερε πού βρισκόταν εκείνη. Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο να μείνει έξω όλη τη νύχτα. Σπανίως νοιαζόταν να ειδοποιήσει όταν ήταν να περάσει όλη τη νύχτα της με φίλους.
Ήταν δεκαεννιά χρονών, αλλά φαινόταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερη· γύρω στο 1,65, λεπτή. Είχε γαλάζια μάτια, καστανά μαλλιά -πολύ πυκνά και μακριά- δέρμα ωχρό· και ήταν πολύ νευρική (she was very nervous). Στις φωτογραφίες της, που μου έδωσαν κάμποσες, φαινόταν με μεγάλα μάτια, μικρή, κανονική μύτη και μυτερό πηγούνι.
Δεν ήταν όμορφη, αλλά στη μία και μοναδική φωτογραφία όπου ένα χαμόγελο έσβηνε τη βλοσυρή έκφρασή της, την έλεγες τουλάχιστον χαριτωμένη.
Όταν έφυγε από το σπίτι, φορούσε μια ελαφριά&ανοιχτόχρωμη (light) τουίντ φούστα και σακάκι, με ετικέτες ενός Λονδρέζου ράφτη, ένα μπεζ μεταξωτό πουκάμισο με ρίγες λίγο πιο σκούρες, καφέ μάλλινες κάλτσες, χαμηλοτάκουνα καφέ δετά παπούτσια κι ένα γκρίζο τσόχικο καπέλο χωρίς στολίδια.
Ανέβηκα στα δωμάτιά της -ήταν τρία, στον τρίτο όροφο- και έψαξα όλα τα πράγματά της. Βρήκα ένα κάρο φωτογραφίες με άντρες, αγόρια και κορίτσια, και μια μεγάλη στοίβα γράμματα, σε διάφορους βαθμούς οικειότητας, που τα υπέγραφε μεγάλη ποικιλία από ονόματα και παρατσούκλια. Σημείωσα όλες τις διευθύνσεις που βρήκα.
Τίποτε στα δωμάτιά της δεν φαινόταν να έχει κάποια σχέση με την απαγωγή της, αλλά υπήρχε η πιθανότητα κάποιο από τα ονόματα και τις διευθύνσεις να ανήκει σε κάποιον που είχε παίξει τον ρόλο του δολώματος. Επίσης, κάποιοι φίλοι της ίσως μπορούσαν να μας πουν κάτι χρήσιμο.
Πέρασα από το Γραφείο και μοίρασα τα ονόματα και τις διευθύνσεις στους τρεις ντετέκτιβ που δεν είχαν άλλη δουλειά, στέλνοντάς τους να δουν τι μπορούσαν να ανακαλύψουν.
Έπειτα, πήρα τηλέφωνο τους ντετέκτιβ της αστυνομίας που είχαν αναλάβει την υπόθεση -τον Ο’Γκαρ και τον Θόουντ- και πήγα στο Δικαστικό Μέγαρο για να τους συναντήσω. Ήταν εκεί και ο Λασκ, επιθεωρητής των ταχυδρομείων. Γυρίσαμε την υπόθεση από δω κι από κει, την εξετάσαμε από κάθε γωνία, αλλά δεν κάναμε και μεγάλη πρόοδο. Όλοι όμως συμφωνούσαν ότι δεν μπορούσαμε να ρισκάρουμε τη δημοσιότητα στην υπόθεση ή να δουλέψουμε ανοιχτά, όσο το κορίτσι δεν ήταν ασφαλές.
Εκείνοι τα είχαν βρει ακόμα πιο σκούρα με τον Γκέιτγουντ απ’ ό,τι εγώ: επέμενε να τα δημοσιεύσει όλα στις εφημερίδες, να προσφέρει αμοιβή, να βάλει φωτογραφίες, τα πάντα. Φυσικά, ο Γκέιτγουντ είχε δίκιο όταν έλεγε πως αυτός ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να πιαστούν οι απαγωγείς -αλλά θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση την κόρη του αν οι δεσμώτες της ήταν άνθρωποι με αρκετά σκληρό χαρακτήρα. Και κατά κανόνα οι απαγωγείς δεν είναι αρνάκια.
Κοίταξα το γράμμα που είχαν στείλει. Ήταν γραμμένο με μολύβι πάνω σε ριγέ χαρτί, απ’ αυτό που πουλιέται σε μπλοκάκια σε όλα τα χαρτοπωλεία του κόσμου. Ο φάκελος ήταν εξίσου κοινός, η διεύθυνση γραμμένη με μολύβι, το δε γραμματόσημο είχε σφραγίδα Σαν Φραντσίσκο, 20 Σεπτεμβρίου, 9 μ.μ. Ήταν η βραδιά που την είχαν αρπάξει.
Το γράμμα έλεγε:
Αξιότιμε κύριε:
Έχουμε στα χέρια μας τη γοητευτική σας κόρη. Της βάζουμε τιμή 50.000 δολάρια. Ετοιμάστε τα χρήματα σε χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων, ώστε να μην υπάρξει καθυστέρηση όταν θα σας πούμε πώς θα μας τα δώσετε.
Σας διαβεβαιώνουμε ειλικρινά ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν άσκημα για την κόρη σας αν δεν κάνετε όπως σας λέμε ή αν ανακατέψετε την αστυνομία στην υπόθεση ή αν κάνετε καμιά ανοησία.
Οι 50.000 δεν είναι παρά ένα μικρό κλάσμα απ’ όσα κλέψατε όταν εμείς βουλιάζαμε μέσα στη λάσπη και το αίμα στη Γαλλία -και σκοπεύουμε να πάρουμε αυτό το ποσό, αλλιώς…
Τρεις
Το σημείωμα ήταν περίεργο από πολλές απόψεις. Τα μπιλιετάκια αυτά συνήθως είναι γραμμένα με άφθονη προσποιητή αγραμματοσύνη. Σχεδόν πάντα γίνεται η προσπάθεια να οδηγηθούν αλλού οι υποψίες. Ίσως η αναφορά στους παλαιούς πολεμιστές να αποσκοπούσε σε αυτό… ή ίσως όχι.
Κι έπειτα υπήρχε και υστερόγραφο:
Ξέρουμε κάποιον Κινέζο[2] που θα την αγοράσει ακόμα κι όταν έχουμε ξεμπερδέψει μαζί της -στην περίπτωση που δεν φερθείτε λογικά.
Το γράμμα της κοπέλας ήταν γραμμένο βιαστικά σε ίδιο χαρτί, προφανώς με το ίδιο μολύβι.
