Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Αυγούστου 24, 2025, 07:49
Κατακαλόκαιρο, αλλά Κυριακή, να δούμε κάτι ποιητικό σήμερα, ποιητικό και μεταφραστικό. Όχι εντελώς καινούργιο, υπήρχε εν μέρει στον παλιό μου ιστότοπο, που δεν λειτουργεί πια και που δεν έχω αξιωθεί να τον ανεβάσω πάλι στα κυβερτζιανά. Όμως έχω συμπληρώσει το παλιό άρθρο, υπερδιπλάσιο έγινε χάρη στη βοήθεια φίλων από το Φέισμπουκ που βρήκαν κι αλλες μεταφράσεις, ενώ επίσης έχω προσθέσει και κάμποσα λεξιλογικά.
Θα δούμε λοιπόν παράλληλες μεταφράσεις ενός διάσημου ποιήματος του Σαρλ Μποντλέρ (1821-1867) ή Μπωντλέρ ή Μπωντλαίρ, ενδεχομένως και Μποντλαίρ, παλιά Βωδελαίρος -ή να τον γράψουμε Baudelaire να ξεμπερδεύουμε; Ο Μποντλέρ σημάδεψε την ποίηση όλης της Ευρώπης και πολυμεταφράστηκε. Σε παλιότερο άλλωστε άρθρο του ιστολογίου είχαμε παρουσιάσει τρεις μεταφράσεις του ποιήματος L’albatros του Μποντλέρ.
Η αγγλική λέξη spleen θα πει βαρυθυμία, μελαγχολία, πλήξη, υποχονδρία. Είναι αντιδάνειο στα ελληνικά. Από ένα βιβλίο που γράφω (ενεστώς διαρκείας) εδώ και χρόνια για τα αντιδάνεια, ξεσηκώνω:
Ο σπλην είναι ο αδένας, η σπλήνα επί το λαϊκότερο. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως splen και από εκεί, μέσω του παλαιογαλλικού esplen ή και απευθείας, στα αγγλικά ως spleen. Στα αγγλικά spleen είναι η σπλήνα αλλά (από τον 17ο αιώνα) και μια ιδιότυπη μελαγχολία χωρίς προφανή αιτία, που από συγκεχυμένη πλήξη μπορεί να φτάσει στην αηδία για τη ζωή. Με την έννοια αυτή, και συχνά με την αγγλική προφορά, η λέξη επανακάμπτει στα γαλλικά (όπου ο αδένας σπλήνα λέγεται rate) και γίνεται διάσημη όταν τη χρησιμοποιεί για τίτλο ενός πασίγνωστου ποιήματός του ο Σαρλ Μποντλέρ. Διάσημη και διεθνής, οπότε και επιστρέφει στα ελληνικά, μεταξύ άλλων ως τίτλος ποιητικής συλλογής του Κώστα Ουράνη (1912). Ο Λαπαθιώτης έχει δύο ποιήματα με τίτλο Spleen.
Ίσως επειδή πολλές φορές γράφεται λατινικά, το σπλην δεν αποθησαυρίζεται στα σημερινά λεξικά, ενώ ο Σταματάκος την κατέγραφε. Παρ’ όλ’ αυτά, η λέξη υπάρχει ακόμα: λογουχάρη, ο ποιητής Γ.Ι.Μπαμπασάκης σε άρθρο του μιλάει για βραδυφλεγείς επίγονους του σπλην.
Προσθέτω πως υπάρχει και ο σπληνιάρης, αρχικά με τη σημασία κάποιου που πάσχει από τη σπλήνα του (ο Κοτζιούλας τη χρησιμοποιεί έτσι για κάποιους χωριάτες του κάμπου, που η ελονοσία τούς είχε προκαλέσει προβλήματα) και μεταφορικά, από το αγγλικό, με τη σημασία «υποχόνδριος».
Ο Μποντλέρ έγραψε περισσότερα από ένα ποιήματα με τίτλο Spleen, αλλά το διάσημο, εκείνο που πολυμεταφράστηκε, είναι το Spleen (III), με τον βασιλιά της βροχερής χώρας:
SPLEEN
Je suis comme le roi d’un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S’ennuie avec ses chiens comme avec d’autres bêtes.
Rien ne peut l’égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son peuple mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade ;
Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d’atour, pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d’impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.
Le savant qui lui fait de l’or n’a jamais pu
De son être extirper l’élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et dont sur leurs vieux jours les puissants se souviennent,
Il n’a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l’eau verte du Léthé.
