<<ΜΠΟΤΖΟ
Ο ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ>>
Conie 2001
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ ΓΙΑΟΥΡΤΗΔΕΣ
ΜΠΑΖΟΥΚΑΣ ΜΠΟΤΖΟ ΜΠΑΤΖΟ
ΟΒΙΔΑ ΟΒΙ ΒΙΚΥ
ΠΟΛΥΒΟΛΟ ΠΟΛΥΣ ΟΛΥΣ
ΔΕΣΜΙΔΑ ΜΙΔΑΣ ΔΕΜΙΣ
ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΕΡΘΑ ΒΕΡΑ
ΝΕΑ ΑΡΒΥΛΑ ΑΡΒΥ ΒΥΛΑ
ΓΕΡΙΚΗ ΑΡΒΥΛΑ ΛΑ ΑΡΒ
ΣΚΗΝΙΚΟ
Αποθήκη-Οπλοστάσιο. Σύγχρονη Εποχή.
Οι ηθοποιοί-όπλα φέρουν διακριτικά στην αρχή του ενός και στη συνέχεια
του άλλου στρατού.
Ο θάλαμος έχει εικόνες ηρώων και λάβαρα που αλλάζουν σύμφωνα με τη σκηνή.
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
(Ξημέρωμα στο θάλαμο. Οι στρατιώτες κοιμούνται. Σε λίγο ακούγεται το
εγερτήριο. Βλέπουμε σκιές ανθρώπων να σηκώνονται και να βγαίνουν απ'το
θάλαμο. Μακριά παύση. Σε λίγο τα αντικείμενα-ήρωες αρχίζουν και
σαλεύουν. Π.χ.: η κουβέρτα τινάζεται, το πολυβόλο γυμνάζεται, η Άρβυ
βάφεται κλπ... Όλα αυτά τα κάνουν συζητώντας.)
ΆΡΒΥ: Κοίτα, πάλι θάμπωσα! Πού είναι το βουρτσάκι μου? (υστερικά:
) ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΟΥΡΤΣΑΚΙ ΜΟΥ??
ΛΑ: Ω, Άρβυ το ξέρεις, τα κορδόνια μου δεν αντέχουν τις φωνές...
ΟΒΙ: Έλα, Άρβυ, σου δανείζω το δικό μου!
ΆΡΒΥ: Αχ, σ'ευχαριστώ βρε, Όβι. Βλέπεις, έχουν επιθεώρηση σε λίγο κι
αν δε φροντίσουμε εμείς τον εαυτό μας αυτοί είναι ικανοί να μας
βγάλουν έξω ακομα και λασπωμένες.
(Περνάει ο ΜΙΔΑΣ και ο ΠΟΛΥΣ σε μαρς)
ΠΟΛΥΣ-ΜΙΔΑΣ: Εν δυο, εν δυο....
ΈΡΘΑ: Αχ, τι τυχεροί που είναι οι άνθρωποι! Μια τρίχα τους πέφτει
δέκα βγάζουνε! Αλίμονο σε μας!
ΠΟΛΥΣ: Θυμάσαι Μίδα, την άσκηση: <<Πού'ν'τος-πού'ν'τος ο εχθρούλης?
Ψάξε-ψάξε δε θα τον βρεις!>> ?
ΜΙΔΑΣ: Αν θυμάμαι, λέει? Δεκαπέντε φορές άδειασα και με γέμισαν!
ΠΟΛΥΣ: Αμ εγώ? Η κάνη μου είχε πυρώσει απ'το ρίχνε-ρίχνε!
(τραγουδανε)
ΠΟΛΥΣ-ΜΙΔΑΣ: Πού'ν'τος-πού'ν'τος ο εχθρούλης? Ψάξε-ψάξε δε θα τον βρεις!
(Γελάνε)
ΠΟΛΥΣ: Έλα, Μίδα!
(Ο ΠΟΛΥΣ ξαπλώνει ανάσκελα και παριστάνει το πολυβόλο και ο ΜΙΔΑΣ
σέρνεται στη ράχη του όπως η δεσμίδα)
ΠΟΛΥΣ-ΜΙΔΑΣ: Τάκα-τάκα-τάκα..(ήχος πολυβόλου)
(Γελάνε, πάνε πίσω και χωρίς να τους ακούμε συζητάνε χειρονομώντας έντονα)
ΛΑ: Αχ, Μπότζο, Μπότζο! Έτσι είναι τα κορίτσια, βρε χαζοπουλι! Υπομονή!
ΜΠΟΤΖΟ: Υπομονή... Μάλιστα...
ΛΑ: Ναι, κύριε, υπομονή. Εξ άλλου δεν είναι και λίγο αυτό που έγινε..
Μην το ξεχνάς!
ΜΠΟΤΖΟ: Μα τι φταίω εγώ? Ξέρεις εσύ κανέναν στρατιώτη να ρωτάει το
μπαζούκας του: << Κύριε Μπότζο, θα θέλατε να σας οπλίσουμε?>> Αστεία
πράματα...
ΛΑ: Για σένα μπορεί να είναι αστείο, μα για την Όβι δεν έχει καθόλου
πλάκα. Κι αυτό στο λέω εγώ, που την Όβι την ξέρω από τόση δα
σφαιρίτσα. Στο κουντουπιέ μου τη μεγάλωσα. Κι αυτήν και... την αδερφή
της.
ΜΠΟΤΖΟ: Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα Λα, το ξέρεις. Όταν είδα να με
οπλίζουν με την αδερφή της, τα'χασα, σφίχτηκα να πάθω εμπλοκή μα δεν
τα κατάφερα..
(Φεύγουν πίσω συνεχίζοντας να μιλάνε)
ΆΡΒΥ: Πώς είναι πιο ωραία τα κορδόνια μου? Φιόγκος? Ή έτσι, λυτά?
ΟΒΙ: Μμμμ.... Νομίζω λυτά σου πάνε πιο πολύ. Δείχνεις πιο απλή.
ΆΡΒΥ: Ωχ εσύ και η απλότητά σου! Εγώ δε θέλω να δείχνω απλή! Θέλω να
δείχνω ωραία!
ΟΒΙ: Μα αυτό σου λέω κι εγώ, χαζούτσικο! Ότι έτσι δείχνεις πιο
όμορφη. Δεν είναι ανάγκη να κάνεις φιόγκους για να είσαι ωραία.
ΆΡΒΥ: Ναι αλλά του Πόλυ του αρέσουν....
ΟΒΙ: Του Πόλυ του αρέσουν και οι σφαίρες! Τι θα κάνεις? Θα κρεμάσεις
για χαϊμαλί σφαίρες, σαν το Μίδα, για να του αρέσεις?
ΆΡΒΥ: Σφαίρες...?
ΟΒΙ: Έλα, Άρβυ, δεν είναι δυνατόν να το σκέφτεσαι!
ΆΡΒΥ: (ψέματα) Όχι, όχι... Δεν το σκέφτομαι.... Κι έχεις δίκαιο..Αυτός ο
Πόλυς όλο τον πόλεμο έχει στο μυαλό του.
ΟΒΙ: Δε φταίει αυτός, έτσι είναι η κατασκευή του, γι'αυτό φτιάχτηκε.
ΆΡΒΥ: Ναι, μα κι εσύ?
ΟΒΙ: Τι εγώ?
ΆΡΒΥ: Θέλω να πω ότι.... Να... Κι εσύ όπλο είσαι αλλά δε σου αρέσει ο πόλεμος...
ΟΒΙ: Α, με μένα είναι διαφορετικά.
ΆΡΒΥ: Πώς δηλαδή διαφορετικά?
ΟΒΙ: Δεν ξέρω, να έτσι... Είναι αλλιώς με μένα.
ΆΡΒΥ: Κι ο Μπότζο?
ΟΒΙ: (Ταράζεται) Τι ο Μπότζο?
ΆΡΒΥ: Ο Μπότζο..δηλαδή να... που του κρατάς κακία για την αδερφή σου...
ΟΒΙ: (Αυστηρά) Ε ναι. Τι?
ΆΡΒΥ: Ενώ αυτός...
ΟΒΙ: (Απότομα) Τι αυτός?
ΆΡΒΥ: Ωχ, τίποτα! Ξέχασέ το!
ΟΒΙ: Όχι, δεν το ξεχνάω. Είπες κάτι. Ολοκλήρωσέ το.
ΆΡΒΥ: Νόμιζα πως ήμασταν φίλες....
ΟΒΙ: Αυτό δεν έχει να κάνει τίποτα(φωνάζοντας: ) ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΑΝ
ΘΕΣ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΜΕ ΦΙΛΕΣ ΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΤΟΝ ΞΑΝΑΝΑΦΕΡΕΙΣ ΠΟΤΕ! (Φεύγει)
ΆΡΒΥ: (Τρέχει πίσω της) Όβι, Όβι...
( Ο ΛΑ και ο ΜΠΟΤΖΟ έρχονται στο προσκήνιο και ξεκινάν τα πρώτα λόγια
του τραγουδιού σε πρόζα: )
ΛΑ: Τι είναι καημός?
ΜΠΟΤΖΟ: Τι είναι καημός? Να αγαπάς και να μη σε αγαπάνε.
ΛΑ: Να τι είναι καημός.
ΛΑ - ΜΠΟΤΖΟ: Τι είναι καημός?
ΜΠΟΤΖΟ: Τι είναι καημός?
Η πόρτα της κλειστή
Η καρδιά μου αδειανή
ΛΑ: Να τι είναι καημός.
ΛΑ - ΜΠΟΤΖΟ: Τι είναι καημός?
(Όλοι:) Να τι είναι καημός.
Σαν δε σ'αγαπάν είσαι πιο φτωχός
Να τι είναι καημός.
Το φως σου σβήνεις μοναχός
Κι ο φίλος είναι εχθρός
Να τι είναι καημός.
ΜΠΟΤΖΟ: Να τι είναι καημός.
(Πλησιάζει την Όβι, οι άλλοι φεύγουν πίσω)
ΜΠΟΤΖΟ: Όβι, σε παρακαλώ, άκουσέ με
ΟΒΙ: (Απότομα) Τι θες, Μπότζο?
ΜΠΟΤΖΟ: Ήθελα... θέλω να σου πω ότι... να... λυπάμαι, Όβι. Στα αλήθεια λυπάμαι.
Αν μπορούσα, ω πίστεψε με, Όβι, θα μπορούσα να χαλάσω, να στραβώσω τη
σωλήνα μου, ή κι εγώ δεν ξέρω τι, παρά να σε στενοχωρήσω.
ΟΒΙ: Α, για να μη με στενοχωρήσεις λοιπόν! Βλέπεις, απαίσιο μπαζούκας,
τώρα τι τρομερός εγωιστής είσαι?
ΜΠΟΤΖΟ: Εγωιστής ? Εγώ??
ΟΒΙ: Ναι, ναι εσύ, Μπότζο! Μάθε λοιπόν, κύριε ανόητε ότι το πρόβλημα
δεν είναι ότι εγώ πονάω,αλλά ότι εσύ εκτόξευσες την αδερφή μου.
ΜΠΟΤΖΟ: Ω! μα τον μεγάλο οπλουργό, Όβι, τι μπορούσα να κάνω?
ΈΡΘΑ: (Διασχίζοντας τη σκηνή ανάμεσα από Μπότζο και Όβι) Τίποτα. Μια
κουβέρτα φαλακρή δεν είναι τίποτα. Είναι ένα απόλυτο τίποτα. (Φεύγει
πίσω συνεχίζοντας τα <<τίποτα>>)
ΜΠΟΤΖΟ: (συνεχίζει: ) ...ξέρεις εσύ κανέναν που να ρωτάει...
ΟΒΙ ... το μπαζούκας του κύριε Μπότζο μπλα μπλα μπλα....
ΜΠΟΤΖΟ: Ναι, Όβι, αυτό. Το'πα και το ξαναλέω. Κανείς τους δε σε ρωτάει.