Μπαμπά
Κάνε σε παρακαλώ ό,τι σου ζητάνε! Φοβάμαι τόσο πολύ…
Όντρι
Μια πόρτα στην άλλη άκρη του δωματίου άνοιξε και πρόβαλε ένα κεφάλι.
«Ο’ Γκαρ! Θόουντ! Μόλις τηλεφώνησε ο Γκέιτγουντ. Πηγαίνετε αμέσως στο γραφείο του!»
Βγήκαμε κι οι τέσσερις κουτρουβαλώντας από το Δικαστικό Μέγαρο και μπήκαμε σε ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας.
Όταν καταφέραμε να παραμερίσουμε αρκετούς παρατρεχάμενους/τσιράκια του (hirelings) και να φτάσουμε στον Γκέιτγουντ, τον βρήκαμε να βηματίζει στο γραφείο του σαν μανιακός. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο (hot with blood) και τα μάτια του είχαν μια λάμψη τρέλας.
«Μόλις μου τηλεφώνησε», κραύγασε πνιχτά όταν μας είδε.
Χρειάστηκαν ένα με δύο λεπτά για να τον ηρεμήσουμε ώστε να μας τα πει.
«Με πήρε στο τηλέφωνο. Είπε: ‘Μπαμπά, κάνε κάτι! Δεν αντέχω άλλο, με σκοτώνουν!’ Τη ρώτησα αν ήξερε πού βρισκόταν και μου απάντησε, ‘Όχι, αλλά από εδώ φαίνονται τα Τουίν Πικς.[3] Είναι τρεις άντρες και μία γυναίκα και…’ Και τότε άκουσα έναν άντρα να βλαστημάει, έναν ήχο σαν να τη χτυπάει, και το τηλέφωνο βουβάθηκε. Πήρα το κέντρο για να μου δώσουν τον αριθμό, αλλά η τηλεφωνήτρια δεν μπορούσε. Είναι σκάνδαλο το πώς λειτουργεί το τηλεφωνικό σύστημα. Πληρώνουμε έναν σκασμό λεφτά για την υπηρεσία και…»
Ο Ο’ Γκαρ έξυσε το κεφάλι του και απέστρεψε το βλέμμα από τον Γκέιτγουντ.
«Φαίνονται τα Τουίν Πικς, λέει! Εκατοντάδες σπίτια ταιριάζουν!»
Στο μεταξύ ο Γκέιτγουντ είχε ολοκληρώσει την καταγγελία της τηλεφωνικής εταιρείας και κοπανούσε το γραφείο του με ένα πρες παπιέ για να τραβήξει την προσοχή μας.
«Έχετε κάνει τίποτα ως τώρα εσείς;» απαίτησε να μάθει.
Του απάντησα με μιαν άλλη ερώτηση: «Εσείς έχετε ετοιμάσει τα χρήματα;»
«Όχι», είπε. «Δεν πρόκειται να υποχωρήσω στον εκβιασμό κανενός».
Αλλά το είπε μηχανικά, χωρίς τη συνηθισμένη του αποφασιστικότητα -η συνομιλία με την κόρη του είχε ταρακουνήσει αρκετά την ξεροκεφαλιά του. Τώρα σκεφτόταν λιγάκι και τη δική της ασφάλεια και όχι μόνο το δικό του μαχητικό πνεύμα.
Πέσαμε πάνω του και τον πιέσαμε απ’ όλες τις μεριές για μερικά λεπτά και σε λίγο έστειλε έναν υπάλληλο να φέρει τα χρήματα.
Μετά, χωρίσαμε τη δουλειά μεταξύ μας. Ο Θόουντ θα έπαιρνε μερικούς άντρες από τα κεντρικά και θα πήγαινε να δει τι θα έβρισκε προς την πλευρά των Τουίν Πικς· αλλά δεν τρέφαμε και πολλές ελπίδες για εκεί -η περιοχή ήταν πολύ μεγάλη.
Ο Λασκ και ο Ο’ Γκαρ θα σημάδευαν προσεχτικά τα χαρτονομίσματα που είχε φέρει ο υπάλληλος από την τράπεζα και ύστερα θα κολλούσαν στον Γκέιτγουντ, όσο πιο κοντά μπορούσαν χωρίς να τραβάνε την προσοχή. Εγώ πάλι θα πήγαινα στο σπίτι του Γκέιτγουντ και θα έμενα εκεί.
Οι απαγωγείς είχαν ξεκαθαρίσει στον Γκέιτγουντ να έχει αμέσως έτοιμα τα χρήματα, ώστε να τα πάρουν αμέσως μόλις του πουν, χωρίς να του δίνουν περιθώριο να επικοινωνήσει με κάποιον ή να κάνει κάποιο σχέδιο.
Ο Γκέιτγουντ θα ερχόταν σε επαφή με τις εφημερίδες, θα τους έδινε όλη την ιστορία, μαζί με την αμοιβή των 10 χιλιάδων που πρόσφερνε για τη σύλληψη των απαγωγέων, με την εντολή να τα δημοσιεύσουν αμέσως μόλις το κορίτσι βρισκόταν σε ασφαλές μέρος -έτσι που να έχουμε τη βοήθεια της δημοσιότητας όσο το δυνατόν νωρίτερα, χωρίς όμως να διακινδυνεύσει η κοπέλα.
Είχε ειδοποιηθεί η αστυνομία σε όλες τις γειτονικές πόλεις -αυτό είχε γίνει πριν το τηλεφώνημα της κοπέλας που μας βεβαίωσε ότι την κρατούσαν στο Σαν Φραντσίσκο.
Τίποτα δεν συνέβη στο σπίτι του Γκέιτγουντ ολόκληρο το βράδυ. Ο Χάρβεϊ Γκέιτγουντ ήρθε νωρίς στο σπίτι και μετά το δείπνο βημάτιζε πέρα δώθε στη βιβλιοθήκη του και έπινε ουίσκι μέχρι την ώρα του ύπνου· κάθε τόσο απαιτούσε από εμάς, τους ντετέκτιβ που δουλεύαμε στην υπόθεση, να κάνουμε κάτι αντί να καθόμαστε ακούνητοι σαν μούμιες. Ο Ο’ Γκαρ, ο Λασκ και ο Θόουντ ήταν έξω στον δρόμο, παρακολουθώντας το σπίτι και τη γειτονιά.
Τα μεσάνυχτα ο Χάρβεϊ Γκέιτγουντ πήγε για ύπνο. Εγώ αρνήθηκα το κρεβάτι που μου πρόσφεραν και προτίμησα τον καναπέ της βιβλιοθήκης, που τον έσυρα δίπλα στο τηλέφωνο -μια προέκταση της γραμμής υπήρχε και στην κρεβατοκάμαρα του Γκέιτγουντ.