Τρία τετράστιχα κι ένα εξάστιχο, δεκαοχτώ στίχοι σύνολο για την περιγραφή της αγιάτρευτης και ανεξήγητης αρρώστιας.
Πρώτη μετάφραση που θα δουμε, του Κώστα Καρυωτάκη. Την έχει συμπεριλάβει στη συλλογή Ελεγεία και σάτιρες, στην ενότητα Μεταφράσεις.
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει
O Καρυωτάκης κρατάει τη στιχουργική διάρθρωση του πρωτοτύπου, αν και αναδιατάσσει τη σειρά, αφού μεταφέρει σκυλιά και γεράκια στην τρίτη στροφή. Για πολλούς, η μετάφρασή του είναι η καλύτερη.
Δεύτερη μετάφραση, του Γιώργη Σημηριώτη, ο οποίος μετέφρασε το συνολο των ποιημάτων του Μποντλέρ.
2. Spleen – Γιώργης Σημηριώτης
Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ’ άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ’ ανάκτορά του φθίνει.
Μα και τ’ αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου·
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που ‘χει κρινένιαν άρμα
κ’ οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.
Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν’ αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.
Ο Σημηριώτης προτίμησε να αλλάξει τη διάρθρωση σε τρεις εξάστιχες στροφές. Μεγάλος τεχνίτης κατά τα άλλα.
Τρίτη μετάφραση, του Νικου Φωκά
3. Spleen – Νίκος Φωκάς
Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ’ ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια
ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
ούτ’ ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
στ’ αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπό του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα
τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελός του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
να βγάλει απ’ το είναι του την χαλασμένη ουσία
κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
που στα στερνά τους οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου αρρώστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του.
Ο Φωκάς μεταφράζει σε τέσσερις τετράστιχες στροφές, πιο ελεύθερα λοιπόν από τους άλλους. Η απόδοσή του έχει σοφή οικονομία και άρτιο ρυθμό.
Τέταρτη μετάφραση, της Δέσπως Καρούσου, που επίσης μετέφρασε το σύνολο του μποντλερικού έργου (εκδ. Γκοβόστης)
4. Μελαγχολία – Δέσπω Καρούσου
Είμαι σαν το βασιλιά χώρας βροχερής,
πλούσιος, αλλά ανίσχυρος, νέος κι όμως γέρος,
που, τις υποκλίσεις των παιδαγωγών του περιφρονεί,
ανία νιώθει με τους σκύλους του καθώς και με τ’ άλλα ζώα.
Τίποτε να τον φαιδρύνει δεν μπορεί, μήτε κυνήγι, μήτε γεράκι,
μήτε ο λαός που μπροστά στο μπαλκόνι του πεθαίνει.
Του ευνοούμενου γελωτοποιού το γκροτέσκο τραγούδι
δεν τέρπει πια το μέτωπο του σκληρού ασθενή·
η κρινοκέντητη κλίνη του μεταμορφώνεται σε μνήμα,
οι κυρίες της αυλής, που λατρεύουν κάθε πρίγκηπα,
δεν μπορούν να βρουν τολμηρές φορεσιές
για να κερδίσουν ένα χαμόγελο απ’ το νεαρό σκελετό.
Χρυσάφι κι αν φτιάχνει ο σοφός ποτέ δεν μπόρεσε
ν’ αφαιρέσει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ύλη,
μήτε μες σ’ αυτά τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά
που οι ηγεμόνες στη γεροντική ηλικία θυμούνται,
μπόρεσε να ξαναζεστάνει αυτό το ηλίθιο κουφάρι
όπου αντί για αίμα στις φλέβες του κυλά
του ποταμού της Λήθης το πράσινο νερό.
Η Καρούσου μεταφράζει κατά λέξη, ακόμα και τον τίτλο. Δεν κραταει ρίμα και μέτρο.
5. Αντώνης Πρωτοπάτσης. Στην εκλογή ποιημάτων από τα Άνθη του Κακού, που κυκλοφόρησε το 1944, όσο ζούσε ο Πρωτοπάτσης, δεν περιλαμβάνεται το Spleen, III. Υπάρχει όμως στην πλήρη έκδοση που βγήκε το 2019 από τις εκδόσεις Σμίλη σε επιμέλεια του Βάσου Βόμβα.
