Μορφώνοντας Ελληνίδες στην Οθωμανική αυτοκρατορία στο δεύτερο μισό του
19ου αιώνα.
Με αφορμή την ανακήρυξη της 24ης Ιανουαρίου ως Διεθνούς Ημέρας
Εκπαίδευσης, ανατρέχουμε στο Αρχείο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, μέρος
του οποίου φυλάσσεται σε μικροφίλμ στο ΙΠΑ-ΜΙΕΤ, και αναδεικνύουμε τον
ρόλο του Αγιοταφικού Παρθεναγωγείου στην εκπαίδευση των ορθόδοξων
γυναικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Το «Κορασιακόν Σχολείον» του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στο Φανάρι, πιο
γνωστό ως Αγιοταφικό Παρθεναγωγείο στην Κωνσταντινούπολη, ιδρύθηκε το
1852 από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κύριλλο Β΄ (1845–1872) και
λειτούργησε σχεδόν μισό αιώνα, μέχρι το 1901. Η ίδρυσή του εντάσσεται
στο πλαίσιο της προσπάθειας του Κυρίλλου Β΄ για εκσυγχρονισμό του
Πατριαρχείου κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) με τα
διατάγματα του Χάττ-ι Σερίφ του Γκιουλχανέ (1839) και του Χάττ-ι
Χουμαγιούν (1856), καθώς και για τη γενικότερη αναβάθμιση της ελληνικής
παιδείας, όχι μόνο στις περιοχές της δικαιοδοσίας του Κυρίλλου Β΄,
δηλαδή την Παλαιστίνη, αλλά και ευρύτερα στην ορθόδοξη Ανατολή, κυρίως
μέσω της ίδρυσης εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων (Θεολογική
Σχολή του Σταυρού, Τυπογραφείο, Νοσοκομείο, Αλληλοδιδακτικά Σχολεία). Η
πολιτική αυτή του Κυρίλλου Β΄, την οποία κληρονόμησε από τον προκάτοχό
του Πατριάρχη Αθανάσιο Ε΄ (1827-1845), στόχευε παράλληλα στη δημιουργία
αναχώματος στην έντονη προσηλυτιστική δραστηριότητα των Ρωμαιοκαθολικών
και Προτεσταντών μισιοναρίων στην Ορθόδοξη Ανατολή, ιδιαίτερα στην
Παλαιστίνη (βλ. Μαρία Λίτινα, «Το Παρθεναγωγείο του Πατριαρχείου
Ιεροσολύμων στην Κωνσταντινούπολη [περ. 1852-1901]», Νέα Σιών 90 [2006],
237–250).
Τις πληροφορίες μας για το Παρθεναγωγείο τις αντλούμε από το πλούσιο
υλικό του Αρχείου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων που φυλάσσεται σε
μικροφίλμ στο Ιστορικό και Παλαιογραφικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος
της Εθνικής Τραπέζης, συγκεκριμένα από το τμήμα της εισερχόμενης
αλληλογραφίας του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη με
την Αγιοταφική αδελφότητα κατά την περίοδο 1827–1900 (βλ. Αγαμέμνων
Τσελίκας, «Καταγραφή του Αρχείου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων», Δελτίο
του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου 5 [1992]).
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-1
Πίν. 1: Μετὀχι του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη Πηγή:
https://fosfanariou.gr/index.php/2022/06/30/metoxia-panagiou-tafou-stin-poli/
Το Αγιοταφικό Παρθεναγωγείο είχε σκοπό να συμβάλει στη δωρεάν εκπαίδευση
του ορθόδοξου γυναικείου πληθυσμού στην Κωνσταντινούπολη, αφού μέχρι
τότε υπήρχε μόνο ένα σχολείο για κορίτσια, το ενοριακό, στην περιοχή του
Σταυροδρομίου, με επωνυμία Σχολή Απόρων Κορασίων, που ιδρύθηκε το 1844,
και δύο ιδιωτικά, το Ελληνικό και το Βυζαντινό, που ιδρύθηκαν το 1846
και 1847 αντίστοιχα (βλ. Κατερίνα Δαλακούρα, Η εκπαίδευση των γυναικών
στις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κοινωνικοποίηση
στα πρότυπα της πατριαρχίας και του εθνικισμού (19ος αιώνας – 1922),
Τεκμήρια-Μελέτες Ιστορίας Νεοελληνικής Εκπαίδευσης 27, Αθήνα 2008, σ.