Στις 2.30 χτύπησε. Ο Γκέιτγκουντ μιλούσε από το κρεβάτι του κι εγώ άκουγα.
Μια αντρική φωνή, καθαρή και κοφτή: «Γκέιτγουντ, εσύ;»
«Ναι».
«Έχεις τα λεφτά;»
«Ναι».
Η φωνή του Γκέιτγουντ ήταν βαριά και θολή· φανταζόμουν πόσο έβραζε από μέσα του.
«Ωραία!» ακούστηκε η φωνή. «Τύλιξέ τα με ένα κομμάτι χαρτί και βγες από το σπίτι παίρνοντάς τα μαζί σου, αμέσως τώρα! Κατέβα την οδό Κλέι, από την ίδια μεριά που είναι το σπίτι σου. Μην πηγαίνεις πολύ γρήγορα και μη σταματήσεις πουθενά. Αν όλα πάνε καλά, κι αν δεν σε ακολουθούν τίποτα μπάτσοι, κάποιος θα σε πλησιάσει ανάμεσα στο σπίτι σου και στην προκυμαία. Θα έχει σκεπασμένο το πρόσωπο με ένα μαντίλι, και θα το αφήσει να πέσει στο έδαφος.
»Μόλις το δεις αυτό, θα αφήσεις τα λεφτά στο πεζοδρόμιο, θα κάνεις μεταβολή και θα γυρίσεις πεζός στο σπίτι σου. Αν τα λεφτά δεν είναι σημαδεμένα και αν δεν προσπαθήσεις να κάνεις καμιά εξυπνάδα, μέσα σε μια-δυο ώρες θα πάρεις πίσω την κόρη σου. Αν δοκιμάσεις να κάνεις τον πονηρό, θυμήσου τι σου γράψαμε για τον κιτρινιάρη![4] Το ’πιασες;»
Ο Γκέιτγουντ ψέλλισε κάτι που υποτίθεται πως ήταν καταφατική απάντηση και το τηλέφωνο έκανε ένα κλικ κι έμεινε σιωπηλό.
Δεν έχασα πολύτιμο χρόνο να προσπαθήσω να εντοπίσω την κλήση -θα ήταν από τηλεφωνικό θάλαμο, ήμουν βέβαιος- αλλά βγήκα στις σκάλες και ούρλιαξα προς τον Γκέιτγουντ:
«Κάνε όπως σου είπαν και μην προσπαθήσεις να κάνεις καμιά ανοησία!»
Ύστερα βγήκα έξω στη δροσιά της νύχτας (in the early morning air) και βρήκα τους ντετέκτιβ της αστυνομίας και τον επιθεωρητή των ταχυδρομείων.
Είχαν μαζί τους και δυο αστυνομικούς με πολιτικά, ενώ δυο αυτοκίνητα περίμεναν. Τους είπα ποια ήταν η κατάσταση και καταστρώσαμε βιαστικά το σχέδιό μας.
Ο Ο’ Γκαρ, οδηγώντας το ένα αυτοκίνητο, θα κατέβαινε την οδό Σακραμέντο, ενώ ο Θόουντ με το άλλο θα κατέβαινε την οδό Ουάσινγκτον. Αυτοί οι δυο δρόμοι είναι παράλληλοι της οδού Κλέι, από τη μια κι από την άλλη μεριά. Θα οδηγούσαν αργά, περίπου στην ίδια ταχύτητα με τον βηματισμό του Γκέιτγουντ, και σε κάθε διασταύρωση θα σταματούσαν μέχρι να τον δουν να περνάει.
Αν τυχόν αργούσε πολύ να φανεί, θα στρίβανε προς την οδό Κλέι και θα την ανέβαιναν -και από εκεί και πέρα οι κινήσεις τους θα είχαν για οδηγό την τύχη και το μυαλό τους.
Ο Λασκ θα περιφερόταν ένα-δυο τετράγωνα μπροστά από τον Γκέιτγουντ, από την άλλη μεριά του δρόμου, παριστάνοντας τον ελαφρώς μεθυσμένο και έχοντας ανοιχτά τα μάτια και τ’ αυτιά του.[5]
Εγώ θα ακολουθούσα από μακριά τον Γκέιτγουντ ενώ ο ένας από τους δύο μυστικούς αστυνομικούς θα ερχόταν πίσω μου. Ο άλλος θα τηλεφωνούσε στα κεντρικά ζητώντας τους να στείλουν όλους τους διαθέσιμους άντρες στην οδό Κλέι. Φυσικά, θα έφταναν πολύ αργά και κατά πάσα πιθανότητα θα περνούσε κάποια ώρα μέχρι να μας βρουν· δεν ξέραμε όμως τι θα μπορούσε να συμβεί ώσπου να τελειώσει η νύχτα.
Το σχέδιό μας ήταν μάλλον πρόχειρο, αλλά ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε: φοβόμασταν να γραπώσουμε αυτόν που θα παραλάμβανε τα χρήματα από τον Γκέιτγουντ. Τα λόγια της κοπέλας, στο τηλεφώνημα με τον πατέρα της το απόγευμα, μας είχαν πείσει πως οι απαγωγείς της ήταν απελπισμένοι, κι έτσι δεν θέλαμε να το ρισκάρουμε με βίαιες μεθόδους όσο η κοπέλα βρισκόταν ακόμα στα χέρια τους.
Δεν είχαμε καλά καλά τελειώσει τα σχέδιά μας, όταν ο Γκέιγουντ, φορώντας ένα βαρύ πανωφόρι, βγήκε από το σπίτι του και άρχισε να κατεβαίνει τον δρόμο.
Πιο κάτω, ο Λασκ τρέκλιζε, μιλώντας στον εαυτό του, σχεδόν αόρατος μέσα στις σκιές. Κανένας άλλος δεν φαινόταν. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να αφήσω τον Γκέιτγουντ να προπορευτεί τουλάχιστον δύο τετράγωνα, ώστε να μη με πάρει μυρωδιά εκείνος που θα ερχόταν να πάρει τα λεφτά. Ο ένας από τους μυστικούς αστυνομικούς βρισκόταν μισό τετράγωνο πίσω μου, από την άλλη μεριά του δρόμου.
Προχωρήσαμε δυο τετράγωνα, όταν φάνηκε να έρχεται προς το μέρος μας ένας κοντόχοντρος άντρας με καπέλο ντέρμπι. Πέρασε τον Γκέιτγουντ, πέρασε κι εμένα και συνέχισε τον δρόμο του.