Spleen
Κάπου μιας χώρας βροχερής νιώθω σα να ’μαι ο ρήγας
Πλούσιος κι όμως ανίσχυρος, νέος κι όμως πολύ γέρος
Που των δασκάλων χόρτασε τους χίλιους τεμενάδες,
Βαριέται και με τα σκυλιά καθώς και μ ’άλλα ζώα
Και δεν τ’ ανοίγει την καρδιά κυνήγι ουδέ φαλκόνι,
Μήδ’ ο λαός που ξεψυχάει αντίκρυ στο μπαλκόνι.
Του ευνοούμενου τζουτζέ το παλαβό τραγούδι
Δε μερώνει το μέτωπο του σκληρόψυχου αρρώστου·
Τάφος το κρινοπλούμιστο του φαίνεται κρεβάτι·
Κι αν κάθε βασιλόπουλο οι παλατιανές κυράδες
Τ’ αρέσουν, άδικα ζητούν αδιάντροπη τουαλέτα
Του ζωντανού του σκελετού χαμόγελο να πάρουν.
Ποτέ δεν μπόρεσε ο σοφός που φτιάνει του χρυσάφι
Να βγάλει μέσ’ απ’ το είναι της φθοράς το στοιχείο,
Και μέσα στα αιματόλουτρα, που απ’ τους Ρωμαίους κρατούμε
Και τα θυμούνται οι δυνατοί στα τέλη της ζωής τους
Δε μπόρεσε τ’ αλίμονο κουφάρι να ζεστάνει
Που οι φλέβες του πρασινωπό κυλούν νερό της λήθης.
Xωρίς ρίμα γενικά, αλλά με μέτρο. Ίσως δεν είχε προλάβει να το χτενίσει, βρίσκω πως κάποιοι στίχοι κουτσαίνουν, ενώ άλλοι είναι έξοχοι. Τον χωρισμό σε στροφές τον έκανα εγώ για να διαβάζεται πιο εύκολα.
6. Ρόης Παπαγγέλου, από εκλογή ποιημάτων (εκδ. Αλφειός 2008)
ΧΟΛΗ
Είμαι σαν τον βασιλιά σε κάποια χώρα βροχερή,
πλούσιος, μ’ ανίσχυρος, νεαρός κι ωστόσο γέροντας πολύ,
που των δασκάλων του τις υποκλίσεις όλες τις περιγελά,
και πλήττει με τούς σκύλους του μα και με τ’ άλλα ζωντανά.
Τίποτα, κυνήγι ή γερακοτροφία, να τον ευθυμήσει δεν μπορεί,
ούτε ό λαός του που πεθαίνει στο υπερώο αντικρύ.
Η αλλόκοτη μπαλάντα τού ευνοούμενού του γελωτοποιού
το μέτωπο πια δεν ψυχαγωγεί αυτού τ’ αρρώστου τού σκληρού.
Τ’ ανθοστόλιστο κρεβάτι του σε τάφο έχει μεταμορφωθεί,
κι οι κυρίες τού διάκοσμου, που ωραίο κάθε πρίγκηπα έχουν δει,
να βρούνε δεν μπορούνε ντύμα πιο προκλητικό
για να φανεί κάποιο μειδίαμα σ’ αυτό τον νεαρό τον σκελετό.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνει ο σοφός ποτέ του δεν είχε μπορέσει
το στοιχείο της φθοράς από την ύπαρξή του ν’ αφαιρέσει,
και στα λουτρά του αίματος π’ απ’ τους Ρωμαίους σε μας κληροδοτούνται,
και τα οποία οι κραταιοί στο γήρας τους θυμούνται,
ν’ αναθερμάνει δεν κατάφερε το πτώμα αυτό το ελεεινό
απ’ όπου αντί αίματος κυλάει το πράσινο της Λήθης το νερό.
Κρατάει ρίμα και μέτρο. Μεταφράζει και τον τίτλο. Κάποια μακρινάρια (γερακοτροφία, κληροδοτούνται) τα βρίσκω αντιποιητικά. Τον χωρισμό σε στροφές τον έκανα εγώ για να διαβάζεται πιο εύκολα.
7. Αλέξανδρος Μπάρας (Πρόσπερος, 1986)
Spleen
Λέγω με χώρας βροχερής πως μοιάζω βασιλιά
πλούσιο μα ωστόσο ανίκανο, νέο μα ωστόσο γέρο,
που με των διδασκάλων του τις υποκλίσεις ανιά,
με τα σκυλιά κι άλλα πολλά του ζώα που δεν ξέρω.
Γεράκι μήτε θήραμα τη θλίψη του δε σώνει,
μήτε ο λαός του που πεθαίνει κάτ’ απ’ το μπαλκόνι
κι ούτε μπορεί πια ο φίλτατος ο γελωτοποιός του
να δώσει το χαμόγελο στην όψη αυτού του αρρώστου.