44–45).
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-2
Πίν. 2: Ομαδικό πορτραίτο μαθητριών και δασκάλων του Κεντρικού
Παρθεναγωγείου της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Σταυροδρομίου,
Κωνσταντινούπολη 1904
Πηγή: Ελληνικό, Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
Από τη μαρτυρία του επιτρόπου του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου στην
Κωνσταντινούπολη, αρχιμανδρίτη Ιακώβου, σε επιστολή του προς τον
Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κύριλλο Β΄ (27 Οκτωβρίου 1852, VIII Α.132, φ. 167)
πληροφορούμαστε σχετικά με την έναρξη λειτουργίας του Παρθεναγωγείου:
«Το ενταύθα Κορασιακόν σχολείον του Παναγίου Τάφου κατηρτίσθη συν Θεώ με
όλα τα απαιτούμενα χρειώδη, και στρωθέντος μεν κατά το πρέπον του ονδά
[δηλ. του δωματίου] της διδασκαλίσσης, κατασκευασθέντων δε και τιθέντων
εις τας θέσεις των, των τε πάγκων και των αναγκαίων πινάκων, πρόκειται
αύριον να μετακομισθή εις στο σχολείον η διδασκάλισσα, και την προσεχή
Δευτέρα, τουτέστιν την 4ην Νοεμβρίου να γίνει έναρξις δια των Μακαρίων
Αυτής ευχών, αφού προηγουμένως εκτελεσθή αγιασμός εν δημοσία παρατάξει
και παρουσία των εως τότε καταγραφθησομένων μαθητριών».
Όσον αφορά την τοποθεσία, τη μορφή και τον χώρο του κτηρίου, που δεν
σώζεται πλέον, πληροφορίες αντλούμε από μία άλλη αδημοσίευτη πηγή, την
αναφορά του γραμματέα του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου στην
Κωνσταντινούπολη, αρχιμανδρίτη Νεκταρίου (3 Ιανουαρίου 1919), αντίγραφο
της οποίας φυλάσσεται στην Βιβλιοθήκη της Εξαρχίας του Παναγίου Τάφου
στην Αθήνα:
«Ἡ Κορασιακή Σχολή, ἢ Παρθεναγωγεῖον κοινότερον λεγομένη, διευθυνομένη
επίσης ὑπό δοκίμων διδασκάλων, ἀνδρων τε καί γυναικων, εἶτα εξωτερική
γενομένη ἀνεγερθεῖσα λίθινη επί ευρέως μοναστηριακοῦ οικοπέδου,
περικαλλής, ὑψιμέλαθρος, ευρύχωρος οικοδομή, κατήρτιζε καί προεπαίδευε
τήν θηλείαν νεολαίαν τοῦ πολυανθρώπου ἄστεως τοῦ Φαναρίου καί των πέριξ
αυτοῦ πολυδήμων συνοικιων, επί χρόνον μακρόν».
Μία από τις δόκιμες δασκάλες, που υπηρέτησε στο Παρθεναγωγείο και είχε
αναλάβει τη διεύθυνση κατά την περίοδο 1865–1868 ήταν η Χρυσούλα
Παπαγγελή, απόφοιτος του Αρσακείου και με παιδαγωγικές σπουδές στη
Μασσαλία.[1] Ας δούμε τι αναφέρει σε επιστολές της που παραθέτουμε
παρακάτω προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’ και τι προτείνει για
την κόσμια λειτουργία του σχολείου, σύμφωνα με τις ανάγκες της εποχής (4
Οκτωβρίου 1865, VIII Α.144, φ. 369):
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-3
Πίν. 3: Αντίγραφο επιστολής Χρυσούλας Παπαγγελή προς τον Πατριάρχη
Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’, Αρχείο Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, VIII Α.144, φ. 369)
«Μακαριώτατε Δέσποτα!
