(ell) Fwd: O avtidpactikos movtepvicmos tou Nikou Eggovonoulou

15 views
Skip to first unread message

Φ

unread,
Mar 8, 2008, 8:30:00 AM3/8/08
to
http://www.e-grammes.gr/article.php?id=3100
[Στην ιστοσελίδα υπάρχει και φωτογραφική συλλογή δέκα πινάκων του
Νίκου Εγγονόπουλου]

Ο αντιδραστικός μοντερνισμός του Νίκου Εγγονόπουλου

του Γιώργου Πισσαλίδη

Ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της Ριζοσπαστικής Δεξιάς και
του Εθνικισμού, που όμως ακόμα δεν αναγνωρίστηκε ως τέτοιος, είναι ο
υπερρεαλιστής ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος, στον οποίο το
Υπουργείο Πολιτισμού αφιέρωσε την χρονιά του 2007. Ενώ το Μουσείο
Μπενάκη οργάνωσε μια αναδρομική έκθεση για τα 100χρονα από την γέννηση
του.

Τι είναι όμως ο υπερρεαλισμός; Σύμφωνα με τον κύριο θεωρητικό του, τον
ποιητή Αντρέ Μπρετόν, ο υπερρεαλισμός (ή σουρρεαλισμός) είναι ένας
«καθαρός ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί η
πραγματική λειτουργία της σκέψης. Ο αυτοματισμός αυτός υπαγορεύεται
από την σκέψη, με την απουσία κάθε ελέγχου της λογικής, χωρίς κανένα
αισθητικό ή ηθικό μέλημα». Σκοπός του υπερρεαλισμού ήταν ο συνδυασμός
του φανταστικού στοιχείου και του ονείρου με το ρεαλιστικό στοιχείο
της πραγματικότητας για την δημιουργία ενός τρίτου επιπέδου, που ήταν
αυτό που ονομαζόταν υπερρεαλιστικό. Για να το πετύχει χρησιμοποιούσε
την αυτόματη γραφή, την ψυχανάλυση ή ακόμα και τον υπνωτισμό.

Ο υπερρεαλισμός προσπάθησε να ξεπεράσει τον διχασμό της Δυτικής Σκέψης
ανάμεσα σε σκέψη και δράση, πραγματικότητα και φανταστικό, πνεύμα και
ύλη. Πρόκειται στην ουσία για μια συνέχεια της πολεμικής ενάντια στην
κυριαρχία της ψυχρής Λογικής που είχε ξεκινήσει με τον Ρομαντισμό του
18ου και 19ου αιώνα (Μπλέηκ, Μπάυρον, Σέλλεϋ, Χαίλντερλιν), και του
οποίου ο Σουρεαλισμός και ο Φασισμός θεωρούνται οι δύο απόγονοι στον
20ο αιώνα.

Το 1935 ο Ανδρέας Εμπειρίκος εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή
«Υψικάμινος» και γεννάται ο ελληνικός υπερρεαλισμός. Ακολουθούν οι δύο
πρώτες ποιητικές συλλογές του Εγγονόπουλου «Μην ομιλείτε στον Οδηγό»
(1938) και «Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής» (1939). Τέλος ο Ελύτης
εκδίδει τους «Προσανατολισμούς» (1939).

Όμως ενώ ο Ελύτης βρήκε αμέσως απήχηση και αναγνώριση, δεν έγινε το
ίδιο με τον Νίκο Εγγονόπουλο. Η πρώτη του συλλογή έγινε στόχος αδαών
κριτικών και επιθεωρησιογράφων. Ενώ η πρώτη του έκθεση έγινε σε ένα
άδειο σπίτι φίλων και το έργο του ποτέ δεν συμπεριλήφθηκε στην ετήσια
Έκθεση Εθνικής Τέχνης της κυβερνήσεως Μεταξά (σε αντίθεση με την
φιλοκατοχική κυβέρνηση).