Η κλίνη του η κρινόχρυση σα μνήμα καταντά
κι οι παλλακίδες, που γι’ αυτές ωραίος κάθε πρίγκηψ,
δεν ξέρουν τι φορέματα να βρουν πιο τολμηρά
να νιώσει αυτός ο σκελετός μικρήν έστω χαρά.
Ο αλχημιστής, που το χρυσό του φτιάχνει, από το σωμα
δεν μπόρεσε τη διαφθορά να του εξαλείψει ακόμα
κι ούτε με τα αιματόλουτρα που κάνανε οι Ρωμαίοι
— κι οι γέροι, λένε, πως μ’ αυτά νιώθουνε πάλι ακμαίοι—
κατάφερε το πτώμα αυτό να το ξαναθερμάνει
όπου, αντίς αίμα, πράσινο τής Λήθης ρέει νερό.
Καλή μετάφραση. Κρατάει μέτρο και, εκτός εξαιρέσεων, ρίμα. Τον χωρισμό σε στροφές τον έκανα εγώ για να διαβάζεται πιο εύκολα.
8. Μαριάννα Παπουτσοπούλου (Κουκούτσι, 2019)
Spleen
Ίδιος μονάρχης είμαι που ορίζει τόπο βροχερό,
Πλούσιος μα κι ανίσχυρος, νέος μα κιόλας γερασμένος,
Που, των δασκάλων του τους τεμενάδες επειδή περιφρονεί,
Ολημερίς με τα σκυλιά του κι άλλα κτήνη πλήττει,
Τίποτε πια να του χαρίσει ένα γέλιο δεν μπορεί, γεράκι ούτε κυνήγι.
Μήτε απ’ τον εξώστη καν το θέαμα του λαού που θνήσκει.
Ούτε οι χοντροκομμένες οι μπαλάντες του αγαπημένου του τρελού
Δεν διασκεδάζουνε τις έγνοιες του αρρώστου του σκληρού·
Το κρινοστόλιστο κρεβάτι του κατάντησε ένας τάφος,
Κι οι παρδαλές, που κάθε ηγεμόνα βρίσκουνε λαμπρό,
Δεν ξέρουν τι λογής αδιάντροπη τουαλέτα πια να ράψουν,
Την κίνηση ενός μυ από το σκελετό το νέο ν’ αποσπάσουν.
Ούτε κι ο Μάγος, που του φτιάχνει τον χρυσό δεν το ‘χει κατορθώσει.
Το διεφθαρμένο το στοιχείο από την ύπαρξή του να εκριζώσει.
Ούτε καν με αίματος λουτρά, συνήθεια Ρωμαϊκή,
Που στα γεράματά τους τα θυμούνται οι ισχυροί,
Δεν μπόρεσε στο ηλίθιο τούτο πτώμα λίγη θέρμη να εμφυσήσει.
Που αντί για αίμα, μέσα του κυλά το πράσινο νερό της Λήθης.
Χωρίς μέτρο, ρίμα σποραδική κι αδιόρατη. Δεν καταλαβαίνω γιατί έβαλε «επειδή» στον τρίτο στίχο. Τον χωρισμό σε στροφές τον έκανα εγώ για να διαβάζεται πιο εύκολα.
9. Γιώργος Κεντρωτής, που μετέφρασε το σύνολο των ποιημάτων (Gutenberg, 2018)
Spleen (III)
Σαν βασιλιάς μιας χωράς είμαι βροχερής σ’ αυτή την πλάση
με πλούτη μεν, μα αδύναμος· και νέος που έχει πια γεράσει·
περιφρονεί των αυλικών τις γαλιφιές· δεν συγκινιέται
με κολακείες· τα σκυλιά και τ’ άλλα ζωντανά βαριέται.
Κυνήγια ή και γεράκια – τίποτα δεν τον ευχαριστάει
ούτε το πόπολο, που κάτω απ’ το μπαλκόνι του ψοφάει·
μηδέ του ευνοουμένου του παλιάτσου μπορεί να πάρει η
γκροτέσκα μιμική την πλήξη απ’ αυτόν τον αρρωστιάρη·
η κρινοστόλιστή του η κλίνη εσκάφτηκε μνημούρι δέους,
κι εκεί οι κυρίες των τιμών, που όλους τους άνακτες ωραίους
θεωρούν, δεν ξέρουν πού να βρουν το ρούχο το άσεμνο και τέλειο,
για ν’ αποσπάσουν απ’ αυτόν τον σκέλεθρα ένα χαμογέλιο.