Διαδεχθεῖσα πρό ὀκτώ ἡμερων τήν διεύθυνσιν τοῦ ὑπό της Ὑμετέρας
Μακαριότητος προστατευομένου Παρθεναγωγείου, αισθάνομαι τό μέγα τοῦ
ἔργου εις ὃ εκκλήθην, συγχρόνως δέ καί τό ἡδύ, διότι ἔσομαι πάλιν ὁδηγός
καί ἡγέτης τοσούτων ἀθώων ψυχων. Διά των ευχων λοιπόν της Ὑμετέρας
Μακαριότητος, Μακαριώτατε Δέσποτα, επικαλοῦμαι τήν θείαν ἀντίληψιν ἵνα
μέ βοηθήσῃ εις τήν ἀκριβή τοῦ χρέους μου εκπλήρωσιν διότι ἄνευ αυτης
ουδέν ἔργον δύναται να κατευοδωθῇ. Ἀποστείλατε λοιπόν πρός με ταύτας,
καί πέποιθα ὅτι θέλω επιτύχει. Πεῖρα δεκαετοῦς διδασκαλίας μέ εδίδαξε
Μακαριώτατε Δέσποτα, ὅτι ουδέν σχολεῖον δύναται να φθάσῃ τόν ἀληθή αυτοῦ
προορισμόν ἄνευ τακτικης μεθόδου, καθότι μόνη ἡ μέθοδος δύναται να
διατηρήσῃ τήν τάξιν, ἡ δέ τάξις να φέρῃ τήν ἄφθονον πρόοδον».
Συνεχίζοντας η Χρυσούλα Παπαγγελή αναφέρεται τόσο στην ουσία της
μόρφωσης όσο και στη μέθοδο εκμάθησης και διδασκαλίας:
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-4
Πίν. 4: Αντίγραφο επιστολής Χρυσούλας Παπαγγελή προς τον Πατριάρχη
Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’, Αρχείο Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, VIII Α.144, φφ.
369v-370)
(φ. 369v) «Λέγουσα δέ πρόοδον Μακαριώτατε, δεν εννοω τήν εκστήθισιν
μαθημάτων τινων ἀπό τά κοράσια ἄτινα βεβαίως εξερχόμενα της σχολης
λησμονοῦσι, ἀλλά τήν ἀληθη εκείνην πρόοδον δέ ἧς δύναται νά μορφωθῇ ἡ
καρδία, ἄμα δέ ἡ καρδία μορφωθῇ μικρά, μεγάλη δέν δύναται νά
παρεκκλίνει. Ἡ διδάσκαλος χρεωστεῖ ουχί μόνον νά διδάξῃ τά κοράσια ἀλλἀ
καί νά ὁδηγῇ αυτά, ὅπως διά των μαθημάτων λαμβάνουσι πεῖραν καί
παραδείγματα δι’ ὧν νά καθοδηγωσι τόν βίον των. Διά νά γείνωσι λοιπόν
ὅλα ταῦτα, Μακαριώτατε Δέσποτα, ἀπαιτεῖται νά εφαρμοσθῇ εις τήν σχολήν ἡ
μέθοδος ἵνα τακτικως καί συμφώνως, ὅλα ὁμοῦ τά κοράσια ἔστω καί 700 τόν
ἀριθμόν (ὡς ὑπηρχον τοσαῦτα εν τῇ ὑπ’ εμοῦ διευθυνομένῃ εν Ἀθήναις
Δημοτικῇ σχολῇ) εις ὅλα τά μαθήματα συμβαδίζουσι καί προοδεύουσιν. εν τῇ
σχολῇ, Μακαριώτατε Δέσποτα, δέν εισήχθη εξ ἀρχης ἡ μέθοδος καιτοι ἡ
μακαρῖτις προκάτοχός μου ἦτο κάτοχος πολλων ἠθικων προτερημάτων καί
ἀληθοῦς χριστιανικης ἀρετης· εγώ ὄμως επιθυμω νά εισηγάγω αυτήν, διότι
εν πεποιθήσει φρονω, ὅτι δι’ αυτης αἱ πρόοδοι ἔπονται μυριοπλάσιοι. διἀ
νά εισηγάγουν δέ αυτήν, Μακαριώτατε Δέσποτα, πρέπει νά γείνεωσι μικραί
τινες μεταλλαγαί εν τῇ σχολῇ, δι’ ἄς ἔκρινα καθηκον μου νά λάβω πρωτον
τήν ἄδειαν της Ὑμετέρας Μακαριότητος καίτοι εἶμαι πεπεισμένην ὁτι Αὔτη
δεν θέλει ποσως ἀντιτείνει, διότι τό καλόν εις τό συμφέρον της σχολης
ποθεῖ. Φρονω επίσης, Μακαριώτατε Δέσποτα, ὅτι καί αἱ Ελληνικαί της
σχολης τάξεις δέν εἶναι καλως κατηρτισμέναι, διότι ὁ διδάσκαλος μόνος
εἶναι ἀδύνατον νά επαρκέσῃ εις τήν διδασκαλίαν τόσων μαθημάτων. επειδή
δέ αἱ ὧραι δέν εξαρκοῦν, δέν διδάσκονται τά μαθήματα τακτικως. εν ὧ π.χ.