ΟΒΙ: Κι αν σε ρωτούσαν?
ΜΠΟΤΖΟ: Τι ? Ποιος?
ΟΒΙ : Αυτός που σε γεμίζει, αν σε ρωτούσε.... Αν σου έλεγε, τελοσπάντων:
<<Κύριε Μπότζο, διαλέξτε: Ή εκτοξεύετε τούτην την οβίδα ή (κίνηση με το
χέρι στο λαιμό της) στο χυτήριο, τι θα έκανες?
ΜΠΟΤΖΟ: Μα δεν είμαι το μοναδικό μπαζούκας του στρατοπέδου? Είναι ο
Μπάμπης, ο Τζούκας... Αν δεν το'κανα εγώ, θα το έκανε κάποιος άλλος...
ΟΒΙ: Ναι, Μπότζο, μόνο που τότε δε θα το είχες κάνει εσύ. Κι αυτό είναι κάτι.
ΜΠΟΤΖΟ: Παλιοσίδερα, λοιπόν? Εκεί πρέπει να φτάσω?
(η Όβι φεύγει)
ΆΡΒΥ: Πού είναι το βερνίκι μου? (υστερικά: ) ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΕΡΝΙΚΙ ΜΟΥ?
ΜΠΟΤΖΟ: Δε μας παρατάς κι εσύ με τη μαυρομπογιά σου...
ΠΟΛΥΣ: Τι ψάχνεις, κούκλα?
ΆΡΒΥ: Ω, Πόλυ, να... ψάχνω το βερνίκι μου... Ωπ! Να το!
(Ο Πόλυς την πλησιάζει) Αχ, μη πλησιάζεις, Πόλυ μου, πολύ!
ΠΟΛΥΣ: Γιατί να μη σε πλησιάζω? Είσαι η Άρβυ μου, η ομορφότερη
αρβύλα του στρατώνα!
ΆΡΒΥ: Αχ, ναι καλέ μου, είμαι! Μόνο που να, αυτός που με φοράει τώρα
αλλάζει κάλτσες μια φορά το μήνα! Και φοβάμαι ότι μυρίζω ποδαρίλα! Αχ
πες μου, Πόλυ μου , ότι δε μυρίζω ποδαρίλα!
ΛΑ: Μα αν είναι δυνατόν! Κάθε αξιοπρεπής αρβύλα πρέπει να μυρίζει ποδαρίλα!
ΆΡΒΥ: Α παράτα μας βρε χοντροπάπουτσο!
ΛΑ: Ας είχες περπατήσει κι εσύ τα χιλιόμετρα που περπάτησα εγώ και
τότε τα λέγαμε δεσποινίς μου!
(ακούγεται απ'έξω το κάλεσμα για μεσημεριανό)
ΜΙΔΑΣ: Μεσημέριασε κιόλας?
ΠΟΛΥΣ: Πάνε για μάσα τα πουλάκια μου. Γέρο-Λα θα μας πεις καμιά ιστορία?
ΛΑ: Γέρο...?
ΠΟΛΥΣ: Ε καλά ντε.... Δε σε είπαμε και σανδάλι( γέλια μεταξύ Μίδα και Πόλυ)
ΆΡΒΥ: Έλα βρε Λα, πολύ παρεξηγιάρης έγινες τελευταία, πλάκα κάνουν τα παιδιά...
ΛΑ: Καλά-καλά..τι ιστορία θέλετε?
ΠΟΛΥΣ: Καμιά απ'τον πόλεμο..
ΜΙΔΑΣ: Ναι-ναι, απ'τη μάχη στο Στουπέτσι!
ΆΡΒΥ: Πάλι πολεμικές ιστορίες θα ακούσουμε?
ΠΟΛΥΣ: Κοπέλα μου, παρ'το χαμπάρι: Είσαι αρβύλα: το οποίο
στρατιωτικό υλικό. Αν ήσουν γοβάκι, τότε θα άκουγες ιστορίες για
πριγκιποπούλες και τέτοια βαρετά..
ΟΒΙ: Έχει δίκαιο η Άρβυ. Όλο πόλεμο και πόλεμο! Άλλο τίποτα δεν υπάρχει?
ΠΟΛΥΣ: Πάρτε την από μπροστά μου την ξενέρωτη!
ΟΒΙ: Ποιαν είπες ξενέρωτη βρε καραμπίνα?
ΠΟΛΥΣ: Εσένα ρε βλήμα!
ΈΡΘΑ: Τίποτα. Κουβέρτα χωρίς χνούδι: άχρηστη κουβέρτα! <<Ορίστε,
κυρία μου!>>, θα μου πουν, <<Περάστε έξω!>>. Ξεσκονόπανο, να ποιο είναι
το μέλλον μου, Τίποτα. Απολύτως τίποτα!
ΛΑ: Ε... ντροπή, να μαλώνετε εσείς, δύο ενήλικα όπλα!
ΠΟΛΥΣ: Μα δεν την ακούς?
ΟΒΙ: Μα δεν τον ακούς?
ΛΑ: Κι έπειτα γιατί με περάσετε ε? Για τηλεόραση? <<Όχι δε μ'αρέσει
αυτό το έργο, βάλε κάνα άλλο?>> Ορίστε! Ό,τι ιστορία θέλω εγώ θα πω!
ΌΛΟΙ: Καλά ντε... Ωχ μωρέ αδερφάκι μου ... (κάθονται γύρω και ακούν την ιστορία)
ΛΑ: Θυμάμαι, λοιπόν, όταν ήμουν στην ηλικία της Άρβυ, δεν είχα κάνει
δηλαδή ούτε πεντακόσια χιλιόμετρα πορεία, με φορούσε ένας αξιωματικός
του πεζικού.
ΠΟΛΥΣ: Τι όπλο είχε?
ΟΒΙ: Πάψε, Πόλυ!
ΆΡΒΥ: Πάψε, Πόλυ!
ΛΑ: Είχε ένα ημιαυτόματο κρούσμερ!
ΜΙΔΑΣ: Κρούσμερ? Μα εμείς δεν έχουμε κρούσμερ!
ΠΟΛΥΣ: Τέτοια έχουν οι Γιαούρτηδες!
ΛΑ: Ακριβώς! Ο αξιωματικός αυτός ήταν Γιαούρτης!
ΠΟΛΥΣ: Σε περπάτησε Γιαούρτης? (γενική έκπληξη)
ΛΑ: Ησυχάστε, ησυχάστε πώς κάνετε έτσι? Ναι, όταν ράφτηκα ήμουν στο
στρατό των απέναντι. Ο αξιωματικός, λοιπόν, αυτός, Γιαρ, τον λέγανε,
ήταν..πώς να το πω..να..δεν του άρεσε ο πόλεμος.
ΠΟΛΥΣ: Γιαούρτηδες! ΜΠΛΙΑΧ! Ξενέρωτοι Γιαούρτηδες!
ΛΑ: Ήταν και λίγο τεμπέλης...Αχ Άρβυ, μακάρι να σου τυχαίνουν
συνέχεια πόδια σαν αυτά του Γιαρ! Για να κάνει ένα βήμα το σκεφτόταν
πόση ώρα! Ώσπου μια μέρα, σήμανε συναγερμός.... Ο Γιαρ σηκώθηκε απ'το
κρεβάτι του και ήρθε κατά πάνω μου. Εμένα είχαν παγώσει τα κορδόνια
μου απ'την ταραχή. Φόρεσε πρώτα το συνάδελφο και την ώρα που τράβαγε
τη γλώσσα ακούσαμε από πάνω μας τα αεροπλάνα να σκίζουν τον αέρα και
να βομβαρδίζουν το στρατόπεδό μας.
ΠΟΛΥΣ-ΜΙΔΑΣ: Τάκα-τάκα-τάκα..(ήχος πολυβόλου)
ΛΑ: Φόρεσε, λοιπόν, ο Γιαρ κι εμένα πήρε το κρούσμερ του και βγήκε
έξω. Παντού φωτιές, χαλασμός. Οι Γιαούρτηδες τρέχαν δώθε- κείθε σαν
τρελοί κι αξιωματικός άλλος απ'τον Γιαρ δεν υπήρχε στο στρατόπεδο.
Αλλά κι αυτός είχε σταθεί εκεί σαν άγαλμα και δεν έλεγε να κουνήσει.
Εγώ κι ο συνάδελφος βάζαμε όλη μας τη δύναμη, τον πιέζαμε να φύγει, μα
αυτός τίποτα. Ώσπου κάποια στιγμή ήρθε ένας στρατιώτης. <<Πήρε φωτιά η
αποθήκη!>> του είπε, <<Η αποθήκη με τα πυρομαχικά! Χανόμαστε!>> Τότε
επιτέλους ο Γιαρ ξύπνησε. <<Όλοι έξω!>> φώναξε. <<Πάμε να σωθούμε!>>
ΠΟΛΥΣ: Και ξενέρωτοι και κότες!
ΛΑ: Το βάλαμε στα πόδια και κατεβήκαμε στη χαράδρα: Κάτω οι
Γιαούρτηδες, πάνω οι Λουκουμάδες.
ΠΟΛΥΣ-ΜΙΔΑΣ: Ζητώ ο τιμημένος στρατός των Λουκουμάδων,
ΛΑ: Μας είχαν στριμωγμένους αλλά κι αυτοί δεν περνούσαν καλύτερα...
Ήταν όλοι πεινασμένοι, διψασμένοι κι ο ήλιος έκαιγε τόσο τις μέρες
εκείνες. Εγώ είχα ξεραθεί τόσο από το λιοπύρι που έτσι κι έπιανες τη
γλώσσα μου θα έσπαγε.
ΆΡΒΥ: (Ανατριχιάζει: ) Αααχ, η γλωσσίτσα μου!
ΈΡΘΑ: Τίποτα, τίποτα, <<Περάστε έξω!>> θα μου πουν, τίποτα, δε γίνεται τίποτα...
ΛΑ: Ώσπου, παιδιά, την τέταρτη μέρα, όταν οι γλώσσες Γιαούρτηδων και
Λουκουμάδων είχαν γίνει μεγαλύτερες απ'τη δική μου....
ΆΡΒΥ: Σαν πολλή κουβέντα για γλώσσες δε γίνεται?
ΟΛΟΙ: Πάψε, Άρβυ!
ΛΑ: Ξαφνικά ο ήλιος κρύφτηκε, σκοτείνιασε, συννέφιασε,
καταλαβαίνετε? Οι δύο ομάδες, λοιπόν, άφησαν ένας-ένας τα όπλα και
κοιτούσαν με λαχτάρα τον ουρανό. Παρακαλούσε ο καθένας το δικό του θεό
να κάνει τα βουρκωμένα σύννεφα να βρέξουν. Ο Γιαρ είχε πέσει στα
γόνατα και ικέτευε.
ΠΟΛΥΣ: Κότες. Απλά κότες.
ΛΑ: Και τότε μπουμπούνισε δυνατά,μια,δυο,τρεις φορές και μετά
άρχισε να βρέχει δυνατά, μια τρομερή καλοκαιρινή μπόρα. Οι στρατιώτες
ξέχασαν τον πόλεμο, το αίμα, τα κανόνια, τις βόμβες άνοιξαν τα χέρια
και στάθηκαν ,έχοντας ψηλά το κεφάλι με μια περίεργη περηφάνια κι
άφηναν το νερό να κυλάει πάνω τους και μέσα τους. {παύση}Νομίζαμε πως
ήτανε βροντή ,κεραυνός, μα όχι ,ήταν ένα βομβαρδιστικό που δυο του
βόμβες ήταν αρκετές να διαλύσουν τους στρατιώτες. Σκόρπια παιδιά πάνω
σ'ένα λόφο ,κάτω σε μια χαράδρα που έπιναν νερό ,δυο βόμβες από ένα
αεροπλάνο που πετούσε πάνω απ'τα σύννεφα που μας έσωζαν τη ζωή
σκόρπισαν τα παιδιά, τα κανάνε χίλια κομμάτια. Εγώ μετά βρέθηκα σε μια
αποθήκη των λουκουμαδων. Ενας φαντάρος με δοκίμασε, του εκανα, με
φορεσε. πέρασε από κάτι παλιόνερα, παν τα αίματα ξεπλυθηκαν,
χαθηκαν.Τωρα στέκομαι εδώ, καθαρός και περιμένω το καινούριο
αίμα....τελος της ιστοριας.