Άλλα τρία τετράγωνα.
Μια μεγάλη μαύρη κούρσα, με δυνατή μηχανή και κατεβασμένες κουρτίνες, ήρθε από πίσω μας, μας προσπέρασε και προχώρησε. Ίσως είχε έρθει για κατόπτευση. Ορνιθοσκάλισα τον αριθμό της πινακίδας στο μπλοκάκι μου χωρίς να βγάλω το χέρι από την τσέπη του παλτού μου.
Άλλα τρία τετράγωνα.
Πέρασε ένας αστυφύλακας, βαδίζοντας αμέριμνος, χωρίς να έχει ιδέα για το παιχνίδι που παιζόταν κάτω από τη μύτη του· ύστερα ένα ταξί, με έναν άντρα επιβάτη. Έγραψα τον αριθμό του.
Τέσσερα ακόμα τετράγωνα, χωρίς να βλέπω κανέναν μπροστά μου εκτός από τον Γκέιτγουντ -δεν έβλεπα πια τον Λασκ.
Λίγο πιο μπροστά απ’ τον Γκέιτγουντ, ένας άντρας βγήκε από μια σκοτεινή είσοδο, γύρισε, σήκωσε το κεφάλι και φώναξε σε κάποιον σ’ ένα παράθυρο να κατεβεί και να του ανοίξει την πόρτα.
Συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Από το πουθενά έκανε ξαφνικά την εμφάνισή της μια γυναίκα και στάθηκε στο πεζοδρόμιο δεκαπέντε-είκοσι μέτρα μπροστά από τον Γκέιτγουντ, με ένα μαντίλι να της κρύβει το πρόσωπο. Το άφησε να πέσει στο έδαφος.
Ο Γκέιτγουντ σταμάτησε, ολόστητος (standing stiff-legged). Είδα το δεξί του χέρι να υψώνεται, να ανασηκώνει το πλάι του πανωφοριού, όντας ακόμα μέσα στην τσέπη του -κατάλαβα ότι στο χέρι του έσφιγγε ένα πιστόλι.
Για μισό λεπτό περίπου στεκόταν εκεί σαν άγαλμα. Ύστερα, το αριστερό του χέρι βγήκε από την τσέπη του και το δέμα με τα χρήματα έπεσε στο πεζοδρόμιο μπροστά του, μια φωτεινή κηλίδα μέσα στο σκοτάδι. Ο Γκέιτγουντ έκανε απότομα μεταβολή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι.
Η γυναίκα είχε ξαναπιάσει το μαντίλι της. Έτρεξε προς το δέμα, το σήκωσε, και χώθηκε βιαστικά στο μαύρο στόμα ενός σοκακιού λίγα μέτρα πιο πέρα -μια μάλλον ψηλή γυναίκα, σκυφτή, ντυμένη στα μαύρα από πάνω ως κάτω.
Χάθηκε μέσα στο μαύρο στόμα του σοκακιού.
Όση ώρα ο Γκέιτγουντ και η γυναίκα στέκονταν ακίνητοι και κοιτάζονταν, είχα αναγκαστικά κόψει ταχύτητα, και τώρα απείχα περισσότερο από ένα τετράγωνο από το σοκάκι. Αμέσως μόλις εξαφανίστηκε η γυναίκα, το ρισκάρισα και άρχισα να κοπανάω τις λαστιχένιες σόλες μου στο πεζοδρόμιο (started pounding my rubber soles against the pavement).
Όταν έφτασα στο σοκάκι, το βρήκα άδειο.
Το σοκάκι έφτανε έως τον επόμενο δρόμο, αλλά ήξερα ότι η γυναίκα ήταν αδύνατο να έχει φτάσει ως την άλλη άκρη μέχρι να φτάσω εγώ σε τούτην εδώ. Έχω βαρύνει κάμποσο αυτόν τον καιρό, αλλά μπορώ ακόμα να τρέξω καναδυό τετράγωνα σε καλό χρόνο. Από τις δυο πλευρές του σοκακιού απλώνονταν οι πίσω όψεις των πολυκατοικιών, η κάθε μια με την πίσω πόρτα της να με κοιτάζει αδιάφορα, κρατώντας τα μυστικά της.
Ο μυστικός που βάδιζε πίσω μου ήρθε πλάι μου, και μετά ο Ο’Γκαρ και ο Θόουντ στ’ αυτοκίνητά τους, και σύντομα ο Λασκ. Ο Ο’Γκαρ και ο Θόουντ έφυγαν αμέσως να οργώσουν με τα αυτοκίνητά τους τούς γύρω δρόμους, ψάχνοντας για τη γυναίκα. Ο Λασκ και ο μυστικός στήθηκαν ο καθένας σε μια γωνία από την οποία μπορούσαν να παρακολουθούν τους δύο από τους δρόμους που περικλείνανε το τετράγωνο.
Εγώ διέσχισα όλο το στενό, αναζητώντας μάταια κάποια ξεκλείδωτη πόρτα, ένα ανοιχτό παράθυρο, καμιά έξοδο κινδύνου που να δείχνει πως είχε χρησιμοποιηθεί πρόσφατα -οποιοδήποτε σημάδι βιαστικής διαφυγής.
Τίποτα!
Ο Ο’ Γκαρ επέστρεψε σύντομα με μερικές ενισχύσεις που είχε πάρει από τα κεντρικά, έχοντας μαζί και τον Γκέιτγουντ.
Ο Γκέιτγουντ ήταν έξαλλος.
«Τα θαλασσώσατε πάλι, που να πάρει! Δεν θα πληρώσω δεκάρα στο γραφείο σας, κι όσο γι’ αυτούς που παρασταίνουν τους ντετέκτιβ της αστυνομίας, θα φροντίσω να ξαναφορέσουν στολή και να ξαναβγούν για περιπολίες!»
«Πώς έμοιαζε η γυναίκα;» τον ρώτησα.
«Δεν ξέρω! Νόμιζα πως εσύ ήσουν εκεί κοντά για να την αναλάβεις! Ήταν γριά, σκυφτή, νομίζω, αλλά δεν μπόρεσα να δω το πρόσωπό της πίσω από το βέλο. Δεν ξέρω! Τι στο διάολο κάνατε όλοι εσείς; Είναι σκάνδαλο ο τρόπος που…»
Τελικά κατάφερα να τον ηρεμήσω και τον πήρα στο σπίτι, αφήνοντας τους αστυνομικούς να έχουν τα πέριξ υπό παρακολούθηση. Ήταν πλέον μαζευτεί καμιά δεκαπενταριά επί το έργο και κάθε σκιά έκρυβε έναν τουλάχιστον.
