Η ζωή της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ με δικά της λόγια
Είναι μια ζωή που ταυτίζεται με τον ελληνικό 20ό αιώνα. Από τις γειτονιές του προπολεμικού Βύρωνα ως το Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και την ΕΠΟΝ. Από τα Δεκεμβριανά ως τις σπουδές στο Παρίσι, την έδρα καθηγήτριας Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και την πρυτανεία –η πρώτη γυναίκα που εξελέγη σε εκείνη τη θέση. Από το 1993 έως το 2021, εξάλλου, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, που πέθανε σε ηλικία 100 ετών, υπήρξε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, πιστή στην ευρωπαϊκή ιδέα, την οποία δεν πρόδωσε ποτέ. Ήταν μία από αυτές που υπερασπιζόταν πάντοτε όπως φαίνεται και στα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία που αφήνει: το «Από μένα αυτά» (συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου), εκδ. Πατάκη (2021), και το «Μια ζωή χωρίς άλλοθι» (όπως την αφηγήθηκα στον Γιάννη Μπασκόζο), εκδ. Μεταίχμιο (2017).
Η πρώτη ανάμνηση
«Η πρώτη εικόνα που έχω απ’ τη ζωή μου, θα ’μουν τριών χρονών, είναι αυτή της Φωτεινής, της γυναίκας που με μεγάλωσε, που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία μαζί με τους γονιούς μου. Ζούσε κι αυτή μέσα στη φτώχεια τη μεγάλη τότε, στην προσφυγιά, δούλευε στου Μαρτσινιώτη, το εργοστάσιο πυρίτιδας στον Υμηττό. Λοιπόν, ερχόταν η Φωτεινή τα Σαββατοκύριακα στα Κιούρκα, όπου μας πήγαινε ο πατέρας μου για να περάσουμε το καλοκαίρι, και είχε περασμένα κουλούρια σε όλο της το χέρι. Κουλούρια, αυτά που τα λέμε σιμίτια. Περίμενα με ανυπομονησία να έρθει για να πάρω ακριβώς όσα κουλούρια μου αναλογούσαν. Μέσα σε εκείνη την εικόνα είναι και το τραγούδι που τραγουδάγανε οι μεγάλοι τότε στην εξοχή, το “Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια, κελαηδήστε”. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα. Όλες οι άλλες εικόνες από εκείνη την εποχή είναι αποσπασματικές και θρυμματισμένες» («Η ζωή χωρίς άλλοθι»).

«Τον πατέρα μου τον αγαπούσα πολύ, αλλά ταυτόχρονα τον λυπόμουνα, και θα σας πω τον λόγο για να καταλάβετε. Η μητέρα μου ήταν από αρχοντική οικογένεια και εκείνος δούλευε για την οικογένειά της. Όταν σκοτώσανε οι Τούρκοι τον παππού μου, οι συγγενείς είπανε στη μητέρα μου: “Να τον παντρευτείς, για να φροντίζει τα κτήματα”. Τον παντρεύτηκε, αλλά η κοινωνική διαφορά που υπήρχε μεταξύ τους παρέμεινε ως το τέλος. Η μητέρα μου ήταν ισχυρή προσωπικότητα μέχρι την τελευταία της στιγμή. Ήταν πάντα καλοντυμένη και περιποιημένη, και τη θυμάμαι να φοράει το καπελάκι της όποτε πήγαινε στην εκκλησία· όταν μάλιστα ο πατέρας μου, που ήταν έφορος στην ενορία, δεν της είχε εξασφαλισμένη θέση, δεν πήγαινε. Επίσης, εκείνη ήθελε όλα τα παιδιά να σπουδάσουμε και γι’ αυτό μας έστειλε στο πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου, όπως όλοι οι Μικρασιάτες, ήταν καλοφαγάς. Θυμάμαι ότι συχνά έφερνε στο φτωχόσπιτό μας, για να φάμε, ωραίο ψάρι, και η μητέρα μου του έλεγε: “Νικόλα, πάλι έφερες αυτό το ψάρι, το τόσο ακριβό;”. “Κοίταξε να μην κάνεις οικονομία στο λεμόνι” της απαντούσε. Ο πατέρας μου, όσα λεφτά έβγαζε, τα έδινε για να φέρνει τα καλύτερα πράγματα στο σπίτι μας, για φαγητό («Από μένα αυτά»).
Το πιο συχνό όνειρο
«Το όνειρο που βλέπω πολύ συχνά είναι ότι βρίσκομαι στην Ακρόπολη, στον Παρθενώνα, για να δω τα αρχαία. Όταν ξεκινάω να επιστρέψω σπίτι μου, πάντοτε με τα πόδια, βλέπω ότι περνάω από μέρη όπως ήταν παλιά, ενώ δεν υπάρχουν πια, γιατί παντού έχουν χτιστεί πολυκατοικίες. Το περίεργο είναι ότι πάντοτε ξυπνάω πριν να φτάσω. Με τα όνειρά μου κρατώ παρούσα μία πραγματικότητα η οποία έχει περάσει» («Από μένα αυτά»).