τό ἀναγκαιότερον των μαθημάτων ἡ κατήχησις, πρέπει νά διδάσκεται τρίς
της Εβδομάδος, διδάσκεται ἄπαξ μόνον διότι ὁ διδάσκαλος δέν ἔχει ὥρας:
κρίνω λοιπόν ἀναγκαῖον καί ὡφέλιμον διά τήν σχολήν νά ἀνατεθῇ εις εμέ ἡ
διδασκαλία μιᾶς Ελληνικης Τάξεως».
Στην ίδια επιστολή τονίζει και την σπουδαιότητα της καλλιγραφίας:
(φ. 370) «Παρετήρησα προς ταύταις ὅτι ἡ καλλιγραφία, ἓν των
ἀναγκαιοτάτων διά τά κοράσια μαθημάτων, δέν διδάσκεται ποσως εν τῇ
σχολῇ, διά τοῦτο καί ὅλα σχεδόν τα κοράσια κακογράφουσι. κρίνω λοιπόν /
(φ. 370) πάλιν ἀναγκαῖον νά διδάσκω ἄπαξ της Εβδομάδος εις ὅλας τάς
Ελληνικάς της σχολης τάξεις τήν Καλλιγραφίαν».
Σε άλλη επιστολή της, η Χρυσούλα Παπαγγελή αναφέρεται στα αποτελέσματα
της Αλληλοδιδακτικής Σχολής και του Συνδιδακτικού Τμήματος, προτείνοντας
τη στενή παρακολούθηση της προόδου των μαθητριών και την εφαρμογή
συστήματος αυστηρής αξιολόγησης με βάση τον έπαινο και τον φόβο (8
Δεκεμβρίου 1865, VIII Α.145, φ. 463v):
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-5
Πίν. 5: Αντίγραφο επιστολής Χρυσούλα Παπαγγελή προς τον Πατριάρχη
Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’, Αρχείο Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, VIII Α.145, φ.
463v-464)
«Καί ἡ μέν Ἀλληλοδιδακτική σχολή ἀνακαινισθεῖσα ἤδη, φέρει διά της
μεθόδου ἀφθόνους καρπούς, ὡς δεικνύουσι τοῦτο αἱ κατά τήν ἀρχήν εκάστου
μηνός γενόμεναι καί σημειούμεναι εξετάσεις καί προβιβασμoί εις τά τρία
προκαταρκτικά μαθήματα της Ἀναγνώσεως, Γραφης καί Ἀριθμητικης. επίσης
καί τό Συνδιδακτικόν τμημα τήν διδασκαλίαν τοῦ ὁποίου παρέλαβον
γιγαντιαίοις βήμασι πρός τήν πρόοδον προχωρεῖ, ενισχυομένης της
επιμελείας των μαθητριων μᾶλλον διά της διεγέρσεως της φιλοτιμίας ἢ διά
τοῦ φόβου των ποινων. πρός τόν σκοπόν δέ τοῦτον κατασκευάσθησαν καί
Βίβλος καί Πίναξ Τιμης, Βίβλος καί Πίναξ Μομφης, παράσημα βραβευομένων
και παράσημα τιμωρουμένων. Τό δέ Ελληνικόν Τμημα ἀφέθη ὅπως ὑπηρχε,
διότι ὁ Ὁσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης καί Ὑμέτερος επίτροπος κύρ ιάκωβος
δέν ἠθέλησε νά διαταραχθῇ ἡ τοῦ διδασκάλου διδασκαλία μέχρι της λήξεως
τοῦ τρέχοντος ἤδη σχολικοῦ ἔτους».