Η κοπέλα θα πήγαινε στο σπίτι της αμέσως μόλις την άφηναν ελεύθερη, οπότε ήθελα να είμαι εκεί για να την ανακρίνω. Αν μπορούσε να μας πει το παραμικρό για τους απαγωγείς της, είχαμε πολλές πιθανότητες να τους πιάσουμε πριν απομακρυνθούν πολύ.
Στο σπίτι, ο Γκέιτγουντ ρίχτηκε πάλι στο μπουκάλι του ουίσκι, ενώ εγώ είχα το ένα αυτί μου στραμμένο στο τηλέφωνο και το άλλο στη μπροστινή πόρτα. Ο Ο’ Γκαρ και ο Θόουντ τηλεφωνούσαν κάθε μισή ώρα περίπου για να ρωτήσουν αν είχαμε νέα από το κορίτσι.
Ακόμα δεν είχαν βρει τίποτα.
Στις 9 η ώρα ήρθαν στο σπίτι, μαζί με τον Λασκ. Η γυναίκα με τα μαύρα αποδείχτηκε πως ήταν άντρας, και είχε ξεφύγει.
Στην πίσω πλευρά μιας από τις πολυκατοικίες που έβλεπαν στο σοκάκι, μισό μέτρο από την πίσω πόρτα, βρήκαν μια γυναικεία φούστα, ένα μακρύ πανωφόρι, καπέλο και βέλο -όλα μαύρα. Ρώτησαν τους ενοίκους της πολυκατοικίας και έμαθαν ότι πριν από τρεις μέρες κάποιος νεαρός ονόματι Λέιτον είχε νοικιάσει ένα από τα διαμερίσματα.
Ανέβηκαν στο διαμέρισμα του Λέιτον αλλά εκείνος δεν ήταν εκεί. Στα δωμάτιά του βρήκαν πολλά κρύα αποτσίγαρα, ένα άδειο μπουκάλι και τίποτα που να μην υπήρχε ήδη όταν νοικιάστηκε το διαμέρισμα.
Το συμπέρασμα ήταν σαφές: ο νεαρός είχε νοικιάσει το διαμέρισμα για να έχει πρόσβαση στο κτίριο. Φορώντας γυναικεία ρούχα πάνω από τα δικά του, βγήκε από την πίσω πόρτα -αφήνοντας την πίσω του ανοιχτή- για να συναντήσει τον Γκέιτγουντ. Στη συνέχεια επέστρεψε τρέχοντας στο κτίριο, ξεφορτώθηκε τη μεταμφίεσή του και βγήκε βιαστικά από τη μπροστινή πόρτα και απομακρύνθηκε, πριν εμείς προλάβουμε να στήσουμε το πρόχειρο (feeble) δίχτυ μας γύρω από το τετράγωνο –ίσως να χωνόταν πότε πότε σε σκοτεινές εισόδους για ν’ αποφύγει τα αυτοκίνητα του Ο’ Γκαρ και του Θόουντ.
Όπως φαίνεται, ο Λέιτον ήταν ένας άντρας γύρω στα τριάντα, λιγνός, γύρω στο 1,75 ύψος, με μαύρα μαλλιά και μάτια· μάλλον εμφανίσιμος και καλοντυμένος, τις δυο φορές που τον είδαν ένοικοι της πολυκατοικίας, με καφέ κοστούμι και ανοιχτό καφέ τσόχινο καπέλο.
Ήταν αδύνατο, κατά τη γνώμη και των δυο ντετέκτιβ και του ταχυδρομικού επιθεωρητή, να είχε κρατηθεί στο διαμέρισμα του Λέιτον η κοπέλα, έστω και προσωρινά.
Η ώρα πήγε δέκα, χωρίς ειδήσεις από το κορίτσι.
Ο Γκέιτγουντ είχε χάσει πια την κυριαρχική του ξεροκεφαλιά, είχε αρχίσει να σπάει. Η αγωνία τον έτρωγε και το ποτό που είχε κατεβάσει δεν βοηθούσε. Δεν τον συμπαθούσα, ούτε από τη γνωριμία μας ούτε από τη φήμη του, αλλά εκείνο το πρωί τον λυπήθηκα.
Μίλησα στο τηλέφωνο με το Γραφείο και πήρα τα ραπόρτα από τους πράκτορες που είχαν ασχοληθεί με τους φίλους της Όντρι. Το τελευταίο άτομο που την είδε ήταν κάποια Άγκνες Ντέιντζερφιλντ, η οποία την είχε δει να βαδίζει στην οδό Μάρκετ, στο ύψος της Έκτης, μόνη της, τη νύχτα της απαγωγής της -κάποια στιγμή ανάμεσα στις 8.15 και στις 8.45. Η Όντρι βρισκόταν πολύ μακριά για να της μιλήσει η νεαρά Ντέιντζερφιλντ.
Κατά τα άλλα, τα παιδιά δεν είχαν μάθει τίποτα, εκτός από το ότι η Όντρι ήταν μια παράφορη (wild), κακομαθημένη κοπέλα, που δεν διάλεγε με μεγάλη προσοχή τους φίλους της -ακριβώς το είδος κοριτσιού που θα μπορούσε εύκολα να πέσει στα χέρια μιας συμμορίας κακοποιών.
Χτύπησε μεσημέρι. Κανένα σημάδι από την κοπέλα. Είπαμε στις εφημερίδες να βγάλουν στον αέρα την ιστορία, προσθέτοντας τις εξελίξεις των τελευταίων ωρών.
Ο Γκέιτγουντ είχε σπάσει· καθόταν με το κεφάλι χωμένο στα χέρια του, κοιτάζοντας στο πουθενά. Καθώς έφευγα για να κυνηγήσω μια έμπνευση που είχα, σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε· αν δεν είχα δει τη μεταμόρφωση να συμβαίνει, αποκλείεται να τον αναγνώριζα.
«Τι νομίζετε πως την κρατάει ακόμη μακριά;», ρώτησε.
Δεν μου έκανε καρδιά να του πω αυτό που είχα κάθε λόγο να υποψιάζομαι, τώρα που τα λεφτά είχαν πληρωθεί και η κοπέλα δεν είχε κάνει την εμφάνισή της. Αρκέστηκα σε κάποιες αόριστες διαβεβαιώσεις και έφυγα.