Τα πρώτα βιβλία
«Το πρώτο βιβλίο που διάβασα εκτός σχολειού ήταν το Μύθοι και Θρύλοι της Αρχαίας Ελλάδας. Το θυμάμαι σαν και τώρα. Για τον Ηρακλή, για τον Θησέα, για όλους τους μυθικούς ήρωες. Το πρώτο βιβλίο όμως που αγόρασα με δικά μου λεφτά είναι Τα θεία δώρα του Ζαχαρία Παπαντωνίου» («Μια ζωή χωρίς άλλοθι»).
Το βυζαντινό αντικείμενο που θα ήθελε
«Ένα ψηφιδωτό θα ήθελα. Αν μπορούσα να έχω κάτι, θα ήθελα το ψηφιδωτό όπου απεικονίζεται ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η συνοδεία του, το οποίο βρίσκεται στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, στον διάδρομο στην είσοδο. Από τη μία μεριά του διαδρόμου είναι το ψηφιδωτό με τον Ιουστινιανό και την ακολουθία του και από την άλλη ένα άλλο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Αν σταθείς στη μέση, θα διαπιστώσεις ότι ο ένας κοιτάζει τον άλλον. Σε αυτό το ψηφιδωτό ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απεικονίζεται στο κέντρο της παράστασης, συνοδευόμενος από φρουρούς και αξιωματούχους, και δίπλα του στέκεται ο επίσκοπος της Ραβέννας Μαξιμιανός, όπως βλέπουμε να γράφει η επιγραφή πάνω από το κεφάλι του. Ρωτούσα συχνά τους φοιτητές μου: Ένα ψηφιδωτό που βρίσκεται στη Ραβέννα αναφέρει μόνο το όνομα του επισκόπου της Ραβέννας; Οι άλλοι που απεικονίζονται ποιοι είναι; Γιατί δεν τους αναφέρει; “Βρε σεις” τους έλεγα « “σκεφτείτε το”. Συνήθως δεν απαντούσε κανείς. Ο λόγος είναι επειδή αυτό το ψηφιδωτό “κεντήθηκε” στην Πόλη, όπου εκεί τους γνώριζαν όλους εκτός από τον Μαξιμιανό, γι’ αυτό γράφουν το όνομά του. Από αυτό βέβαια αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε μεγάλο εργαστήριο ψηφιδωτών στη Ραβέννα» («Από μένα αυτά»).

Η σχέση με τους μαθητές
«Η σχέση μου με τα νέα παιδιά είναι δασκάλου με μαθητές και δεν έχω ποτέ στο μυαλό μου ότι είναι πιο νέοι από εμένα. Είμαι σαν τις γιαγιάδες που κάθονται κάτω για να μην είναι πιο ψηλές από τα εγγόνια τους. Αγαπώ τα νέα παιδιά και με ενδιαφέρει πολύ να συζητώ μαζί τους, γιατί έχω να τους πω πράγματα και συγχρόνως μαθαίνω απ’ αυτά. Ο διάλογος μαζί τους ήταν και είναι πολύ σημαντικός και ουσιαστικός. Ας μην ξεχνάμε ότι το μέλλον του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος και, όπως λέει ένα τραγούδι, “αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα”. Τα νέα παιδιά λοιπόν είναι η συνέχεια, είναι το μέλλον μας, και θα ήθελα από όλα αυτά που λέω να θυμούνται ότι είναι καλό να σχεδιάζουν το αύριο “με τα μάτια στον ουρανό και τα πόδια στη γη”» (Από μένα αυτά»).
Ο Ρεμπώ και οι Έλληνες ποιητές
«Για μένα, η αυθεντική ποίηση είναι ο Ρεμπώ. Βέβαια, τα σημαντικότερα έργα του τα έγραψε πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, γιατί στα είκοσι ένα σταμάτησε εντελώς να γράφει, αφήνοντας πίσω του μια παρακαταθήκη τόσο αξιόλογη, που προκαλεί δέος. Έχω τα Άπαντά του που εκδόθηκαν στη Γαλλία από την εκλεκτή εκδοτική σειρά Pléiade, και είναι σχεδόν διαλυμένα από τη χρήση που τους έχω κάνει. Το έργο του το γνωρίζω σχεδόν απ’ έξω. Συνήθως αναφέρονται και μιλούν για το Μία εποχή στην κόλαση. Εγώ προτιμώ τις Εκλάμψεις – Illuminations. Μου αρέσει επίσης ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο Ρίλκε. Αυτοί είναι οι τρεις σπουδαίοι ξένοι ποιητές, για μένα. Θα αναφερθώ όμως και στους δικούς μας σπουδαίους ποιητές, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Παλαμά, και δεν ξεχνώ τον Σολωμό και τον Σικελιανό» («Από μένα αυτά»).