Το υπερρεαλιστικό κίνημα θα ωρίμαζε, ψυχολογικά και καλλιτεχνικά, μέσα
στον πόλεμο. Ο Ελύτης και ο Εγγονόπουλος θα κατατασσόταν στο ελληνικό
στρατό στην διάρκεια του Αλβανικού Έπους. Ο πρώτος, χρόνια αργότερα,
θα έγραφε τον «Χαμένο Ανθυπολοχαγό του Αλβανικού Μετώπου». Ενώ ο
Εγγονόπουλος εν μέσω κατοχής τον «Μπολιβάρ».

Πρόκειται για έναν επικό ποίημα, επικεντρωμένο στον Σίμωνα Μπολίβαρ (η
Μπολιβάρ, όπως τον αποκαλεί), τον μεγάλο ήρωα της Νοτιοαμερικανικής
Ανεξαρτησίας. Η αρχή του «Μπολιβάρ» θυμίζει έντονα την ποίηση του
Ανδρέα Κάλβου:

«Για τους μεγάλους, τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά
Γι' αυτούς θα πω τα λόγια τα μεγάλα τα ωραία που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,
καθώς εφώλιασε στα βαθιά του μυαλού μου όλο συγκίνηση
Για τις μορφές τις αυστηρές και τις υπέροχες, του Οδυσσέα Ανδρούτσου
και του Σίμωνα Μπολιβάρ»

Αυτή η επιλογή Μπολιβάρ και Ανδρούτσου δεν γίνεται μόνο επειδή και οι
δύο είναι εθνικά σύμβολα, αλλά και γιατί ήταν ελεύθεροι, μόνοι και
πέρα από το καλό και το κακό. Ο Εγγονόπουλος φωνάζει στον ήρωα:
«Μπολιβάρ είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί». Έτσι ο «Μπολιβάρ»
μετατρέπεται σε παγκόσμιο σύμβολο Ελευθερίας όλων των λαών, όλων των
τόπων. Ενώ κάπου αλλού δηλώνει: «Μπολιβάρ, είμαι γιος σου». Πράγμα που
σημαίνει ότι ο Μπολιβάρ του ποιήματος είναι ο ίδιος ο Εγγονόπουλος,
ένας ποιητής-πολεμιστής, ένας ποιητής της Πένας και του Ξίφους.

Όμως ο ποιητής ξέρει ότι ο ηρωικός ανδριάντας όλων των Μπολιβάρ θα
κατεδαφιστεί από εκείνους τους μικροαστούς για τους οποίους ο θόρυβος
της Ελευθερίας είναι εκκωφαντικός. Για αυτό στο τέλος του ποιήματος
τον ρωτά: «Στρατηγέ, τι γύρευες στην Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος;». Ή τι
γυρεύει ένας άνθρωπος του ηρωισμού και του πολέμου στον κόσμο των
εμπόρων;

Μόνο μεταπολεμικά θα ερχόταν η αναγνώριση, χάρις σε ένα κείμενο του
Ανδρέα Εμπειρίκου όπου έγραφε: «Νικόλαε Εγγονόπουλε, η ώρα της δόξης
σου έφθασε προ πολλού και είναι στραβοί και κακόπιστοι όσοι ακόμη δεν
το βλέπουν». Ενώ τον αποκαλούσε τιμητικά «βράχο του Ελμπασάρ» και
«δαντέλλα του Βοσπόρου», αναφερόμενος στην Αρβανίτικη και
Κωνσταντινοπολίτικη καταγωγή.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 θα ξεσπάσει μια διαμάχη για το κατά
πόσο ο Εγγονόπουλος, ο Ελύτης και ο Εμπειρίκος υπήρξαν πράγματι
υπερρεαλιστές. Ο ίδιος ο Εγγονόπουλος είχε δηλώσει ότι «Δεν έγινε ποτέ
μέρος του υπερρεαλισμού γιατί έτσι γεννήθηκα». Εννοώντας ότι έβλεπε
πάντα την ζωή ως παράλογη από μικρή ηλικία.