Ούτε ο σοφός του, που χρυσάφι φτιάχνει, δεν έχει μπορέσει
ποτέ τη μόλυνση από την ύπαρξή του μέσα ν’ αφαιρέσει·
αλλ’ ούτε ακόμα και με αιμάτινα λουτρά, που οι Ρωμαίοι
εφηύραν και που οι γέροι τα θυμούνται βασιλείς, ακμαίοι
να νιώθουν, δεν εμπόρεσε το πτώμα αυτό να ζωντανέψει
που το νερό τής Λήθης το αίμα από τις φλέβες τού έχει κλέψει.
Καλή απόδοση και πιστή, από έναν μεταφραστή που έχει κατηγορηθεί ότι μεταφράζει πολύ ελεύθερα. Κρατάει μέτρο και ρίμα με πολλούς διασκελισμούς (στον έβδομο στίχο ο διασκελισμός είναι από τους εντονότερους που μπορεί ν’ ανεχτεί η γλώσσα μας, δείτε το παλιό μας άρθρο), ίσως πάρα πολλούς. Τον χωρισμό σε στροφές τον έκανα εγώ.
10. Και η ιεροσυλία. Ζήτησα μετάφραση από το Τσατ Τζιπιτί, χωρίς να του απαιτήσω ρίμα/μέτρο. Ιδού:
Είμαι σαν τον βασιλιά χώρας βροχερής,
Πλούσιος, μα ανήμπορος, νέος κι όμως γέρος,
Που, περιφρονώντας των δασκάλων τις υποκλίσεις,
Βαριέται με τα σκυλιά του όπως και με τα θηρία.
Τίποτα δεν τον ευφραίνει, μήτε κυνήγι, μήτε γεράκι,
Μήτε ο λαός του που πεθαίνει μπρος στο μπαλκόνι.
Του αγαπημένου γελωτοποιού η γκροτέσκα μπαλάντα
Δεν γλυκαίνει πια το μέτωπο αυτού του σκληρού αρρώστου·
Το κρεβάτι του με τα κρίνα γίνεται σιγά σιγά τάφος,
Και οι κυρίες της αυλής, για τις οποίες κάθε πρίγκιπας είναι όμορφος,
Δεν βρίσκουν πια πρόστυχη τουαλέτα
Για να τραβήξουν ένα χαμόγελο απ’ αυτόν τον νέο σκελετό.
Ο σοφός που του φτιάχνει χρυσάφι ποτέ δεν μπόρεσε
Να ξεριζώσει απ’ το είναι του το σάπιο στοιχείο·
Κι ούτε μέσα στα αιματόλουτρα που μας κληρονόμησαν οι Ρωμαίοι,
Κι όπου στα γηρατειά τους έβρισκαν θέρμη οι ισχυροί,
Κατάφερε να ζεστάνει αυτό το αποβλακωμένο πτώμα,
Όπου, αντί για αίμα, κυλά το πράσινο νερό της Λήθης.
Το κακό με αυτά τα παράλληλα κείμενα είναι πως, για να αποδώσουν το μέγιστο, πρέπει να περιοριστούν σε 4-5 το πολύ παράλληλα, αλλιώς κουράζεται ο αναγνώστης και μπουχτίζει -εδώ, με δέκα, θα έχετε όλοι γκώσει, αλλά είπαν του τρελού να επιδιώξει πληρότητα κι εκείνος το παράκανε.
Από τις εννιά συν μία εκδοχές που παράθεσα, μάλλον θα ξεχωρίσω τον Καρυωτάκη. Ωστόσο και στις άλλες βρίσκω ωραιότατους στίχους. Από την άλλη, καλά κάνουν και δεν είναι απόλυτα «πιστές» (όρος παραπλανητικός) όλες οι μεταφράσεις -αλλιώς μεταφράζεται η ποίηση και αλλιώς το μυθιστόρημα (ή, πολύ περισσότερο, ένα συμβόλαιο). Ο Καρυωτάκης δεν βάζει τον λαό να πεθαίνει μπρος στο μπαλκόνι, ενώ ο Φωκάς μετατρέπει σε «άγγελό του» τον σοφό αλχημιστή.
Περιμένω τις γνώμες σας, όσοι αντέξατε να φτάσετε ως εδώ.
Θα κλείσω με μια μελοποίηση, της απόδοσης του Νίκου Φωκά, από τους Πυξ Λαξ (1996):