( Ο Λα φεύγει πίσω, σιγά σιγά φεύγουν και οι άλλοι ώσπου...)
ΣΚΟΤΑΔΙ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Το ίδιο με την αρχή του έργου : Μιλάν, γυμνάζονται, γυαλίζονται. Μόνο
ο Πόλυς θυμωμένος και κοιτάει άγριο την Όβι και τον Λα. Ο Μίδας τον
πλησιάζει έτοιμος για παιχνίδι.)
ΜΙΔΑΣ: Θυμάσαι, Πόλυ, την άσκηση : <<Φάε κι εσύ έναν Γιαούρτη, μπορείς!>>
ΠΟΛΥΣ: (πάντα βαρύθυμος) τη θυμάμαι.
ΜΙΔΑΣ: Πωπω! Τι ήταν εκείνο? Όλη νύχτα δε σταμάτησαν οι πυροβολισμοί
και οι φωτοβολίδες! Θυμάσαι, Πόλυ, τις φωτοβολίδες? Κάναν τη νύχτα
μέρα! Τους τσακίσαμε τους Γιαούρτηδες σε εκείνη την άσκηση...
ΠΟΛΥΣ: Ποιους τσακίσαμε?
ΜΙΔΑΣ: Τους Γιαούρτηδες.... Θέλω να πω..αυτούς που κάναν τους Γιαούρτηδες.
ΠΟΛΥΣ: Αυτούς που παίζαν, θέλεις να πεις, τους Γιαούρτηδες.
ΜΙΔΑΣ: Ε ναι..
ΠΟΛΥΣ: Ε λοιπόν εγώ τα βαρέθηκα τα παιχνίδια, Μίδα. Βαρέθηκα να
πυροβολάω και να μη σκοτώνω κανέναν. Θέλω πραγματικό, αληθινό πόλεμο,
όχι παιχνίδια. Θαρρείς κι είμαι κάνα νεροπίστολο...
ΜΠΟΤΖΟ: Τι έγινε βρε μανιακέ? Πάλι για πόλεμο μιλάς?
ΠΟΛΥΣ: Α εσύ... Να μου κάνεις τη χάρη εσύ!
ΜΠΟΤΖΟ: Τι έγινε, Πόλυ? Γιατί μου θύμωσες?
ΠΟΛΥΣ: Γιατί με τη στάση σου ντροπιάζεις όλο το οπλικό σύστημα των
Λουκουμάδων!
ΜΠΟΤΖΟ: Για ποια στάση μου μιλάς, Πόλυ? Για εξηγήσου καλύτερα.
ΠΟΛΥΣ: Για τα νιανιαρίσματά σου με το βλήμα λέω και τις κουβέντες
σου με τον προδότη!
ΜΠΟΤΖΟ: Ο Λα είναι φίλος μας! Κι έπειτα μην ξεχνάς ότι τα
περισσότερά του χιλιόμετρα τα έχει κάνει σε πόδια Λουκουμά. Τι φταίει
αυτός αν κάποτε τον φόρεσε κι ένας Γιαούρτης? Κι όσο για την Όβι..
ΜΙΔΑΣ: Όσο για την Όβι?
( Ο ΜΠΟΤΖΟ σιωπά. Σκύβει το κεφάλι)
ΠΟΛΥΣ: (ψεύτικα γλυκός) Την αγαπάς, φίλε μου? Έτσι δεν είναι? Την αγαπάς...?
(Ο ΜΠΟΤΖΟ γνέφει θετικά)
ΠΟΛΥΣ: (Εξοργισμένος)ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ! Σε ρωτάω, Μπότζο, αν
πιστεύεις στο Μέγα Οπλουργό. Πώς είναι δυνατόν ένα μπαζούκας να
αγαπάει μια οβίδα?
ΜΠΟΤΖΟ: Δεν ξέρω, Πόλυ. Ειλικρινά, παιδιά, δεν ξέρω.
ΜΙΔΑΣ: Κι αν προχθες στην άσκηση εκτόξευσες την αδερφή της, τι θα
κάνεις αν αύριο σου φέρουν την ίδια?
ΠΟΛΥΣ: Τι θα κάνεις τότε, Μπότζο?
ΜΙΔΑΣ: Τι θα κάνεις?
ΜΠΟΤΖΟ: Δεν ξέρω, δεν ξέρω... Αφήστε με!
ΜΙΔΑΣ: Σκέψου, Μπότζο! Αν γίνει πόλεμος, πραγματικός πόλεμος εννοώ,
κι έχεις απέναντι σου τους αιμοχαρείς Γιαούρτηδες, έτοιμους να
κατασπαράξουν το στρατό μας, τι θα κάνεις τότε?
ΠΟΛΥΣ: Θα λιποτακτήσεις, Μπότζο? Θα γίνεις προδότης?
ΟΒΙ: Γιατί δεν τον αφήνετε ήσυχο?
ΠΟΛΥΣ: Έχεις ανάγκη την προστασία της , Μπότζο?
ΜΙΔΑΣ: Εσύ, ένα μπαζούκας?
ΠΟΛΥΣ: Τόσο χαμηλά έπεσες, Μπότζο?
ΜΙΔΑΣ: Εσύ που ανήκεις στα βαριά όπλα?
ΠΟΛΥΣ: Ένα μέλος από το βαρύ πυροβολικό των Λουκουμάδων?
ΟΒΙ: (Μαλακά) Μπότζο?
ΜΠΟΤΖΟ: Ωχ, άσε με κι εσύ!
ΠΟΛΥΣ: Εύγε Μπότζο!
ΜΙΔΑΣ: Μπράβο, Μπότζο!
ΟΒΙ: Καλά, Μπότζο, θα σ'αφήσω, μόνο πρόσεχε τις παρέες σου...
ΜΙΔΑΣ: Δε θα του πεις εσύ τι να κάνει, κονσέρβα!
(Ο Μπότζο κάνει να κοντέψει στην Όβι που απομακρύνεται αλλά ο Πόλυς
τον συγκρατεί.)
ΠΟΛΥΣ: Έλα, Μπότζο, έλα να τραγουδήσουμε τον ύμνο των Λουκουμάδων
να ντοπαριστούμε!
(Τραγούδι)
ΟΛΟΙ εκτός από ΟΒΙ: Είμαι εγώ των Λουκουμάδων όπλο
Και στον Εχθρό τις σφαίρες μου πετώ
Δε φοβάμαι καθόλου τον Γιαούρτη
Είμαι όπλο ανίκητο εγώ
Είμαι από ατσάλι και σίδερο φτιαγμένος
να σκοτώσω και να νικήσω μόλις δω μπροστά μου τον εχθρό
Είμαστε των Λουκουμάδων όπλα
Γεμάτα με σφαίρες, με σφαίρες και πυγμή
(Ακούγεται εκκωφαντικά συναγερμός.)
ΜΙΔΑΣ: Δεν είναι συναγερμός άσκησης αυτό!
ΛΑ: Όχι, δεν είναι άσκηση.
ΠΟΛΥΣ: Πόλεμος.(στην Όβι) Τώρα θα σε δούμε ντενεκέ με μπαρούτι.
Τώρα θα δούμε αν μπορείς να κάνεις την έξυπνη.
(Η Όβι παραμένει παγωμένη στη θέση της ενώ χαμηλώνου τα φώτα ώσπου.... ΣΚΟΤΑΔΙ).
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Με το σκοτάδι οι ηθοποιοί-όπλα αλλάζουνε τα διακριτικά τους κι από
αυτά του στρατού των Λουκουμάδων φορούν αυτά των Γιαούρτηδων. Το ίδιο
αλλάζει και το λάβαρο καθώς και οι εικόνες με τους ήρωες. Η σκηνή
ξεκινά με το τελευταίο κουπλέ του τραγουδιού, ίδια χορογραφία, ίδια
όλα)
ΟΛΟΙ: Είμαστε των Γιαούρτηδων όπλα
Γεμάτα με σφαίρες
με σφαίρες και πυγμή
με την κάνη στον Λουκουμά στραμμένη
και την σκανδάλη μου έτοιμη
(Συναγερμός)
ΜΠΑΤΖΟ: Πόλεμος(ψιθυριστά)
ΒΙΚΥ: Πόλεμος (τα ίδιο)
ΟΛΥΣ: Πόλεμος (θριαμβευτικά)τώρα θα σε δούμε κουβά με μπαρούτι. Τώρα
θα δούμε αν μπορείς κάνεις την έξυπνη!
ΒΙΚΥ: Όχι, φίλοι μου, δεν πρέπει να παρασυρθούμε από την τρέλα των ανθρώπων!
ΔΕΜΙΣ: Γι'αυτό φτιαχτήκαμε, αυτή είναι η αποστολή μας στη γη, να σκοτώνουμε.
ΟΛΥΣ: Γι'αυτό άχρηστε ντενεκέ είσαι παραγεμισμένη με μπαρούτι, για να σκοτώσεις.
(οι άλλοι γνέφουν θετικά)
ΒΙΚΥ: Όχι, όχι! Χίλιες φορές όχι!
Μπορεί να φτιαχτήκαμε γι'αυτό μα θα μπορούσαν να μας φτιάξουν από την
αρχή. Να φτιάξουν από το σίδερό μας και το ατσάλι μας κατσαρόλες και
τηγάνια να ταΐσουν τους φτωχούς, να ντύσουν με το δέρμα της Βύλα και
του Αρβ όσους κρυώνουν, με το μπαρούτι μας να φτιάξουν όμορφα
πυροτεχνήματα.
ΟΛΥΣ: Πυροτέχνημα θα σε κάνει ο Μπάτζο μόλις τον οπλίσουν με την
αφεντιά σου, τενεκεδουπολη !
ΜΠΑΤΖΟ: Όλυ...
ΟΛΥΣ: Τι τρέχει, Μπάτζο? Μετάνιωσες
ΔΕΜΙΣ: Μήπως ξέχασες αυτό που είπαμε Μπάτζο?
ΟΛΥΣ: Μήπως θέλεις να γίνεις λιποτάκτης, Μπάτζο?
ΜΠΑΤΖΟ: Όχι, αλλά...
ΟΛΥΣ: Αλλά τι, Μπάτζο?
ΜΠΑΤΖΟ: Τίποτα... τίποτα...
ΒΥΛΑ: Εντάξει, δε λέω, για σας τα όπλα, ναι, αλλά εγώ...
ΟΛΥΣ:: Τι εσύ? (αυστηρά)
ΒΥΛΑ: Να, εγώ δεν είμαι όπλο, δηλαδή...
ΟΛΥΣ: (γλυκά, όσο μπορεί κάποιος σαν τον Όλυ, να είναι γλυκός. Την
παίρνει παράμερα) Βρε κορόιδο σε φαντάζεσαι? Φορεμένη στα πόδια του
νικητή στρατιώτη των Γιαούρτηδων να κάνεις παρέλαση στα εδάφη που θα
έχεις κατακτήσει? Τι άλλο μπορεί να ονειρευτεί μια αρβύλα νέα και
όμορφη όπως εσύ? Αν όχι τις δάφνες της νίκης που θα τη στολίσουν?
ΒΥΛΑ: (Αλαζονικά, κοκέτικα: ) Ε ναι... δε λέω...
ΒΙΚΥ: Και για σκέψου Βύλα, τι θα γίνει αν ο στρατός των Γιαούρτηδων νικηθεί?
ΟΛΥΣ: Ο στρατός μας δε νικιέται! (εξοργισμένος: ) Το καταλαβαίνεις αυτό?