Ως γνωστόν, η αλληλοδιδακτική μέθοδος έχει τις ρίζες της στο Βυζάντιο
(βλ. Paul Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός. Σημειώσεις και
παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις
αρχές του 10ου αιώνα, μτφρ. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Aθήνα,
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1981, σ. 224–226). Η μέθοδος αυτή
εισήχθη επίσημα στα ελληνικά σχολεία μετά τον Αγώνα για την ανεξαρτησία.
Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή, που αξιοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στη
Βρετανία κατά τη βιομηχανική επανάσταση, καθώς και στη Γαλλία την ίδια
εποχή, οι ικανότεροι μαθητές αναλαμβάνουν με εντολή των διδασκάλων να
διδάξουν το μάθημα στους λιγότερο ικανούς. Με αυτόν τον τρόπο
δημιουργείται φυτώριο μελλοντικών διδασκάλων, ενώ ταυτόχρονα
εξοικονομείται χρόνος και χρήμα για το διδακτικό προσωπικό του σχολείου.
Η συνδιδακτική μέθοδος, που αναπτύχθηκε αργότερα, προβλέπει την
διδασκαλία τριών διαδοχικών τάξεων υπό την ευθύνη τριών δασκάλων (βλ.
Λυδία Παπαδάκη, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του
19ου αιώνα, Αθήνα / Ιωάννινα 1992).
Επιπλέον, η Χρυσούλα Παπαγγελή επισημαίνει τη σπουδαιότητα και την
ανάγκη της εποχής να μιλούν οι μαθήτριες τη γαλλική γλώσσα. Ενδιαφέρον
παρουσιάζει η γνώμη της ότι αυτή θα πρέπει να διδάσκεται ιδιαίτερα σε
εκείνες τις μαθήτριες που προέρχονται από οικογένειες της ανώτερης
κοινωνικής τάξης:
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-6
Πίν. 6: Αντίγραφο επιστολής Χρυσούλα Παπαγγελή προς τον Πατριάρχη
Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’, Αρχείο Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, VIII Α.145, φ.
464v)
(φ. 464v) «…Τινές των ευπορωτέρων καί καλλιτέρων των μαθητριων γονέων.
μέ παρεκάλεσαν να δώσω πρός τά κοράσια αυτων ιδιαίτερα μαθήματα της
Γαλλικης γλώσσης. τοῦτο, Μακαριώτατε Δέσποτα καί εγώ πολύ επιθυμω, διότι
τήν Γαλλικήν εντελως εσπούδασα τρία ἔτη εν Μασσαλίᾳ της Γαλλίας
διαμείνασα, δέν ἠθέλησα ὅμως νά πράξω καί τοῦτο πρίν λάβω τήν
συγκατάθεσιν της Ὑμετέρας Μακαριώτητος, διότι νόμος μου εἶναι ἡ Ὑμετέρα
θέλησις. Τό μάθημα τοῦτο, Μακαριώτατε Δέσποτα, ἔπεται ὅλως διόλου
ιδιαίτερον καί θά παραδίδηται τό Εσπέρας μετά τήν των μαθημάτων καί
ερχοχείρων τελείωσιν ὅτε αἱ βουλομέναι μαθήτριαι ερχόμεναι εις τό
δωμάτιόν μου θέλουσι λαμβάνει το Γαλλικόν μάθημα. Πέποιθα ὁτι ἡ Ὑμετέρα
Μακαριώτης θέλει μοί ἀποστείλει τήν συγκατάθεσιν Αυτης ὅταν διαβεβαιωθη
παρ’εμοῦ ὅτι το μάθημα τοῦτο θέλει δοθη εις μόνα εκεῖνα τά κοράσια εις
τά ὁποῖα ὡς εκ της των γονέων αυτων θέσεως καί καταστάσεως εἶναι
ἀναγκαία καί ἡ γλωσσα αὔτη».