Πήρα ένα ταξί και κατέβηκα στην εμπορική ζώνη. Επισκέφθηκα τα πέντε μεγαλύτερα πολυκαταστήματα, πήγα σε όλα τα τμήματα γυναικείας ένδυσης, από παπούτσια μέχρι καπέλα, προσπαθώντας να μάθω αν κάποιος άντρας -ίσως κάποιος που ταίριαζε στην περιγραφή του Λέιτον- αγόρασε τις τελευταίες δυο-τρεις μέρες ρούχα που να ταίριαζαν στην Όντρεϊ Γκέιτγουντ.
Μην καταφέρνοντας να βγάλω τίποτα, ανέθεσα τα υπόλοιπα μαγαζιά της περιοχής σε ένα παιδί από το Γραφείο και πέρασα απέναντι στον κόλπο για να χτενίσω τα καταστήματα του Όουκλαντ.[6]
Στο πρώτο κιόλας, βρήκα κάτι. Κάποιος άντρας, που θα μπορούσε εύκολα να είναι ο Λέιτον, ήταν εκεί την προηγούμενη μέρα και αγόρασε ρούχα στο νούμερο της Όντρι. Είχε αγοράσει πολλά και διάφορα, τα πάντα από εσώρουχα μέχρι ένα πανωφόρι και -η τύχη μου δούλευε στο φουλ- είχε ζητήσει να σταλούν τα ψώνια του στον Θ. Όφορντ, σε μια διεύθυνση στην 14η οδό.
Στη διεύθυνση της 14ης οδού, που ήταν μια πολυκατοικία, βρήκα στον προθάλαμο τα ονόματα του κ. και της κ. Θίοντορ Όφορντ για το διαμέρισμα 202.
Μόλις είχα βρει τον αριθμό του διαμερίσματος, όταν άνοιξε η εσωτερική είσοδος και βγήκε μια μεγαλόσωμη μεσόκοπη γυναίκα με καρό ρόμπα σπιτιού. Με κοίταξε λίγο περίεργα, οπότε τη ρώτησα:
«Ξέρετε πού μπορώ να βρω τον θυρωρό;» (manager λέει, ίσως το αλλάξω σε «επιστάτη»)
«Εγώ είμαι η θυρωρός», απάντησε.
Της έδωσα μια κάρτα και πέρασα μέσα μαζί της.
«Είμαι από το τμήμα εγγυήσεων της ασφαλιστικής Νορθ Αμέρικαν Κάζουαλτις» -επανέλαβα το ψέμα που ήταν τυπωμένο πάνω στην κάρτα που της είχα δώσει. «Έχει ζητηθεί μια εγγύηση αξιοπιστίας για τον κ. Όφορντ.[7] Είναι εντάξει, κατά τη γνώμη σας;» ρώτησα, με τον ελαφρώς απολογητικό τόνο κάποιου που διεκπεραιώνει μια αναγκαία αλλά όχι πολύ σημαντική τυπική διαδικασία.
«Εγγύηση; Περίεργο! Αφού αύριο φεύγει».
«Κοιτάξτε, δεν ξέρω τι ακριβώς αφορά η εγγύηση», της είπα ανέμελα. «Εμείς οι ερευνητές απλώς παίρνουμε ονόματα και διευθύνσεις. Μπορεί να είναι για τον τωρινό εργοδότη του ή ίσως την έχει ζητήσει εκείνος που πρόκειται να τον προσλάβει. Κι έπειτα, κάποιες εταιρείες μάς αναθέτουν να εξετάσουμε υποψήφιους υπαλλήλους τους πριν τους προσλάβουν, για σιγουριά».
«Ο κ. Όφορντ, απ’ όσο ξέρω, είναι ένας πολύ καλός νέος», είπε, «αλλά βρίσκεται εδώ μόνο μια βδομάδα».
«Δεν έμεινε πολύ, ε;»
«Όχι. Ήρθαν εδώ από το Ντένβερ, με σκοπό να εγκατασταθούν, αλλά το χαμηλό υψόμετρο δεν κάνει καλό στην κυρία Όφορντ, οπότε θα γυρίσουν πίσω».
«Είστε σίγουρη ότι ήρθαν από το Ντένβερ;»
«Ε, έτσι μου είπαν».
«Πόσοι είναι;»
«Μονάχα οι δυο τους· είναι νεαρό ζευγάρι».
«Λοιπόν, ποια εντύπωση σας έκαναν;» ρώτησα, προσπαθώντας να της δείξω ότι τη θεωρούσα γυναίκα που ήξερε να κρίνει τους ανθρώπους.
«Μου φαίνονται πολύ καλό νεαρό ζευγάρι. Τον περισσότερο καιρό δεν καταλαβαίνεις ότι είναι μέσα στο διαμέρισμα, τόσο ήσυχοι είναι. Λυπούμαι που δεν μπορούν να μείνουν».
«Βγαίνουν συχνά;»
«Ειλικρινά, δεν ξέρω. Έχουν τα κλειδιά τους, κι αν δεν τύχει να τους δω να μπαίνουν ή να βγαίνουν, δεν τους βλέπω καθόλου».
«Οπότε, εδώ που τα λέμε, δεν θα μπορούσατε να ξέρετε αν κάποια νύχτα έμειναν έξω όλη τη νύχτα ή όχι. Θα μπορούσατε;»
Με κοίταξε δύσπιστα -είχα πια ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια του προσχήματός μου, αλλά δεν με ένοιαζε- και κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Όχι, δεν θα μπορούσα».
«Έχουν πολλούς επισκέπτες;»
«Δεν ξέρω. Ο κ. Όφορντ δεν είναι…»
Σταμάτησε απότομα καθώς ένας άντρας μπήκε αθόρυβα από τον δρόμο, πέρασε δίπλα μου και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες προς τον πρώτο όροφο.[8]
«Θεέ μου!», ψιθύρισε. «Ελπίζω να μη με άκουσε που μιλούσα για εκείνον. Αυτός είναι ο κ. Όφορντ».
Ένας αδύνατος άντρας με καφέ ρούχα και ανοιχτό καστανό καπέλο -ίσως ο Λέιτον.
Δεν είχα δει τίποτα απ’ αυτόν εκτός από την πλάτη του, κι εκείνος δεν είχε δει τίποτα από μένα εκτός από τη δική μου. Τον παρακολούθησα καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Αν είχε ακούσει τη γυναίκα να αναφέρει το όνομά του, θα εκμεταλλευόταν τη στροφή στο κεφαλόσκαλο για να μου ρίξει μια κλεφτή ματιά.
Αυτό και έκανε.
Κράτησα ανέκφραστο το πρόσωπό μου, αλλά τον αναγνώρισα.