ΒΥΛΑ: Άκου Βίκυ είσαι φίλη μου και φυσικά λυπάμαι... αλλά τι να γίνει
αυτά έχει ο πόλεμος!
ΟΛΥΣ: Λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Ο στρατός μας αυτή τη
στιγμή πολεμάει, εμείς πρέπει να τον βοηθήσουμε. Είμαστε υλικό που θα
χρειαστεί από στιγμή σε στιγμή γι'αυτό μη χάνουμε καιρό, να
καθαριστούμε, να γρασαριστούμε και να γυμναζόμαστε για να είμαστε
έτοιμοι!
(ο καθένας πάει σε μια γωνιά και καθαρίζεται, γρασάρεται, η δεσμίδα
βάζει σφαίρες κλπ... Όλοι εκτός της Βίκυ... συνεχίζουν ώσπου... ΣΚΟΤΑΔΙ).
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
(Στο σκοτάδι της τέταρτης σκηνής έχουμε ξανάρθει στο θάλαμο των Λουκουμάδων)
(Με τα φώτα βλέπουμε τον Πόλυ να βηματίζει νευρικά πέρα-δώθε, τον Μίδα
να παίζει με τις σφαίρες κλπ Η Όβι ανήσυχη κοιτά κατά την πόρτα του
θαλάμου. Σε λίγο την πλησιάζει ο Μπότζο δειλά)
ΜΠΟΤΖΟ: Ανησυχείς για τον Λα και την Άρβυ, ε?
ΟΒΙ: Α! Εσύ, να μ'αφήσεις ήσυχη εσύ!
ΜΠΟΤΖΟ: (θλιμμένα) Καλά.... (κάνει να φύγει, η Όβι τον βλέπει και...)
ΟΒΙ: Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πώς τους φόρεσε και τους δύο ο
ίδιος φαντάρος. Η Άρβυ είναι 39 νούμερο και ο Λα 44!
ΜΠΟΤΖΟ: Στον πόλεμο... όταν υπάρχει πόλεμος... όλα γίνονται:
ΟΒΙ: Μα πώς χώρεσε η Άρβυ σε ένα τόσο μεγάλο πόδι?
ΜΠΟΤΖΟ: Μπορεί... μπορεί να φορούσε 39 νούμερο και απλά να του είναι
μεγάλος ο Λα... ο Λα.
ΟΒΙ: Ναι... ναι μπορεί να είναι έτσι.
ΈΡΘΑ: Έτσι, θα μου πουν: <<Πηγαίνετε έξω, δεσποινίς, ν'απευθυνθείτε
στο θαλαμοφύλακα αν του κάνετε για ξεσκονόπανο και αν δεν του κάνετε,
τότε... τότε...>> Τίποτα. Δε γίνεται τίποτα.
ΜΠΟΤΖΟ: Πάντως νομίζω πως τζάμπα ανησυχείς , δεν πρόκειται να πάθουν
τίποτα τα παιδιά...
ΟΒΙ: Δεν περίμενα να μου πεις τίποτα διαφορετικό, Μπότζο...
ΜΠΟΤΖΟ: Τι θέλεις να πεις, Όβι?
ΟΒΙ: Θέλω να πω πως για σένα όλα είναι ωραία βλέπεις εσύ δεν είσαι
<<αναλώσιμο υλικό>> σαν και μένα οπότε γιατί να σκας?
ΜΠΟΤΖΟ: Κι όμως, ανησυχώ πολύ, Όβι...
ΟΒΙ: (με αγωνία)Γιατί?
ΜΠΟΤΖΟ: Τι γιατί?
ΟΒΙ: Γιατί ανησυχείς?
ΜΠΟΤΖΟ: Γιατί... γιατί να... αν έρθει η ώρα να... δηλαδή εσένα...
ΟΒΙ: Να σε οπλίσουν με μένα? Αυτό θες να πεις?
ΜΠΟΤΖΟ: Ναι... ναι, αυτό.
ΟΒΙ: Τότε τι? Τι Μπότζο?
ΜΠΟΤΖΟ: Ε να... δε θέλω να το κάνω... δε θέλω να σε...
ΟΒΙ: Να με εκτοξεύσεις, έτσι?
ΜΠΟΤΖΟ: Πώς μπορείς και το λες σαν να είναι κάτι απλό?
ΟΒΙ: Δεν έχουν σημασία τα λόγια, Μπότζο, οι πράξεις έχουν. Δε θα με
οπλίσουν με τα λόγια ούτε θα με εκτοξευσεις μαυτα.
ΜΠΟΤΖΟ: Κι όμως, Όβι, κι όμως... εσύ πολύ καιρό με σκοτώνεις με τα λόγια σου.
(Ο Μπότζο φεύγει. Η Όβι τον κοιτάει θαρρείς και τον βλέπει πρώτη φορά.
Τη στιγμή που πάει να τον πλησιάσει την πλησιάζει χωρίς να την δει η
Έρθα).
ΈΡΘΑ: Ξέρεις, Όβι, πώς είναι να σκεπάζεις κάποιον?
ΟΒΙ: Έρθα?!
ΕΡΘΑ: Δεν υπάρχει πιο ωραίο συναίσθημα στον κόσμο απ'αυτό. Να σε
σφίγγουν πάνω τους, να βιάζονται να μπουν στη ζεστή σου αγκαλιά, να σε
σκέφτονται σαν τα μικρά παιδιά που σκέφτονται την αγκαλιά της μαμάς
τους.
ΟΒΙ: Έρθα?!!!
ΕΡΘΑ: Ναι, ναι πίστεψέ με, Όβι, δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο
απ'αυτό. Εγώ ήμουν πάντα κουβέρτα του στρατού. Ξέρεις τι θα πει αυτό,
Όβι?
ΟΒΙ: Όχι, Έρθα, δεν ξέρω.
ΕΡΘΑ: Θα πει πως πρέπει να'σαι ζεστή. Για να θυμίζεις στο στρατιώτη
τη μαμά του. Πρέπει να'σαι μαλακιά για να του θυμίζεις τα
γλυκοφιλήματα του κοριτσιού του. Πρέπει να'σαι απαλή αλλά και δυνατή.
Γιατί... Γιατί όταν πέφτουν στο κρεβάτι αυτά τα αγόρια κλαίνε, κλαίνε
άγρια, δυνατά και προσπαθούν να κρύψουν τους λυγμούς τους. Γιατί είναι
ντροπή, λέει, ένας στρατιώτης να κλαίει. Και τότε εσύ, η κουβέρτα,
έτσι?, πρέπει να έχεις τη δύναμη να σφιχτείς πάνω τους, να κρύψεις
τους λυγμούς τους και τα δάκρυα απ'τα μάτια τους.... Που κλαίνε και όλο
κλαίνε...
ΟΒΙ: Κλαίνε...
ΈΡΘΑ: Ναι, Όβι, κλαίνε. Το πρωί σκοτώνονται και το βράδυ κλαίνε.
Δεν είναι τρελό?
ΟΒΙ: Ναι, ναι. Είναι τρελό και ηλίθιο.
ΈΡΘΑ: Γι'αυτό, Όβι, γυρνάω και λέω τον πόνο μου. Όχι, δεν είμαι
τρελή. Ή... ή... ίσως και να είμαι. Μα νιώθω μια ευθύνη απέναντι τους,
απέναντι στους ανθρώπους. Γιατί είναι πολύ μεγάλο, πολύ σημαντικό να
σ'αγαπούν. Μα πιο μεγάλο, λέω, πως είναι να αγαπάς εσύ! Μα αν χάσω το
χνούδι μου, πώς θα με σκεπάζονται? Πώς θα τους δείχνω ότι τους αγαπώ?
Τι μάνα είναι αυτή που δεν είναι τρυφερή με τα παιδιά της? Τι κορίτσι
είναι αυτό που δε σκεπάζει με τρυφερότητα τον αγαπημένο της?
ΟΒΙ: (Μονολογεί) Πιο σημαντικό, πιο μεγάλο είναι ν'αγαπάς παρά να
σ'αγαπούν? Πιο δυνατό είναι να πονάς, να κλαις? Να δίνεις είναι πιο
σημαντικό απ'το να ζητάς? Να περιμένεις παρά να σε περιμένουν? Αχ,
Έρθα, πες μου ως πού φτάνει αυτός ο ουρανός που τον λένε αγάπη?
(Τα λόγια που ακολουθούν θα ειπωθούν μεν προζάτα, πλην θα συνοδεύονται
από μουσική....)
ΈΡΘΑ: Καλά την είπες ουρανό, γιατί είναι ψηλή και είναι δύσκολο να
την φτάσεις...
'ΟΒΙ: Πες μου, είναι η αγάπη σαν θάλασσα πλατιά?
ΈΡΘΑ: Ναι, ναι σα θάλασσα που σε πνίγει, μα αν ξέρεις να την
κολυμπάς, στη ράχη της σε κρατάει και τα κύματά της είναι φιλιά...
'ΟΒΙ: Φιλιά...
ΈΡΘΑ: Φιλιά...
|(Μπαίνει η Άρβυ. Είναι χτυπημένη, λασπωμένη, κατάκοπη. Μπαίνει και
πέφτε σε μια γωνιά βογκώντας)
'ΟΒΙ: Άρβυ... (Γενικό ενδιαφέρον... Την πλησιάζει η Όβι) Άρβυ, καλή
μου...(τη χαϊδεύει)
ΆΡΒΥ: Σιγά, Όβι, σιγά..πονάω παντού,
ΠΟΛΥΣ: Πες μας τι γίνεται εκεί, στο πεδίο της μάχης! Νικάμε? Μίλα, λοιπόν!
ΌΒΙ: Ας την να πάρει μιαν ανάσα...
ΠΟΛΥΣ: Εσύ, μπρίκι, θα μιλάς όταν σου δίνουν το λόγο κι εσύ λέγε, τι είδες?
(Η ΌΒΙ πάει να αντιδράσει στα λόγια του Πόλυ μα...)
ΆΡΒΥ: Ας τον, Όβι, θα του πω. Αφού θέλει να τ'ακούσει.
ΜΙΔΑΣ: Ε, λέγε λοιπόν!
ΆΡΒΥ: Λίγη ώρα πριν χτυπήσει ο συναγερμός, ο Λα έβγαζε κάτι πέτρες
που είχαν σφηνωθεί στην τρακτερωτή μου σόλα, έτσι όταν ακούσαμε τη
σειρήνα δεν προλάβαμε να πάμε στα ζευγάρια μας κι αυτός ο ανόητος μας
μπέρδεψε!
ΌΒΙ: Κανονικά ποιον απ'τους δυο σας φορούσε?
ΆΡΒΥ: Κανέναν! Αυτό είναι το αστείο! Εγώ του ήμουν μικρή και ο Λα
τεράστιος! Απ'ό,τι το'κοψα το πόδι του πρέπει να ήταν 40-41...
ΠΟΛΥΣ: Καλά-καλά, παρακάτω....
ΆΡΒΥ: Βγήκαμε, λοιπόν, και ανεβήκαμε σε ένα από αυτά τα μεγάλα τζιπ...
ΜΙΔΑΣ: Ρέο τα λένε...
ΆΡΒΥ: Όπως τα λεν! Αυτός ο φουκαράς έσπρωχνε με τα δάχτυλά του το
δέρμα μου, θαρρείς και ήμουν σαγιονάρα, να το ανοίξει να χωρέσει το
πόδι του, τον φουκαρά...
ΠΟΛΥΣ: Θα μας πεις για τη μάχη ή θα...(αντίδραση πάλι της Όβι)
ΆΡΒΥ: Θα σου πω, Πόλυ, θα σου πω...
ΜΙΔΑΣ: Άντε, λοιπόν!
ΆΡΒΥ: Όσο πλησιάζαμε το πεδίο της μάχης με το... με αυτό το ...