Προκύπτει το ερώτημα αν οι προτάσεις της νεαρής διευθύντριας βρήκαν
ανταπόκριση. Η απάντηση βρίσκεται στην επιστολή (VIII Α.144, φ. 7, 12
Ιανουαρίου 1866) του αρχιμανδρίτη του Μετοχίου της Κωνσταντινούπολης
Ιακώβου προς τον Πατριάρχη Κύριλλο Β΄:
Αφιέρωμα-Κορασιακή-σχολή-7
Πίν. 7: Αντίγραφο επιστολής Αρχιμανδρίτη Ιακώβου προς τον Πατριάρχη
Ιεροσολύμων Κύριλλο Β’, Αρχείο Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, VIII Α.144, φ. 8)
«Ἡ εισαγωγή της γλώσσης ταύτης [γαλλικης] δέν μέλλει νά βλάψει ουσιωδως
τήν μάθησιν των Ελληνικων γραμμάτων, διά τόν λόγον ὅτι κατά τό πνεῦμα
τοῦ αιωνος καί τήν κακως ευνοουμένην μόδαν, πάντα τά κοράσια πτωχά τε
καί ἄπορα θέλουσι στρέψει ὅλην αυτων τήν προσοχήν καί επιμέλειαν εις τήν
Γαλλικήν γλώσσαν, χωρίς νά διακρίνωσιν ἃν μέλλωσι νά ὠφεληθωσιν ἢ νά
βλαφθωσιν εξ αυτης … Προσέτι ὁ τρόπος ὃν προτείνει ἡ κυρία Διευθύντρια
διά τήν παράδοσιν της ειρημένης γλώσσης, φαίνεται εις τόν δοῦλον της
ἀσύμφορος καί ἀπᾴδων τῷ κοινωφελεῖ σκοπῷ τοῦ Ἡμετέρου Παρθεναγωγείου».
Συνεπώς, κατά τον Ιάκωβο η διδασκαλία της γαλλικής δεν κρίνεται
απαραίτητη, ενώ επιπροσθέτως γίνεται διάκριση ανάμεσα στις μαθήτριες,
εφόσον η διδασκαλία της θα προσείλκυε θυγατέρες πλούσιων οικογενειών,
προκαλώντας πιθανότατα παράπονα και δυσαρέσκεια από μέρους των γονέων
λιγότερο εύπορων οικογενειών, που οι θυγατέρες τους θα αποκλείονταν από
τις τάξεις του Παρθεναγωγείου.
Όπως αναφέραμε, το Παρθεναγωγείο λειτούργησε για μισό αιώνα (1852–1901).
Ήδη από το 1899, η λειτουργία του κρίνεται από το Πατριαρχείο
Ιεροσολύμων δαπανηρή, περιττή και άσκοπη, εφόσον περισσότερα
Παρθεναγωγεία είχαν ιδρυθεί στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το Πατριαρχείο
Ιεροσολύμων, μετά τις κατασχέσεις των εισοδημάτων από τα μοναστηριακά
κτήματα σε Ρουμανία και Βεσσαραβία, αντιμετώπισε βαθιά οικονομική κρίση,
με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συντηρήσει πολλά από τα ιδρύματά του. Η
προσφορά του Παρθεναγωγείου είναι πολύ σημαντική, αφού αποτέλεσε φυτώριο
διδασκαλισσών με εθνική εμβέλεια, που υπηρέτησαν την ελληνική παιδεία
και εκπαίδευση, μορφώνοντας Ελληνίδες όλων των κοινωνικών και
οικονομικών στρωμάτων, ιδιαίτερα σε Παρθεναγωγεία στην Κωνσταντινούπολη
και τη Σμύρνη.
Δρ Μαρία Λίτινα
ΙΠΑ/ΜΙΕΤ
[1] Κ. Ξηραδάκη, Ἀπό τά Ἀρχεῖα τοῦ ελεγκτικοῦ Συνεδρίου. Παρθεναγωγεῖα
καί Δασκάλες ‘Υπόδουλου Ελληνισμοῦ. Τ. Α’, Ἀθήνα, 1972, σ. 54, 68. Η
Χρυσούλα Ιωαννίδου το γένος Παπαγγελή υπήρξε επίσης διευθύντρια του
Ιωακείμειου Παρθεναγωγείου Κωνσταντινούπολης στα πρώτα χρόνια της
λειτουργίας του, 1882—1895.