Ήταν ο «Πένι» Κουέιλ, ένας κακοποιός που είχε δράση στα ανατολικά πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια.
Το πρόσωπό του ήταν εξίσου ανέκφραστο με το δικό μου. Αλλά με είχε αναγνωρίσει.
Mια πόρτα στον πρώτο όροφο ακούστηκε να κλείνει. Άφησα τη γυναίκα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες.
«Λέω να ανέβω να του μιλήσω», της είπα.
Προχώρησα αθόρυβα ως την πόρτα του διαμερίσματος 202. Αφουγκράστηκα. Κανένας ήχος. Δεν ήταν στιγμή για δισταγμούς. Πίεσα το κουδούνι.
Σχεδόν ταυτόχρονα, σαν τα χτυπήματα τριών πλήκτρων της γραφομηχανής από τα δάχτυλα έμπειρης δακτυλογράφου, αλλά χίλιες φορές πιο μοχθηρά, ακούστηκαν τρεις πυροβολισμοί. Στην πόρτα του διαμερίσματος 202, στο ύψος της μέσης, εμφανίστηκαν τρεις τρύπες από σφαίρες.
Οι τρεις σφαίρες θα είχαν καρφωθεί στο χοντρό μου κουφάρι, αν δεν είχα μάθει, εδώ και πολλά χρόνια, να στέκομαι στην άκρη όταν χτυπάω σε άγνωστες πόρτες.
Από μέσα από το διαμέρισμα ακούστηκε μια αντρική φωνή, κοφτή, σε ύφος διαταγής:
«Κόφ’ το, μικρή! Για το Θεό, όχι τέτοια!»
Μια γυναικεία φωνή, διαπεραστική, πικρή, γεμάτη κακία, ούρλιαζε βλαστήμιες.
Δυο ακόμα σφαίρες διαπέρασαν την πόρτα.
«Σταμάτα! Όχι! Όχι!» Η αντρική φωνή τώρα είχε έναν τόνο φόβου.
Η γυναικεία φωνή έβριζε ασταμάτητα. Ήχος πάλης. Ένας πυροβολισμός που δεν χτύπησε την πόρτα.
Έριξα μια δυνατή κλοτσιά στην πόρτα, κοντά στο πόμολο. Η κλειδαριά έσπασε και άνοιξε.
Στο πάτωμα του δωματίου, ένας άντρας -ο Κουέιλ- και μια γυναίκα πάλευαν. Εκείνος ήταν σκυμμένος από πάνω της, την κρατούσε από τους καρπούς, προσπαθώντας να την ακινητοποιήσει. Στο ένα της χέρι βρισκόταν ένα πιστόλι που ακόμα κάπνιζε. Με ένα σάλτο το άρπαξα και της το πήρα.
«Φτάνει πια!» τους φώναξα όταν σηκώθηκα όρθιος. «Σηκωθείτε, έχετε επισκέψεις».
Ο Κουέιλ άφησε τα χέρια της αντίπαλής του, οπότε εκείνη όρμησε στα μάτια του με τα γαμψά, κοφτερά της νύχια και του ξέσκισε το μάγουλο. Εκείνος βιάστηκε να απομακρυνθεί κουτρουβαλώντας και τελικά σηκώθηκαν και οι δυο.
Εκείνος κάθισε αμέσως σε μια καρέκλα -λαχάνιαζε και σφούγγιζε με ένα μαντίλι το μάγουλό του που αιμορραγούσε.
Εκείνη έμεινε όρθια, με τα χέρια στους γοφούς της, αγριοκοιτάζοντάς με.
«Καμαρώνεις για το σπουδαίο κατόρθωμα που έκανες;» είπε φτύνοντας τις λέξεις.
Γέλασα -με έπαιρνε να το κάνω. (I could afford to).
«Αν ο πατέρας σου έχει μια σταλιά νιονιό», της είπα, «θα σε περιλάβει με το λουρί όταν σε πάρει πίσω στο σπίτι. Ωραίο αστείο διάλεξες να του σκαρώσεις!»
«Αν ήσουν αλυσοδεμένος μαζί του τόσον καιρό όσο εγώ, κι αν σε καταπίεζε και σε τρομοκρατούσε κι εσένα τόσο όσο κι εμένα, είμαι σίγουρη πως θα έκανες τα αδύνατα δυνατά για να μαζέψεις αρκετά λεφτά, έτσι που να φύγεις και να ζήσεις τη ζωή σου».
Δεν απάντησα. Θυμήθηκα κάποιες από τις μεθόδους που είχε χρησιμοποιήσει ο Χάρβεϊ Γκέιτγουντ όταν έκανε μπίζνες, και ιδίως μερικά πολεμικά συμβόλαια που ακόμα τα ερευνούσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, οπότε συμπέρανα πως το χειρότερο που μπορούσε να πει κανείς για την Όντρι ήταν πως ήταν γνήσια κόρη του πατέρα της.
«Πώς την ψυλλιάστηκες τη δουλειά;» με ρώτησε ευγενικά ο Κουέιλ.
«Με πολλούς τρόπους», του είπα. «Πρώτον, μια φίλη τής Όντρι την είδε στην οδό Μάρκετ μεταξύ 8.15 και 8.45 το βράδυ της εξαφάνισής της· και το γράμμα σου προς τον Γκέιτγουντ είχε ταχυδρομική σφραγίδα 9 μ.μ. Πολύ γρήγορη δουλειά. Έπρεπε να περιμένετε λίγο πριν να το ταχυδρομήσετε. Φαντάζομαι πως το έριξε στο κουτί του ταχυδρομείου καθώς ερχόταν εδώ, έτσι;»
Ο Κουέιλ έγνεψε καταφατικά.
«Δεύτερον», συνέχισα, «εκείνο το τηλεφώνημά της. Ήξερε ότι για να τη συνδέσουν με τον πατέρα της στο γραφείο του θα χρειαζόταν δέκα με δεκαπέντε λεπτά. Αν είχε όντως καταφέρει να φτάσει σε τηλέφωνο ενώ ήταν αιχμάλωτη των απαγωγέων, ο χρόνος της θα ήταν τόσο πολύτιμος που θα έλεγε ό,τι είχε να πει στον πρώτο άνθρωπο που θα σήκωνε το τηλέφωνο -κατά πάσα πιθανότητα, στην τηλεφωνήτρια. Έτσι, φάνηκε πως ο σκοπός ήταν αφενός να ρίξει το ψεύτικο ίχνος για τα Τουίν Πικς και αφετέρου να ταρακουνήσει τον γέρο για να τον ξεκολλήσει από την ξεροκεφαλιά του.