ΜΙΔΑΣ: Ρέο!
ΆΡΒΥ: Αυτό, όλο και σκοτείνιαζε και ο αέρας έφερνε από μακριά μιαν
απαίσια μυρωδιά και το δέρμα μου ρυτίδιαζε θαρρείς και γερνούσε κατά
πεντακόσια χιλιόμετρα το λεπτό. Κάποια στιγμή το... αυτό σταμάτησε και
οι στρατιώτες κατέβηκαν, φόρεσαν όλοι τους κάτι φριχτές μάσκες και
άρχισαν να βάζουν τεράστιες οβίδες σε κάτι μπαζούκας, χίλιες φορές
μεγαλύτερα από τον Μπότζο. Τα όπλιζαν και ρίχναν στο χάος, στο
πουθενά, Πόλυ, απέναντι δεν έβλεπες τίποτα, παρά μόνο μαύρο πυκνό
καπνό και τίποτ'άλλο. Κι εκείνη απαίσια μυρωδιά που με γερνούσε...
ΠΟΛΥΣ: Παρακάτω, Άρβυ, παρακάτω...
ΆΡΒΥ: Όπως ρίχναμε εμείς τυφλά έτσι ρίχναν κι αυτοί. Ο στρατιώτης
που μας φορούσε ήταν αυτός που έδινε το σήμα για την εκτόξευση. Σήκωνε
και κατέβαζε το χέρι του, ενώ τα αεροπλάνα των Γιαούρτηδων από πάνω
μας συνεχώς βομβάρδιζαν κι όπου έπεφταν οι βόμβες τους φτιάχναν ένα
περίεργο σχήμα... κάπως έτσι..(φτιάχνει με τα χέρια της το σχήμα του
μανιταριού)
ΜΙΔΑΣ: Καλά, καλά, μετά?
ΆΡΒΥ: Ο στρατιώτης που μας φορούσε έβαλε κάτι περίεργα κιάλια...
ΠΟΛΥΣ: ( στο Μίδα) Υπεριώδεις ακτίνες..
ΆΡΒΥ: ..και βγήκε μπροστά, εγώ γύρισα και κοίταξα το Λα κι εκείνος
μου άπλωσε γελώντας το κορδόνι του, πήγα κι εγώ να κάνω το ίδιο μα....
ΌΒΙ- ΜΠΟΤΖΟ: Μα???
ΆΡΒΥ: Την αμέσως επόμενη στιγμή τον είδα 3 μέτρα μακριά, χωρίς σόλα
με κομμένη τη γλώσσα. Είχε πέσει μια οβίδα, να σαν την Όβι, πάνω στο
στρατιώτη... Εγώ, ούτε ξέρω πώς βγήκα και πιάστηκα από πινακίδα του....
ΜΙΔΑΣ: Ρέο...
ΆΡΒΥ: ..και ήρθα ως εδώ...
ΌΒΙ: Ώστε ο Λα είναι....
ΠΟΛΥΣ: Άσε τις κλάψες, αυτά έχει ο πόλεμος. Εξ άλλου για σκέψου ότι η
οβίδα μπορεί να ήταν καμιά ξαδέρφη σου..
ΜΠΟΤΖΟ: (στον εαυτό του) Και το μπαζούκας μπορεί να ήταν.... θα
μπορούσα να είμαι... εγώ.
ΜΙΔΑΣ: Εξ άλλου ο Λα δεν ήταν κανονικός Λουκουμάς...
ΠΟΛΥΣ: Ήταν Γιαούρτης, γι'αυτό την έπαθε έτσι! Ένας προδότης ήταν!
ΜΠΟΤΖΟ: (στον εαυτό του) Ο Λα ήταν φίλος μου. Τι θα πει
<<Γιαούρτης>> και <<Λουκουμάς>>? Ο Λα ήταν ο μοναδικός μου φίλος κι εγώ,
θα μπορούσα δηλαδή να ήμουν εγώ αυτός που τον έκανε κομμάτια...
ΆΡΒΥ: Δεν ήσουν εκεί, Πόλυ, γι'αυτό μιλάς έτσι...
ΠΟΛΥΣ: Σκασμός, παπούτσι!
ΆΡΒΥ: Εσύ σκάσε! Εγώ πολέμησα! Εσύ είσαι όλο λόγια! Για πάνε εκεί να
σε δούμε....
ΠΟΛΥΣ: Πήγες, Άρβυ, πήγες μα δεν πολέμησες, οι άλλοι πολεμούσαν! Εσύ
το μόνο που έκανες ήταν να δυσκολεύεις έναν Λουκουμά να πολεμήσει
επειδή είσαι μικρή καημενούλα μου...
ΌΒΙ: Μα δεν μπορείς ούτε για μια στιγμή να νιώσεις τον άλλον?
ΠΟΛΥΣ: Δε φτιάχτηκα για να νιώθω αλλά για να σκοτώσω.
ΆΡΒΥ: Μα πώς μπορείς και μιλάς έτσι? Σου λέω δεν μπορούσα να δω πέρα
απ'τη σόλα μου! Πού θα ρίχνεις? Σε ποιον εχθρό? Με όλον εκείνον τον
καπνό και τη στάχτη που σκεπάζει τα πάντα?
ΠΟΛΥΣ: Εσύ είσαι αρβύλα, είσαι χαμηλά, δεν μπορείς να δεις... Εμένα η
κάνη μου φτάνει κι ένα μέτρο ψηλά! Βλέπω μακρύτερα απ'ό,τι εσύ....
ΜΙΔΑΣ: Κι έπειτα τι χρειάζεται να βλέπουμε εμείς? Φτάνει που θα
βλέπει ο στρατιώτης που θα πατάει τη σκανδάλη του Πόλυ και τότε...
ΠΟΛΥΣ: Και τότε....(το παιχνίδι τους)
ΠΟΛΥΣ -ΜΙΔΑΣ: Τάκα-τάκα-τάκα..(ήχος πολυβόλου)
ΜΠΟΤΖΟ: Πώς να μπορέσω
Τη φύση μου ν'αλλάξω
Να πάψω να'μαι όπλο καταστροφικό
Αχ! Και να μπορούσα
Την κάνη να στραβώσω
Το κλείστρο μου να το'χω ερμητικά κλειστό
Να μην μπορέσουν ποτέ να με οπλίσουν
Με την οβίδα, την Όβι, που αγαπώ...
Όλοι μου οι φίλοι
Χάνονται ένας ένας
Μέσα στο πεδίο της μάχης το φριχτό
Και νιώθω στ'αλήθεια
Βαθιά μες στην καρδιά μου
Πως όλους μου τους φίλους
Τους σκότωσα εγώ
Αχ! Και να μπορούσα
Την κάνη να στραβώσω
Το κλείστρο μου να το'χω ερμητικά κλειστό
Να μην μπορέσουν ποτέ να με οπλίσουν
Με την οβίδα, την Όβι, που αγαπώ...
(με το τέλος του τραγουδιού του Μπότζο ακούμε κανονιοβολισμούς και
αεροπλάνα να πετούν πολύ χαμηλά)
ΠΟΛΥΣ: Σκασμός, ακούστε!
ΆΡΒΥ: Φτάσαν μέχρι εδώ οι Γιαούρτηδες?
ΠΟΛΥΣ: Λες να μπήκαν στο στρατόπεδο?
ΜΙΔΑΣ: Εδώ μέσα δεν πρόκειται να μπούνε, δε θα τους αφήσουμε...
ΠΟΛΥΣ: Δεν πρόκειται να πατήσει Γιαούρτης στο θάλαμό μας...
ΆΡΒΥ: Αν μας πιάσουν θα μας κάνουν κομμάτια!
ΜΙΔΑΣ: Έχει δίκαιο η Άρβυ. Οι Γιαούρτηδες είναι αδίστακτοι,
αιμοχαρείς δολοφόνοι..
ΌΒΙ: Τα ίδια λένε και αυτοί για τους Λουκουμάδες, είμαι σίγουρη, σαν
να τους βλέπω κιόλας. Είμαστε ίδιοι, μόνο τα σήματα αλλάζουν...
ΠΟΛΥΣ: Δεν ξέρεις τι σου γίνεται!
ΌΒΙ: Ναι, ναι έτσι είναι! Είμαι σίγουρη. Έχει και κει ένα πολυβόλο
που θέλει να σκοτώσει όσους περισσότερους Λουκουμάδες γίνεται, μια νέα
αρβύλα που δεν είναι κακιά μα παρασύρεται από κάποιους πωρωμένους...
ΜΠΟΤΖΟ: Δηλαδή, Όβι, μπορεί να υπάρχει κι ένα μπαζούκας-Γιαούρτης
που... ν'αγαπάει μια οβίδα?
ΌΒΙ: Είμαι σίγουρη, Μπότζο. Σαν να τον βλέπω κιόλας..
ΜΠΟΤΖΟ: Και πώς... πώς είναι?
ΌΒΙ: Να..σαν κι εσένα...
ΜΠΟΤΖΟ: (τρέμοντας) και... και η οβίδα? Πώς είναι η οβίδα?
ΌΒΙ: Σαν... σαν εμένα, Μπότζο, ίδια με μένα..
(Ο Πόλυς που όλη αυτή την ώρα τους κοιτάει εξοργισμένος, μπαίνει ανάμεσά τους)
ΠΟΛΥΣ: Λοιπόν, τιμημένα όπλα του στρατού των Λουκουμάδων ήρθε η ώρα
ν'αποδείξετε πως αξίζετε τα γράσα που σας ταΐζουν. Τόσα χρόνια κάνετε
ασκήσεις για να έρθει επιτέλους η ώρα να πάρετε μέρος σ'ένα πραγματικό
πόλεμο!
ΜΙΔΑΣ: Θα οπλιστούμε, λοιπόν, και θα σταθούμε εδώ στην πόρτα έτοιμοι
να αποκρούσουμε την επίθεση των βρωμερών Γιαούρτηδων!
ΠΟΛΥΣ: Λοιπόν, έλα Μίδα, να βοηθήσουμε το φίλο μας τον Μπότζο να
οπλιστεί! (πλησιάζουν την Όβι)
ΌΒΙ: Μα τι κάνετε? (Προσπαθεί να αποφύγει το Μίδα που έρχεται από
μπροστά της και πέφτει πάνω στον Πόλυ που ήρθε από πίσω) Αφήστε με...! (
Ο Πόλυς την κρατάει)
ΠΟΛΥΣ: Άνοιξε το κλείστρο του φίλου μας, να τον οπλίσουμε!
ΜΙΔΑΣ: Έλα, Μπότζο! Έλα να κάνεις περήφανο το βαρύ πυροβολικό των
Λουκουμάδων, που έχεις την τιμή να υπηρετείς! ( Ο Μπότζο τον αποφεύγει
έχοντας τα μάτια του στραμμένα στην Όβι, που εξακολουθεί να
αντιστέκεται στον Πόλυ)
ΜΙΔΑΣ: έλα, λοιπόν, Μπότζο, άσε τα παιχνίδια! Είσαι όπλο, Μπότζο!
ΠΟΛΥΣ: όπλο που η δουλειά του είναι να σκοτώνει! Όχι να νιώθει, ούτε
να σκέφτεται...
ΌΒΙ: Όχι, Μπότζο, μην τους ακούς! Σε ικετεύω, μην τους πιστεύεις ,
δεν έχουμε καμιά δουλειά με τους πολέμους των ανθρώπων!(όλα αυτά τα
λέει παλεύοντας με τον Πόλυ, που προσπαθεί να της κλείσει το στόμα)
ΠΟΛΥΣ: Βούλωσ'το επιτέλους σιχαμερό κονσερβοκούτι!(τη χτυπάει)
ΜΠΟΤΖΟ: Μην την αγγίζεις, Πόλυ! Ας την να φύγει!
( Ο Πόλυ παρατάει σε μια γωνιά την Όβι και βαδίζει προς τον Μπότζο)
ΠΟΛΥΣ: Τι έγινε φίλε μου , Μπότζο?