Όμως την πιο σωστή απάντηση πάνω στο θέμα την δίνει ο αείμνηστος
Δημήτριος Τσάκωνας στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και
Πολιτικής Κοινωνίας»: «Η διάκριση του υπερρεαλισμού σε μετριοπαθή και
σε ελεύθερη και σε ελεύθερη αυτοματική γραφή είναι απαραίτητη. Διότι,
ενώ ο μετριοπαθής υπερρεαλισμός ανταποκρίθηκε στην ιδιοτυπία του
νεοελληνικού πνεύματος, που αποτελείται από ισχυρά παρορμητικά, αλλά
και από έλλογα στοιχεία και μπόρεσε να ενσωματωθεί λειτουργικά και να
αφομοιωθεί δημιουργικά στην λογοτεχνία, ο υπερρεαλισμός που στηριζόταν
μονάχα στην αυτοματική γραφή, κατά μίμηση ξένων προτύπων δεν άφησε
βιώσιμα ίχνη στην ποίηση μας. Ενώ ο πρώτος συνδέθηκε με τις παραδόσεις
μας και τα κοινωνικά μας προβλήματα, ο δεύτερος έμεινε στην καλύτερη
περίπτωση , μια αφαίρεση και στη χειρότερη μια μανιέρα. Ένα θέμα που
σε διάφορο βαθμό, εκτός από τον Π. Ωρολογά (σ.σ. γνωστός
εθνοκοινωνιστής κριτικός λογοτεχνίας του μεσοπολέμου ), θίγεται και
από το M.Vitti( σ.σ. τον καλύτερο μελετητή του Ελύτη) είναι η
μαρξίζουσα άποψη ότι ο ελληνικός υπερρεαλισμός της ακμής παρωθήθηκε
επιτήδεια από την πολιτική ηγεσία προς λύσεις δεξιάς απόχρωσης. Αυτό
έκανε τους φορείς του (Ελύτη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Γκάτσο κ.λ.π) να
τραπούν προς μια συντηρητικού τύπου ελληνικότητα, ενώ εάν έμεναν
πιστοί στο γράμμα του υπερρεαλιστικού μανιφέστου έπρεπε να ήταν
αριστεροί».

Με άλλα λόγια, η Ελληνική Αριστερά δεν συγχώρησε ποτέ στους Έλληνες
υπερρεαλιστές ότι υπήρξαν Δεξιοί, ενσωματώνοντας με τόσο πάθος και
φυσικότητα (και όχι συνωμοτικά) στο έργο τους την λατρεία της Φύσης,
της Παράδοσης, της Ορθοδοξίας και την ιστορικότητα του Ελληνισμού. To
1998, ο καθηγητής σήμερα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Τάκης
Καγιάλης έγραφε στο θεσσαλονικιώτικο λογοτεχνικό περιοδικό
«Εντευκτήριο»: «τα ριζοσπαστικά αισθήματα που εγγράφονται στο έργο των
Ελύτη, Εγγονόπουλου και Εμπειρίκου παραπέμπουν ευθέως στην ιδεολογική
παράδοση της ριζοσπαστικής Δεξιάς». Ενώ το παράδοξο πάντρεμα
υπερρεαλισμού, που στην αρχική του έννοια απορρίπτει την ιδέα της
Παράδοσης, και της Ελληνικότητας (σωβινισμό όπως την αποκαλεί ο ίδιος)
που υπάρχει στο έργο τους, το ονόμασε «αντιδραστικό μοντερνισμό».
Παραπέμποντας έτσι στην πρωτοφασιστική διανόηση των Έζρα Πάουντ,
Μάρτιν Χάιντεγκερ και Όσβαλντ Σπένγκλερ που αποζητούσαν ένα πάντρεμα
Εθνικισμού, ανορθολογισμού και αντι-υλιστική χρήση της τεχνολογίας.

Φασίστας λοιπόν ο μεγάλος μας νομπελίστας; Φασίστας και ο συγγραφέας
του «Μπολιβάρ», του «Ύμνου προς την Ελευθερία» της «γενιάς του '30»;
Είτε όμως τους αποκαλέσεις φασίστες, είτε ποιητές της κλασσικής ή
ριζοσπαστικής Δεξιάς (όπου ο εθνικισμός συνυπάρχει με την Ελευθερία),
ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος μας αφορούν. Και είναι μέσα
από το πρίσμα του αντιδραστικού μοντερνισμού που θα πρέπει να δούμε
τόσο την ποίηση όσο και το ζωγραφικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου.