»Όταν δεν εμφανίστηκε αφού πληρώθηκαν τα λύτρα, ήμουν σίγουρος πως η απαγωγή ήταν εκούσια. Ήξερα ότι, αν γύριζε σπίτι ύστερα από αυτή την απάτη, θα καταλαβαίναμε την αλήθεια με τις πρώτες κουβέντες που θα κάναμε μαζί της -το ήξερε κι εκείνη αυτό και γι’ αυτό δεν θα γύριζε.
»Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα -αλλά στάθηκα και τυχερός. Όταν βρήκαμε τα γυναικεία ρούχα που άφησες πίσω σου, ξέραμε ότι υπήρχε ένας άντρας στο κόλπο, και το ρισκάρισα, ότι δεν υπήρχε άλλος εκτός από σένα. Έπειτα, σκέφτηκα ότι η κοπέλα θα χρειαζόταν ρούχα -δεν μπορούσε να πάρει από το σπίτι της χωρίς να κινήσει υποψίες- και ήταν πολύ πιθανό να μην έχει φτιάξει απόθεμα από τα πριν. Κι επειδή έχει πάρα πολλές φίλες, που αγαπάνε πολύ τα ψώνια, ήταν επικίνδυνο να πάει η ίδια στα μαγαζιά να ψωνίσει. Ίσως λοιπόν, σκέφτηκα, να της τα αγόραζε ο άντρας. Και αποδείχτηκε ότι έτσι έγινε, κι ότι ο λεγάμενος ήταν πολύ τεμπέλης για να κουβαλήσει ο ίδιος τα ψώνια, ή ίσως να ήταν πάρα πολλά, οπότε ζήτησε να τα στείλουν. Αυτή είναι όλη η ιστορία».
Ο Κουέιλ έγνεψε ξανά καταφατικά.
«Ήμουν πολύ απρόσεχτος», είπε, κι ύστερα, δείχνοντας περιφρονητικά με τον αντίχειρα την κοπέλα: «Αλλά τι τα θες; Από την ώρα που ξεκινήσαμε, είναι μαστουρωμένη· όπιο. Μου έτρωγε όλον μου τον χρόνο κι όλη μου την προσοχή για να τη συγκρατώ να μην ξεφύγει και τα κάνει θάλασσα. Αυτό που έγινε μόλις τώρα, είναι ένα δείγμα: της είπα ότι ερχόσουν και εκείνη τα έπαιξε και προσπάθησε να προσθέσει το πτώμα σου στα συντρίμμια!»
Η επανένωση των Γκέιτγουντ έγινε στο γραφείο του αρχιφύλακα, στον πρώτο όροφο του Δημαρχείου του Όουκλαντ· ήταν μια σεμνή τελετή.
Για καμιά ώρα, παιζόταν (it was a toss-up whether…) αν ο Χάρβεϊ Γκέιτγουντ θα πέθαινε από αποπληξία, αν θα στραγγάλιζε την κόρη του ή αν θα την έστελνε στο αναμορφωτήριο μέχρι να ενηλικιωθεί. Τελικά όμως η Όντρι τον έκανε σκόνη. Εκτός που ήταν πιστό αντίγραφο του πατέρα της, ήταν τόσο νέα που αδιαφορούσε πλήρως για τις συνέπειες, ενώ ο πατέρας της, παρ’ όλο το γαϊδουρινό του πείσμα, είχε αποκτήσει μια δόση σύνεσης με τα χρόνια.
Ο άσος που έβγαλε από το μανίκι της ήταν η απειλή ότι θα έλεγε όλα όσα ήξερε γι’ αυτόν στις εφημερίδες. Τουλάχιστον μία από τις εφημερίδες του Σαν Φραντσίσκο τον είχε επί χρόνια στο στόχαστρο.
Δεν ξέρω τι ακριβώς ήξερε γι’ αυτόν η κοπέλα, και δεν νομίζω και ο ίδιος να ήταν σίγουρος· αλλά, με τα πολεμικά του συμβόλαια να βρίσκονται ακόμη υπό έρευνα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν τον έπαιρνε να το ρισκάρει. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως η κοπέλα θα πραγματοποιούσε τις απειλές της.
Κι έτσι, έφυγαν μαζί για το σπίτι τους, στάζοντας μίσος ο ένας για τον άλλον από κάθε πόρο του σώματός τους.
Πήραμε τον Κουέιλ επάνω και τον κλείσαμε σε ένα κελί, αλλά δεν ήταν κάνας πρωτάρης για να ανησυχεί. Ήξερε καλά ότι αν ήταν να μη μπλέξει το κορίτσι, εκείνος θα ήταν δύσκολο να καταδικαστεί για οτιδήποτε.
Χάρηκα που τελείωσε. Ήταν ζόρικη κομπίνα/υπόθεση. [caper][9]
[1] Tον τίτλο αυτό Wicked Jaw, έχει κι ένα σύγχρονο άλμπουμ μουσικής.
[2] Στην έκδοση σε βιβλίο, ο Frederic Dannay έσβησε την αναφορά σε Κινέζο, αφήνοντας: Ξέρουμε κάποιον που θα την αγοράσει…
[3] Twin Peaks, δυο λόφοι στο κέντρο της πόλης του Σαν Φραντσίσκο.
[4] Στην έκδοση σε βιβλίο, ο Frederic Dannay διέγραψε το αντίστοιχο των τριών τελευταίων λέξεων.
[5] Στην έκδοση σε βιβλίο, διαγράφτηκε το αντίστοιχο των τελευταίων 9 λέξεων.
[6] Το Όουκλαντ (Oakland) βρίσκεται στην ανατολική όχθη του κόλπου του Σαν Φραντσίσκο, απέναντι στο Σαν Φραντσίσκο.
[7] Πολλοί εργοδότες στις ΗΠΑ ασφαλίζονται για τυχόν παρανομίες που μπορεί να κάνουν υπάλληλοί τους. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ελέγχουν το ποιόν των υπαλλήλων και δίνουν εγγύηση ποιότητας.
[8] Το διαμέρισμα έχει αριθμό 202 επειδή βρίσκεται στον δεύτερο όροφο (second floor) σύμφωνα με την ορολογία των ΗΠΑ όπου δεύτερος όροφος είναι αυτός πάνω από το ισόγειο. Αλλά με τη δική μας ορολογία, βρίσκεται στον πρώτο όροφο.
[9] Οι δυο αυτές προτάσεις δεν υπάρχουν στην πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό. Προστέθηκαν από τον επιμελητή κατά την έκδοση σε βιβλίο.