ΜΙΔΑΣ: Ξέχασες τι είπαμε?
ΠΟΛΥΣ: Μήπως θέλεις να γίνεις ρεζίλι?
ΜΙΔΑΣ: Να ρεζιλέψεις όλον το βαρύ οπλισμό?
ΠΟΛΥΣ: Να γίνεις ο περίγελος όλου του οπλικού συστήματος των Λουκουμάδων...?
ΜΙΔΑΣ: Αυτό θέλεις, Μπότζο?
ΠΟΛΥΣ: Αυτό θέλεις, Μπότζο?
ΜΠΟΤΖΟ: Όχι, όχι! Αφήστε με!
ΜΙΔΑΣ: Ο εχθρός είναι έξω, έτοιμος να επιτεθεί!
ΠΟΛΥΣ: Κι αν πέσεις στα χέρια του, αλίμονό σου!
ΜΙΔΑΣ: Είδες τι έπαθε ο φίλος σου, ο Λα...
ΠΟΛΥΣ: Ενώ η Άρβυ...
ΜΙΔΑΣ: Είδες η Άρβυ?
ΠΟΛΥΣ: Η Άρβυ γλίτωσε γιατί είναι μια αρβύλα του στρατού των Λουκουμάδων!
ΜΙΔΑΣ: Μια πραγματική στρατιωτίνα!
ΌΒΙ: Μην τους ακούς, Μπότζο! Ήταν θέμα τύχης που γλίτωσε η Άρβυ και όχι ο Λα...
ΆΡΒΥ: Όχι και τύχης, Όβι, όχι και τύχης! Δε θα μπορούσα να πάθω εγώ
αυτό που έπαθε ο Λα, γιατί εγώ είμαι μια πραγματική στρατιωτίνα!
ΌΒΙ: Ω, Άρβυ, όχι κι εσύ! Μόνη σου είπες πόσο φριχτά ήταν εκεί, στο
πεδίο της μάχης...
ΆΡΒΥ: Ε, ναι, δε λέω... αλλά εγώ δεν είμαι όπλο!
ΠΟΛΥΣ: Τ'ακούς, Μπότζο? Είσαι μόνος τώρα! Ολομόναχος!
ΜΙΔΑΣ: Κανείς δεν πρόκειται να σε υποστηρίξει, Μπότζο!
ΠΟΛΥΣ: Είσαι ολομόναχος!
ΜΙΔΑΣ: Ολομόναχος, Μπότζο!
ΌΒΙ: Όχι, δεν είναι μόνος του... είμαι...
ΠΟΛΥΣ: Σκασμός εσύ! Μην την ακούς, Μπότζο! Τον εαυτό της σκέφτεται...
Αρνείται να κάνει το καθήκον της!
ΜΙΔΑΣ: Αρνείται να κάνει αυτό που είναι κατασκευασμένη να κάνει!
ΠΟΛΥΣ: Από φόβο, Μπότζο!
ΜΙΔΑΣ: Είναι δειλή και θέλει να σε παρασύρει...!
ΠΟΛΥΣ: Και μπορεί να κάνει οτιδήποτε για να πετύχει το σκοπό της...
ΌΒΙ: Μην τους ακούς... Σ'αγαπώ, Μπότζο!
ΠΟΛΥΣ: Τα είδες, δε σου τα'παμε?
ΜΠΟΤΖΟ: Μα είπε ότι... ότι...
ΜΙΔΑΣ: Κι εσύ την πίστεψες? Είσαι πολύ αφελής, Μπότζο!
ΠΟΛΥΣ: Σου το είπα! Θα κάνει τα πάντα για να γλιτώσει!
ΜΙΔΑΣ: Μόνο το σίδερό της σκέφτεται και τίποτ'άλλο!
ΌΒΙ: Όχι, Μπότζο, δεν είναι αλήθεια!
ΠΟΛΥΣ: Θέλει να σ'εκδικηθεί επειδή εκτόξευσες την αδερφή της!
ΜΙΔΑΣ: Γι'αυτό τα κάνει όλ'αυτά! Για να σε εκδικηθεί!
ΠΟΛΥΣ: Θυμάσαι τι σου είχε πει?
ΜΙΔΑΣ: Ή την εκτοξεύεις ή (κίνηση στο λαιμό) στο χυτήριο!
ΠΟΛΥΣ: Θέλει να σε δει ντροπιασμένο!
ΜΙΔΑΣ: Ένα άχρηστο σιδερικό που θα σκουριάζει σε μια γωνιά του στρατοπέδου!
ΜΠΟΤΖΟ: όχι, όχι... δεν είναι δυνατόν! Δεν το ήθελα! Σου το είπα! Σας το είπα!
ΜΙΔΑΣ: ήταν καθήκον σου να το κάνεις και το έκανες!
ΠΟΛΥΣ: Μας έκανες περήφανους τότε, Μπότζο!
( Ο Μπότζο σκέφτεται, είναι αναποφάσιστος)
(Η Όβι τον πλησιάζει...)
ΠΟΛΥΣ: Πιάστην, Μίδα ( Ο Μίδας τη γραπώνει)
Έλα, Μπότζο, άνοιξε το κλείστρο σου!
(οι ήχοι μάχης όλο και ακούγονται δυνατότερα)
Ακούς, Μπότζο? Όπου να'ναι θα ορμήξουν μέσα, θα πρέπει να είμαστε
έτοιμοι. Έλα, Μπότζο, δείξε ότι αξίζεις τον τίτλο του Λουκουμά!
ΠΟΛΥΣ -ΜΙΔΑΣ: Τελευταία ώρα, Τελευταία ώρα, είναι η σειρά σου
Μπότζο τώρα
Τώρα καλά οπλίσου
Στην πόρτα στάσου, εμπρός
Να μην επιτρέψεις
Να μπει ο εχθρός
Τελευταία ώρα, Τελευταία ώρα,
Κραυγή πολέμου
Βγάλε τώρα
ΌΒΙ: Αχ, να καταλάβεις
Μπαζούκας μου χαζό
Πως αλήθεια είναι
Ότι σε αγαπώ
Τελευταία ώρα, Τελευταία ώρα,
Μη λυγίσεις, Μπότζο τώρα
ΜΠΟΤΖΟ: Αχ, και να μπορούσα
Να φύγω, να χαθώ
Αιτία να μη γίνω
Για όλεθρο εγώ
Τελευταία ώρα, Τελευταία ώρα,
Του Μπότζο ήρθε η ώρα!
(Με το τέλος του τραγουδιού μπαίνει δειλά ο ΑΡΒ)
(Είναι χτυπημένος και λασπωμένος έτσι ώστε να μη φαίνονται τα
διακριτικά των Γιαούρτηδων που φέρει. Η ΑΡΒΥ τον βλέπει)
ΆΡΒΥ: Κοιτάξτε! Είναι ο Λα! Είναι ο Λα ζωντανός!
ΜΠΟΤΖΟ: Λα! Αχ, παλιόφιλε! Το'ξερα πως θα τα καταφέρεις!
ΑΡΒ: Μα εγώ δεν...
ΌΒΙ: Η Άρβυ μας είπε ότι...
ΠΟΛΥΣ: Μα πώς είσαι ζωντανός? Αφού η Άρβυ μας είπε ότι σκίστηκε η σόλα σου....
ΑΡΒ: Μα όχι! Της Βύλα η σόλα σκίστηκε! Ήμασταν ζευγάρι..Μας έβαλε
ένας στρατιώτης πάνω στην ταραχή του...
ΜΙΔΑΣ: Μα για ποια Βύλα μιλάς?
ΑΡΒ: Αυτήν! (δείχνει την Άρβυ)
ΌΒΙ: Μα αυτή είναι η Άρβυ και είναι μια χαρά!
ΑΡΒ: Μα όχι, όχι την είδα με τα κορδόνια μου! Μπορεί να μη βλέπω πια
καλά αλλά είμαι σίγουρος πως ήταν αυτή! Μήπως πέθανα και βρίσκομαι
στον άλλο κόσμο? Να και ο Μπάτζο...!
ΜΠΟΤΖΟ: Μπότζο.
ΑΡΒ: ..που στράβωσε την κάνη του για να μην πολεμήσει....
ΜΠΟΤΖΟ: Τι έκανε?
ΑΡΒ: Στράβωσες την κάνη σου. Φυσικά ήταν εύκολο, αφού τα μπαζούκας
είναι από αλουμίνιο...
ΜΠΟΤΖΟ: Και γιατί το έκανε αυτό?
ΑΡΒ: Ποιος?
ΜΠΟΤΖΟ: Αυτός ο... Μπάτζο.
ΑΡΒ: Α! Εσύ! Γιατί δεν ήθελες να πολεμήσεις αλλά και γιατί αγαπάς τη Βίκυ.
ΌΒΙ: Ποιαν αγαπάει?
ΑΡΒ: Τη Βίκυ.
ΌΒΙ: Ποια είναι αυτή η Βίκυ?
ΑΡΒ: Μα... Εσύ!
( Ο Μπότζο χωρίς να τον αντιληφθούν οι άλλοι φεύγει)
ΌΒΙ: Εγώ είμαι η Όβι, δεν είμαι η Βίκυ!
ΠΟΛΥΣ: Σάλεψε απ'τη λαχτάρα του ο γέρος...
ΈΡΘΑ: Τίποτα... Δε γίνεται τίποτα. Είτε πόλεμος είτε ειρήνη μια
κουβέρτα χωρίς χνούδι είναι μια κουβέρτα άχρηστη...
ΑΡΒ: Α να και η Βέρα!
ΈΡΘΑ: Βέρα είναι μια μακρινή συγγενής μου(Πάντα στην κοσμάρα της) που
απ'ό,τι έμαθα βρίσκεται στο στρατό των Γιαούρτηδων...
ΑΡΒ: Ε μα κι εγώ για ποιο στρατό μιλάω?
ΠΟΛΥΣ: Για ποιον στρατό μιλάς?
ΑΡΒ: Μα για το στρατό των Γιαούρτηδων! Το στρατό μας!
ΌΒΙ: Ωχ, όχι...
ΠΟΛΥΣ: Πιασ'τον, Μίδα! ( Ο Μίδας τον πιάνει)
ΑΡΒ: Αφήστε με τι κάνετε? Δεν είναι ώρα για παιχνίδια...
ΠΟΛΥΣ: Ποιος σου μιλάει για παιχνίδια, γέρο? Μίλα, λέγε, ποιος
σ'έστειλε? Να κατασκοπεύσεις ήρθες?
ΌΒΙ: Μα τι να κατασκοπεύσει, βρε ανόητο τουφέκι? Δεν είδες που
μπέρδεψε τα στρατόπεδα?
ΠΟΛΥΣ: Εμείς θα λογαριαστούμε μετά, γκαζοντενεκέ! Όσο για σένα...
ΑΡΒ: Όσο για σένα νεαρέ θα έπρεπε να δείχνεις περισσότερο σεβασμό στα
χιλιόμετρά μου. Κι έπειτα πόσες φορές πρέπει να στο πω? Έχεις
διαλυθεί! Τέρμα, καπούτ...
ΠΟΛΥΣ: Τι λέει?
ΆΡΒΥ: Μας έχει μπερδέψει. Νομίζει πως είμαστε υλικό των Γιαούρτηδων...
ΠΟΛΥΣ: Εγώ? Εγώ, Γιαούρτης?
ΌΒΙ: Το είπα, χίλιες φορές σας το'πα, είμαστε ίδιοι, δεν έχουμε να
χωρίσουμε τίποτα με τους Γιαούρτηδες...
ΑΡΒ: Όχι Με τους Λουκουμάδες δεν εχουμε τιποτα να χωρίσουμε...
ΌΒΙ: Αχ, Λα...
ΑΡΒ: Δεν είμαι ο Λα! Είμαι ο Αρβ και εσύ είσαι η Βίκυ!