«Όταν μεγάλωσα και έφτασα όπου έφτασα, γνώρισα μιa καταπληκτική γυναίκα, την οποία θαύμασα πολύ και ήταν η Ίντιρα Γκάντι. Σε κάποια από τις συναντήσεις μας, μου είχε πει: “Κυρία Αρβελέρ, θα ήθελα να μιλήσουμε για τους νέους και θα σας πω ένα ποίημα που με τον πρώτο του στίχο μεγάλωσα τα παιδιά μου”. Αυτό συνέβη μόλις είχε χάσει τον γιο της σε αεροπορικό δυστύχημα. Άρχισε λοιπόν να απαγγέλλει τους στίχους, που θα σας τους πω στα ελληνικά: “Ο τωρινός κι ο περασμένος χρόνος/ ίσως κι οι δυο είναι παρόντες μες σε χρόνο μέλλοντα/κι ο μέλλων χρόνος είναι μέσα στον περασμένο χρόνο./Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνιο παρόν,/ όλος ο χρόνος είναι ανεπανόρθωτος”. Όταν τον ολοκλήρωσε, συμπλήρωσα το υπόλοιπο ποίημα, που ήταν το “Burnt Norton” του Τ. Σ. Έλιοτ από τα Κουαρτέτα. Τότε μου είπε: “Κυρία Αρβελέρ, νομίζω ότι θα μιλάμε για ώρα”» («Από μένα αυτά»).
Ανάγνωση στο πρωτότυπο
«Μπαίνω στη Σορβόννη το 1953, δύο χρόνια μετά διορίζομαι στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Σπουδών (CNRS). Το 1964 γίνομαι διευθύντρια του Κέντρου και το 1966 παίρνω το ντοκτορά μου με μια διατριβή 600 σελίδων για το Βυζάντιο και τη Θάλασσα. Το 1967 γίνομαι καθηγήτρια στη Σορβόννη, ενώ έχω ήδη κόρη τριών ετών. Είμαι από τους λίγους βυζαντινολόγους, αν όχι η μόνη, που έχουν διαβάσει όλα σχεδόν τα κείμενα στο πρωτότυπο και όχι από δευτερεύουσες πηγές. Το 1970 γίνομαι Αντιπρύτανης και το 1976 Πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης» («Μια ζωή χωρίς άλλοθι»).

«Αν προσέφερα κάτι, είναι ότι προσπάθησα να κάνω γνωστό πως το Βυζάντιο είναι Ελληνική Αυτοκρατορία και είναι η γέφυρα μεταξύ της αρχαιότητας και της νεοελληνικής Ιστορίας. Από το Βυζάντιο έχουμε την ελληνική γλώσσα στη συνέχειά της, αλλά και τη σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας, καθώς και την ορθοδοξία, οι οποίες είναι η βάση της νεοελληνικής ταυτότητας…Χωρίς τους Βυζαντινούς, δεν θα υπήρχε νεοελληνική ταυτότητα. Επιπλέον, δεδομένου ότι το Βυζάντιο στηρίζεται στην Αθήνα, στη Ρώμη και στην Ιερουσαλήμ, αποδεικνύεται ότι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία. Θα επικαλεστώ τον Πωλ Βαλερύ για το τι είναι Ευρωπαίος. Είναι αυτός που έχει υποστεί φιλοσοφικά την επίδραση της αρχαιοελληνικής ορθολογιστικής σκέψης, που έχει ζήσει με την ιουδαιοχριστιανική πνευματικότητα και που έχει δεχτεί την επιρροή της ρωμαϊκής διοίκησης και των ρωμαϊκών θεσμών. Αυτά τα τρία, δηλαδή Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ, είναι το Βυζάντιο» («Από μένα αυτά»).
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