Καταρχήν το θέμα της Ελληνικότητας ήταν πάντα παρόν στην ζωγραφική του
Εγγονόπουλου. Ο αγαπημένος του καθηγητής στην Σχολή ήταν ο
Κωνσταντίνος Παρθένης, από τον οποίο κράτησε το όραμα της απεικόνισης
της διαχρονικότητας του ελληνισμού όπου θα μπορούσαν να συνυπάρχουν οι
κώδικες της ιδεολογίας του κάθε καλλιτέχνη.

Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος υπήρξε ο Φώτης Κόντογλου. Ο Κόντογλου ήταν
εκείνος που του έμαθε τα μυστικά της Βυζαντινής και μεταβυζαντινής
τέχνης. Ήταν εκείνος επίσης που του έμαθε την υπερβατικότητα της
Βυζαντινής Τέχνης, δηλαδή της δυνατότητας να ξεπερνά τις
συμβατικότητες της φυσικής πραγματικότητας, που ήταν και το ζητούμενο
του υπερρεαλισμού. Έτσι ο Εγγονόπουλος έλυσε το πρόβλημα του
υπερρεαλισμού μέσω της Βυζαντινής Τέχνης! Μιας τέχνης που είναι μη
Δυτική και μη ορθολογιστική, σύμφωνα και με τις επιταγές του
κινήματος.

Όπως τονίζει ο Αλέξης Ξυδής: «ο Εγγονόπουλος ένιωσε ισχυρή έλξη για
την βυζαντινή τέχνη, ίσως γιατί τον γοήτευε τόσο το αίσθημα της
παράδοσης που είχε μέσα του». Αυτή η επίδραση δεν υπάρχει μόνο στο πιο
συμβατικό έργο του (αγιογραφίες ή παραδοσιακά σπίτια της Δυτικής
Μακεδονίας). Υπάρχει διάχυτη σε όλο το έργο του. Εκεί όμως που η
ζωγραφική της Ορθοδοξίας εκμηδενίζει το ανθρώπινο σώμα και παρουσιάζει
τις φιγούρες σχεδόν άυλες, οι μορφές του Εγγονόπουλου προβάλλουν
σαρκώδεις και λαμπερές αποκτώντας μια τρισδιάστατη υπόσταση.

Τέλος μια μεγάλη επίδραση υπήρξε ο Τζώρτζιο ντε Κίρικο, ο κύριος
εκπρόσωπος της μεταφυσικής ζωγραφικής, που απεικόνιζε φανταστικές
πόλεις γεμάτες θεατρικότητα, όπου κυριαρχούσαν η αποξένωση, το
απόκοσμο και η αίσθηση της απώλειας. Αυτόν τον απόκοσμο κόσμο του Ντε
Κίρικο τον καταγράφει σε ένα από τα ποιήματα του: «Όμως ξάφνου, μι΄
ανέκφραστη αγωνία πλάκωσε την καρδιά μου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν
μάτια! Τους είχα προσέξει: ήδη με ανησυχούσε το βλέμμα τους!»

Αυτοί οι άνθρωποι δίχως μάτια εμφανίζονται σε όλους τους πίνακες του
Εγγονόπουλου. Είναι τα ανδρείκελα που θυμίζουν ξύλινα μανεκέν ραπτών.
Ενώ όμως τα ανδρείκελα του Ντε Κίρικο παραπέμπουν σε μια απόκοσμη
εικόνα, τα ανδρείκελα του Εγγονόπουλου είναι γεμάτα ζωή και
ζωγραφίζονται με έντονα χρώματα, τονίζοντας έτσι το διονυσιακό πνεύμα
και την κατάφαση στην ζωή που κυριαρχεί στο έργο του Εγγονόπουλου.