ΌΒΙ: Δεν είμαι... τελοσπάντων...
ΠΟΛΥΣ: Λοιπόν, για να τελειώνουμε, εσύ σταχτοδοχείο, κάνε στην άκρη κι
εσύ παπούτσι είσαι κατάσκοπος σε καιρό πολέμου γι'αυτό και θα
εκτελεστείς.
ΌΒΙ: Μπα? Και με ποια δικαιοδοσία παίρνεις αυτήν την απόφαση? Έγινες
και δικαστής τώρα?
ΠΟΛΥΣ: Με τη δικαιοδοσία που μου δίνει η δύναμή μου. Είμαι από τα
πιο ισχυρά όπλα του στρατού των Λουκουμάδων και ως τέτοιο...
ΑΡΒ: Τι είσαι λέει?
ΠΟΛΥΣ: Είμαι από τα πιο ισχυρά όπλα και...
ΑΡΒ: Τι λες βρε φουκαριάρικο αεροβόλο?
ΠΟΛΥΣ: Πρόσεχε τα λόγια σου, γέρο!
ΑΡΒ: Ναι, είμαι γέρος, είμαι ένα γέρικο άρβυλο κι έχουνε δει πολλά τα
κορδόνια μου... Τόσα, που νόμιζα πως τα'χα δει όλα. Μ'αυτό που γίνεται
αυτή τη στιγμή εκεί έξω ούτε στους τρομερότερους εφιάλτες μου δε θα
μπορούσα να το δω...
ΜΙΔΑΣ: Εμ, φυσικό είναι. Όσα και να'χεις δει, τα'χεις δει, σαν
αρβύλα, από χαμηλά, ενώ εμείς είμαστε όπλα...
ΑΡΒ: Έχεις δίκαιο..εγώ δεν είμαι όπλο... ευτυχώς.
ΆΡΒΥ: Γιατί ευτυχώς?
ΑΡΒ: Γιατί όπλα σαν ελόγου τους (δείχνει τον Πόλυ και το Μίδα) είναι
άχρηστα πια, τα θέλουν μόνο για να διατηρήσουν την ειρήνη μετά τον
πόλεμο, όπως λένε. Άκου πράματα, να διατηρείς την ειρήνη με τα όπλα!
Εσύ που μπορείς να ρίξεις εκατό ή χίλιες σφαίρες το δευτερόλεπτο είσαι
πολύ λίγος πια.. Η τρέλα που έχει πιάσει τους ανθρώπους είναι τέτοια,
που έχουν φτιάξει βλήματα που μπορούν το κάθε ένα απ'αυτά να διαλύσει
πέντε στρατόπεδα σαν αυτό εδώ. Κι όχι μόνο αυτό αλλά να καταστρέψουν
και το περιβάλλον και για τα επόμενα χίλια χρόνια... Αυτός ο τόπος να
μην είναι βιώσιμος για τίποτα ζωντανό...
ΆΡΒΥ: Γι'αυτό μυρίζει έτσι εκεί έξω, γι'αυτό φορούσαν αυτές τις φριχτές μάσκες...
ΠΟΛΥΣ: Ε! Και λοιπόν? Τι σημαίνει αυτό? Πάντα υπήρχε το βαρύ
πυροβολικό. Να! Ο Μπότζο για παράδειγμα... Πού'ν'τος? Μπότζο? Πού πήγε?
ΌΒΙ: Μπότζο, πού είσαι?
ΟΛΟΙ: Πού να πήγε? Πού μπορεί να'χει πάει? Μπότζοοο... Μπότζο...
ΑΡΒ: Μπάτζο, πού είσαι Μπάτζο?
ΌΒΙ: Μπότζο τον λένε, όχι Μπάτζο!
ΑΡΒ: Αχ Βίκυ μου, τον ξέρω από τόσο δα όλμο λες να μην ξέρω το όνομά του?
( Η Όβι σηκώνει απελπισμένα τους ώμους)
ΆΡΒΥ: Πού λες να έχει πάει?
ΌΒΙ: Δεν ξέρω , δεν ξέρω κι ανησυχώ πολύ. Ήταν πολύ στενοχωρημένος και
φοβάμαι να μην έκανε καμιά τρέλα.
(Ακούγεται μια τρομερή έκρηξη πολύ κοντά στο θάλαμο)
ΜΠΟΤΖΟ: (απ'έξω ) Αααχ!
ΌΒΙ: Μπότζο!
(Τρέχει στην πόρτα μα την κρατάει η Άρβυ)
ΆΡΒΥ: Είσαι τρελή? Τι πας να κάνεις?
ΌΒΙ: Μα δεν άκουσες? Ήταν ο Μπότζο, χτυπήθηκε...
ΆΡΒΥ: Είναι αργά πια Όβι, σε παρακαλώ, ειν'αργά...
ΌΒΙ: Όχι, όχι δεν είναι δυνατόν....(Κλαίει)
ΠΟΛΥΣ: (Ψευτοσυγκινημένος) Καλώς. Άλλο ένα άξιο τέκνο του τιμημένου
στρατού των Λουκουμάδων, ένας φίλος, ένας συμπολεμιστής, ένας ήρωας
χάθηκε για το καλό του έθνους μας. Οι σιχαμεροί Γιαούρτηδες προδοτικά
μας επιτέθηκαν και ύπουλα, όπως το συνηθίζουν, χτύπησαν τη χώρα μας,
στην οποία βασίλευε η ειρήνη και η τάξη...
ΑΡΒ: Οι Λουκουμάδες επιτέθηκαν στους Γιαούρτηδες. Εμάς έτσι μας είπαν
τουλάχιστον....
ΜΙΔΑΣ: Δε μας ενδιαφέρει τι σας είπαν και τι δε σας είπαν! Αυτό που
έχει σημασία είναι ως είσαι Γιαούρτης κι ένας από σας χτύπησε τον
αγαπημένο μας Μπότζο. Είμαστε υποχρεωμένοι, λοιπόν, να σε εκτελέσουμε
για αντίποινα, έτσι Πόλυ?
ΠΟΛΥΣ: Έτσι ακριβώς, Μίδα! Δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε χωρίς
εκδίκηση το χαμό του φίλου μας. Έλα, Μίδα...
(Παίρνουν τις θέσεις τους, όπως όταν παίζουν)
ΑΡΒ: Είστε τελείως ανόητοι. Σας λέω ο Μπάτζο δε διαλύθηκε, πήγε να....
ΜΙΔΑΣ: Δε μας ενδιαφέρει ο Μπάτζο. Εμείς για τον Μπότζο σου μιλάμε
στην μνήμη του οποίου θα εκτελεστείς... Άρβυ, βάλε τα κορδόνια του πίσω
από τη γλώσσα του, να μη βλέπει....
(Η Άρβυ παραμένει στη θέση της)
ΠΟΛΥΣ: Κουνήσου, λοιπόν, Άρβυ, τι έπαθες?
ΆΡΒΥ: Δεν... δεν μπορώ...
ΠΟΛΥΣ: Είναι εχθρός μας, Άρβυ!
ΜΙΔΑΣ: Αυτός φταίει για το χαμό φουκαρά του Μπότζο...
ΌΒΙ: Πώς είναι δυνατόν να φταίει μια αρβύλα, για τις βόμβες που
πέφτουν? Είχε δίκιο ο Μπότζο... Ούτε τα μπαζούκας φταίνε...
ΆΡΒΥ: Κι έπειτα μοιάζει τόσο πολύ στο Λα... Θυμάστε? Ο Λα ήταν φίλος μας...
ΜΙΔΑΣ: Ακριβώς! Ο Λα ήταν φίλος μας και χάθηκε κι αυτός από τους
λυσσασμένους Γιαούρτηδες...
ΠΟΛΥΣ: Γι'αυτό σου λέμε, κλείστου τα κορδόνια για να τον...
ΆΡΒΥ: Όχι, δεν του τα κλείνω!
ΠΟΛΥΣ: Πολύ καλά. Έτοιμος, Μίδα?
ΜΙΔΑΣ: Πανέτοιμος, Πόλυ.
ΠΟΛΥΣ: Ένα-Δύο...
(Η Άρβυ μπαίνει μπροστά στον Αρβ)
ΆΡΒΥ: Όχι, δε θα σας αφήσω...
ΜΙΔΑΣ: Κάνε στην άκρη, Άρβυ...
ΠΟΛΥΣ: Κάνε πέρα, Άρβυ... Θα σου ρίξω... Θα σου ρίξω, Άρβυ...
ΌΒΙ: Ρίξε, Πόλυ. (Μπαίνει μπροστά) Αλλά έχε υπόψη σου, μια σφαίρα του
Μίδα να αγγίξει το μπαρούτι μου και πάμε όλοι χαμένοι.
ΠΟΛΥΣ: Είστε προδότες. Είστε όλοι προδότες.
ΑΡΒ: Κι εσύ είσαι ηλίθιος!
ΠΟΛΥΣ: Πρόσεξε, γεροσαγιονάρα, γιατί μπορεί αυτή τη φορά να σ'έσωσαν
τούτες εδώ μα...
ΑΡΒ: Μα τι? Θα μου ρίξεις ε?
ΜΙΔΑΣ: Θ'αδειάσει όλες του τις σφαίρες πάνω σου, ξεσολιασμένο σκαρπίνι!
ΑΡΒ: Και τη σκανδάλη ποιος θα την πατήσει βρε ξεροκέφαλε γεμιστήρα?
ΠΟΛΥΣ -ΜΙΔΑΣ: Ε? (Κοιτιούνται)
ΑΡΒ: Αχ, Όλυ, Όλυ... Από παιδί έτσι κεφάλας ήσουν!
ΠΟΛΥΣ: Δεν είμαι ο... πως με είπες?
ΑΡΒ: Μα, Όλυ, αυτό είναι το όνομά σου...
ΠΟΛΥΣ: Όλυς, το G3, ίδιο μοντέλο με μένα, κατασκευής 1997, στο
εργαστήριο όπλων των Καραβανάδων...
ΌΒΙ: Όλοι σ'εκείνο το εργοστάσιο φτιαχτήκαμε...
ΜΙΔΑΣ: Ναι, κι εγώ εκεί γέμισα πρώτη φορά...
ΠΟΛΥΣ: Με τον Όλυ ήμασταν στην ίδια μάζα σίδερο όταν μας χώρισαν,
βρισκόμασταν συχνά και τα λέγαμε... Μετά όταν κατασκευαστήκαμε μας
έβαλαν στην ίδια αποθήκη. Κάναμε όνειρα να μας πάρει ο ίδιος στρατό,
να γίνουμε ήρωες, να μας έχουν οι πιο γενναίοι στρατιώτες-
σκεφτόμασταν πώς θα μας περιποιούνταν οι φαντάροι που θα μας είχαν
χρεωθεί.. Ήταν ο καλύτερος μου φίλος. Όταν κάποια μέρα μπήκαν δύο
εργάτες, ήμασταν εκεί μέσα διακόσια πολυβόλα, πήραν τα εκατόν πενήντα.
Ένα από αυτά ήταν και ο Όλυς. Λυπήθηκα πολύ όταν έφυγε... Ώστε Γιαούρτης
είναι ο Όλυς...
ΑΡΒ: Ήταν!
ΠΟΛΥΣ: Γιατί ήταν?
ΑΡΒ: Μα δε σου είπα ότι διαλύθηκες?
ΠΟΛΥΣ: Ποιος διαλύθηκε?
ΑΡΒΥ: Σου είπα, μας μπερδεύει... Νομίζει ότι είσαι ο Όλυς.
ΠΟΛΥΣ: Τελοσπάντων, πώς διαλύθηκα?
ΑΡΒ: Μα δε θυμάσαι?
ΠΟΛΥΣ: (Κρατάει τα νεύρα του) Όχι δε θυμάμαι...
ΑΡΒ: Φτιάξανε... πώς το λένε? Α! ναι! Οχυρωματικά για τα κανόνια κι
επειδή δεν έφτανε η άμμος διέλυσαν και όλα τα ελαφρά όπλα. Εσάς, τα
αυτόματα και τα πιστόλια των αξιωματικών... Μόνο που αυτά δεν τα
διέλυσαν, τα έβαλαν έτσι ολόκληρα μες στα τσουβάλια.
ΜΙΔΑΣ: Και οι δεσμίδες? Τι απόγιναν οι δεσμίδες?
ΑΡΒ: Ε, τι απόγιναν? Άχρηστες είναι. Χωρίς πολυβόλα τι να τις κάνουν
τις δεσμίδες?
ΠΟΛΥΣ: Εγώ , Ο Πόλυς το πολυβόλο, υλικό οχύρωσης, μέσα σε τσουβάλι,
διαλυμένος ανάμεσα σε υλικά από τουφέκια και αυτόματα και...και
αμμο...Ποιος, εγώ, ο Πόλυς το πολυβόλο...?
ΑΡΒ: Ο Όλυς. Ο Όλυς, το πολυβόλο.
ΠΟΛΥΣ: (χαμένος, σαν υπνοβάτης) Πώς? Α. ναι. Ο Όλυς, ο καλύτερος μου
φίλος. Τι ντροπή. Τι ηλίθιο, τι άδοξο τέλος...
ΜΙΔΑΣ: Μη χάνεις το κουράγιο σου, φίλε... Αυτά τα κάνουν οι Γιαούρτηδες
οι δειλοί, όχι οι Λουκουμάδες..
ΑΡΒΥ: Εκεί, το πεδίο της μάχης ήταν γεμάτο με οχυρά για τα κανόνια.
Είναι ζήτημα τύχης που δε σας έχουν διαλύσει κι εσάς ακόμα...
ΌΒΙ: Τι έχεις να πεις τώρα ήρωα? Πού είναι ο Μπότζο?
ΠΟΛΥΣ: Άσε με ήσυχο. Δεν του είπα εγώ να βγει έξω, εγώ του είπα μόνο...
ΌΒΙ: Εσύ του φούσκωσες τα μυαλά για ηρωισμούς, εσύ φταις...
ΑΡΒΥ: Άφησε τον, Όβι, δεν τον βλέπεις? Είναι τόσο λυπημένος...
ΌΒΙ: Και τι θέλεις? Να τον λυπηθώ? Ενώ είναι αίτιος για το χαμό του Μπότζο?
ΑΡΒΥ: Όχι, Όβι, εσύ είσαι η αιτία που χάθηκε ο Μπότζο!
ΌΒΙ: Εγώ?
ΑΡΒΥ: Ναι, Όβι, εσύ. Εσύ του φερόσουν σαν να'ταν δολοφόνος...
ΌΒΙ: Μα του είπα μετά ότι...
ΑΡΒΥ: Μετά του είπες ότι τον αγαπάς κι αυτό είναι εκβιασμός! Γιατί
τότε ο Μπότζο ήξερε ότι μόνο με το χαμό του θα ήσουν ασφαλής.
ΈΡΘΑ: Τίποτα, δε γίνεται τίποτα. Θα μπορούσα να πω δε γίνεται απολύτως
τίποτα. Μια κουβέρτα χωρίς χνούδι είναι άχρηστη. Άτριχη κουβέρτα,
άχρηστη κουβέρτα.
(Ακούγονται απ'έξω φωνές)
ΦΩΝΕΣ: Καίγεται η αποθήκη! Η αποθήκη με τα εκρηκτικά! Να φύγουμε, να
φύγουμε... θα σκάσει!
ΑΡΒ: Ακούστε!
ΜΙΔΑΣ: Η αποθήκη...
ΑΡΒΥ: Με τα εκρηκτικά...
ΌΒΙ: Πήρε φωτιά!
(Πανικός. Σε λίγο ακούγεται μια τρομερή έκρηξη. Αν είναι δυνατόν να
πέσει χρωματιστός καπνός στη σκηνή, π.χ. πράσινος)
ΜΙΔΑΣ: Τι έγινε?
ΑΡΒΥ: Ανατινάχτηκε η αποθήκη....
ΌΒΙ: Τι είναι αυτός ο καπνός?
ΑΡΒ: Χημικά.. (Πλησιάζει την πόρτα) Έχει γεμίσει ο τόπος απ'αυτό...
ΌΒΙ: Τέτοια καταστροφή!
ΜΙΔΑΣ: Ο στρατός μας? Ο στρατός μας τι έγινε?
ΑΡΒ: Σου το'πα απ'αυτό το αέριο δε γλιτώνει κανείς....
ΌΒΙ: Μα τότε και οι Γιαούρτηδες... Θέλω να πω τα σύνορα τους είναι μόλις
μερικά μέτρα μακριά...
ΠΟΛΥΣ: Μα τότε? Τότε ποιος νίκησε?
ΜΠΟΤΖΟ: Ο πόλεμος, Πόλυ, αυτός νίκησε.
ΌΒΙ: Μπότζο! Καλέ μου Μπότζο!
ΑΡΒ: Το'ξερα εγώ... Ήξερα τι πήγε να κάνει ο Μπάτζο...
ΑΡΒΥ: Μα τι έκανες, Μπότζο? Πώς στράβωσες την κάνη σου?
ΜΠΟΤΖΟ: Περίμενα να πέσει κανένα βλήμα.
ΌΒΙ: Μα θα μπορούσες να είχες διαλυθεί...
ΜΠΟΤΖΟ: Όχι, όχι... Είχα μπει πίσω από τα παρατημένα οχυρά και είχα
αφήσει αφύλαχτη μόνο την κάνη μου, έτσι όταν έπεσε η βόμβα εκεί κοντά
με χτύπησαν τα θραύσματα και έτσι στράβωσα...
ΌΒΙ: Ω! Μπότζο! Είμαι τόσο περήφανη για σένα. Θα μπορούσες να είχες
χαθεί κι όμως μπόρεσες και το'κανες για μένα.
ΜΠΟΤΖΟ: Όχι, μόνο για σένα, Όβι, εσύ ήσουν η αφορμή. Θυμάσαι τι μου
είχες πει όταν σου είπα ότι αν δεν είχα εκτοξεύσει εγώ την αδελφή σου
θα το είχε κάνει κάποιος άλλος?
ΌΒΙ: Ναι, Μπότζο, θυμάμαι. Σου είχα πει ότι ναι, θα το'χε κάνει
κάποιος άλλος με δε θα το'χες κάνει εσύ κι αυτό έχει σημασία...
ΜΠΟΤΖΟ: Ακριβώς. Δεν έχει σημασία αν το κακό που καλούμαι να κάνω
μπορεί να το κάνει κάποιος άλλος, το σημαντικό είναι ν'αρνηθώ εγώ κι
έτσι να δείξω τι θέλω να κάνω κ όχι τι πρέπει ή τι με διατάζουν να
κάνω. Εμείς είμαστε όπλα, άψυχα σαν το μολυβένιο στρατιωτάκι, που
αγάπησε, λέει, μια μπαλαρίνα, μια κουρδιστή άψυχη μπαλαρίνα σαν εκείνη
που είχε η κόρη του διοικητή της α' μεραρχίας του πυροβολικού...
θυμάσαι, Πόλυ?
ΠΟΛΥΣ: Ναι, Μπότζο, θυμάμαι. Σου είχα πει τότε ότι αν μου πατήσουν τη
σκανδάλη για να χτυπήσω αυτό το κορίτσι θα πάθω εμπλοκή κι ας με
πετάξουν στα σκουπίδια...
ΜΠΟΤΖΟ: Κι όμως τούτοι οι άνθρωποι που έχουν ψυχή, σκοτώνουν ο ένας
τον άλλον, ρίχνουν βόμβες τέτοιες που καταστρέφουν το περιβάλλον, που
έχουν ανάγκη οι ίδιοι. Όχι εμείς τα άψυχα, μα αυτοί.
Φτιάξαν πυρηνικά όπλα, θωρακίστηκαν και αλληλοσκοτώνονται. Ξοδεύουν
τεράστια ποσά γι'αυτούς τους εξοπλισμούς ενώ άλλοι Λουκουμάδες ή
Γιαούρτηδες δεν έχουν να δώσουν φαγητό στα παιδιά τους. Δεν
καταλαβαίνουν τίποτα κι αυτοί οι λίγοι που φωνάζουν εναντίον του
πολέμου, πού ν'ακουστούν, πού ν'ακουστεί η φωνή ενός παιδιού μες στη
μάχη... Αφού, λοιπόν, οι ίδιοι από μόνοι τους δεν μπορούν να καταλάβουν,
θα τους κάνουμε εμείς, τα όπλα, να καταλάβουν.
Θα ρθουν μια μέρα άλλοι άνθρωποι, με άλλες καρδιές και άλλα πρόσωπα,
πρόσωπα χαρούμενα που θα δουλεύουν την γη μας χωρίς μίση. Υπάρχει
τόσος χώρος σ'αυτόν τον κόσμο που μας χωράει όλους, Λουκουμάδες και
Γιαουρτηδες... Τότε, όταν οι άνθρωποι γίνουν αδέρφια, θα δείξουμε κι
εμείς τι μπορούμε, τι θέλουμε να κάνουμε. Όταν έρθουν θα σκάψουν με
τον Πόλυ το χώμα, να ρίξουν το σπόρο, κι εκεί που θα λες πως τούτο το
σπόρι πήγε χαμένο θα βγει από τη γη τροφή, τροφή για όλους. Κι εσύ,
Μίδα, θα γίνεις ζώνη, εσύ Έρθα θα γίνεις μια υπέροχη κουρτίνα με
δαντέλες και απ'όλα.. Θα βγάλουν από την Όβι προσεχτικά το μπαρούτι
που τη μολύνει και θα κάνουν μ'αυτό πυροτεχνήματα... και η Όβι θα γίνει
τζάκι, να ζεσταίνουν το φαϊ για τα παιδιά τους...
ΌΒΙ: Ναι, Μπότζο, κι εσύ θα είσαι ο καπνοδόχος, ο καπνοδόχος της Όβι σου....
( Ο Μίδας διστάζει και σε λίγο βγάζει μια σφαίρα από πάνω του και την
πετάει στο πάτωμα. Τον ακολουθεί ο Μπότζο κι έπειτα η Όβι. Αργά στην
αρχή κι έπειτα τραγουδώντας, χορεύοντας, βγάζουν όλοι και σκορπίζουν
τις σφαίρες του Μίδα)
ΟΛΟΙ: Ευτυχισμένο τα όπλο σου
Που δε σκοτώνει ανθρώπους
Ευτυχισμένη η κάνη του
Που δε σκορπάει πόνους
ΟΠΛΑ: Κάνε με σίδερο, εμένα κατσαρόλα
Κι εμένα φούρνο κάνε με
Να σου ψήνω την μπριζόλα!
ΟΛΟΙ: Δυστυχισμένε άνθρωπε
Άκου τη συμβουλή μου
Παράτα τον τον πόλεμο
Και γλέντα εδώ μαζί μου!
ΑΡΒΥΛΕΣ: Με μένα πάνε περίπατο
Με μένα τρέξε στον αγώνα
Εμένα φόρα με σαν πας
Σε πλούσιο αρραβώνα
ΟΛΟΙ: Οι στρατηγοί θα είναι μάγειροι
Κι οι λοχαγοί γκαρσόνια
Και με τρελή χαρά
Θα φτιάχνουν μακαρόνια
ΜΙΔΑΣ: Φόρα με στη γιορτή
Φόρα με στο παζάρι
Μην τύχει και κοψομεσιαστείς
Και γίνεις σα σκεπάρνι
ΟΛΟΙ: Λουκουμάδες-Γιαούρτηδες
τη μάχη στο Στουπέτσι
Καλύτερα ξεχάστε την
Και φτιάξτε κοκορέτσι
Τελος...?
ΤΕΛΟΣ