Ανδρείκελα είναι στα έργα του όλοι του οι ήρωες του Ελληνισμού από τον
Θησέα στον Άϊ Γιώργη. Μοναδική εξαίρεση ο Ρήγας Φεραίος, μιας και τον
θεωρούσε ως αιώνιο σύμβολο της κάθε Εθνικής Επαναστάσεως. Προσωπικά
πιστεύουμε ότι τα ανδρείκελα συμβολίζουν τον καθημερινό άνθρωπο και το
ότι ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί η και να μετατραπεί σε ήρωα. Όμως
αυτά τα ανδρείκελα συνδυάζονται με άσχετα φαινομενικά υπερρεαλιστικά
σύμβολα. Πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για αστείο του ζωγράφου και
ανατροπή του εθνικιστικού θέματος. Όπως είπε και η Νίκη Λοϊζίδου στο
διήμερο συνέδριο για τον Εγγονόπουλο: «Αν δεν πρόκειται για
σουρεαλιστικό πείραγμα που ανατρέπει το θέμα του, όπως ζήταγε ο
Μπρετόν στην «Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ», τότε έχουμε μια «έξαλλη
ελληνολατρεία» όπως γράφει στον «Μπολιβάρ», έναν άκρατο φυλετισμό».

Αυτό είναι λοιπόν, που τρομάζει τους αριστερούς μελετητές του
Εγγονόπουλου: η Ελληνολατρία του. Εξάλλου ο ίδιος είχε πει ότι εκείνο
που τον φοβίζει στον θάνατο είναι ότι δεν θα μπορεί να δηλώνει πλέον
την ελληνική ιθαγένεια του. Ενώ δήλωνε: «Ίσως είμαι μεγαλοϊδεάτης.
Όμως το όνειρο της Αγιάς Σοφιάς δεν είναι ρομαντισμός, είναι
υπερρεαλισμός. Ξεκίνησα να τα πω όλα με χρώματα και στίχους. Και
ξαφνικά βάρβαρος στάθηκε μπροστά μου ο Τούρκος». Τέλος αποδεχόταν την
προτροπή του Εμπειρίκου ότι τα μόνα πράγματα που αξίζουν στην ζωή
είναι ο Έρωτας και το Σπαθί. Και όταν λέει Σπαθί, εννοεί την Πολεμική
Αρετή, τον Ηρωισμό, όπως τον περιγράφει στον «Μπολιβάρ».

Εκείνο τελικά που απεικονίζουν οι πίνακες του είναι η έννοια της
Παράδοσης και της Ελληνικότητας, όχι όμως με τον μουσειακό τρόπο που
το κάνει η λαογραφία. Όπως γράφει η Κατερίνα Περπινιώτη- Αγκαζίρ στο
βιβλίο της «Νίκος Εγγονόπουλος: Ο Ζωγραφικός Κόσμος του» (Εκδόσεις
Μουσείο Μπενάκη): «ο ελληνοκεντρισμός του προβάλλει με τρόπο καθαρά
αυτοβιογραφικό τα στοιχεία του χθες και του σήμερα και αντίστροφα.
Καταγράφει τον εαυτό του και τους πνευματικούς τους συγγενείς χωρίς
χρονικούς, ιστορικούς και φυλετικούς περιορισμούς, συνθέτοντας με
δημιουργική αυθαιρεσία σκηνές υπαρκτές στο μύθο , στην ιστορία ή στην
φαντασία, σαν να φωτογράφιζε το περιβάλλον του και τους συγγενείς του
με έναν υπερρεαλιστικό φακό». Έτσι ο αντιδραστικός μοντερνισμός του
Εγγονόπουλου μετατρέπει την Παράδοση σε ένα ζωντανό μέρος μιας
παράλογης καθημερινότητας, ανακηρυσσόμενος στην Εθνικιστική Τέχνη του
Αύριο.

[Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 7 (Δεκέμβριος 2007) του μηνιαίου
περιοδικού Patria <http://www.patriamag.gr/>.]

--
Σελίδες Πατριδογνωσίας
http://pheidias.antibaro.gr

Reply all
Reply to author
Forward
0 new messages